Ντούσαν Ίβκοβιτς: Μαθήματα ζωής από έναν “πανεπιστήμονα” του μπάσκετ

Αντώνης Καλκαβούρας Αντώνης Καλκαβούρας
Ντούσαν Ίβκοβιτς: Μαθήματα ζωής από έναν “πανεπιστήμονα” του μπάσκετ
Ο Αντώνης Καλκαβούρας ξετυλίγει το κουβάρι των αναμνήσεων από την πιο έντονη προσωπικότητα που γνώρισε στην διάρκεια της δημοσιογραφικής του διαδρομής και θυμάται ανέκδοτες ιστορίες από τα 26 χρόνια γνωριμίας με τον σπουδαίο Σέρβο τεχνικό.

Τον «Ντούντα» τον είδα για πρώτη φορά δια ζώσης τον Νοέμβριο του 1995, όταν αμούστακο μειράκιο της δημοσιογραφίας, επισκέφτηκα το κλειστό της οδού Αρτάκης για μία τηλεοπτική συνέντευξη με τον Ζάρκο Πάσπαλι. Τότε ακόμη δεν υπήρχε η οργάνωση που υπάρχει τώρα με τους υπευθύνους Τύπου και το ραντεβού είχε κλειστεί με τον ίδιο τον Μαυροβούνιο για μετά το τέλος της προπόνησης.

Θυμάμαι σαν τώρα τον τρομερό και φοβερό Φάνη Χριστοδούλου να βγαίνει στον προθάλαμο του μπάρ και – στη θέα του τηλεοπτικού συνεργείου – να ψελλίζει: «Παιδιά, δεν ξέρω για ποιον ήρθατε αλλά καλύτερα να κρυφτείτε και να εμφανιστείτε αφού φύγει ο “Μεγάλος”! Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι νεύρα έχει...»

Είχα ακούσει πολλά τότε για το δύστροπο στο χαρακτήρα του Σέρβου τεχνικού κι επειδή δεν ήθελα να στιγματιστώ με το καλημέρα, ζήτησα ευγενικά από τους τεχνικούς να βγουν στον περιβάλλοντα χώρο του γηπέδου και δικαιώθηκα απόλυτα. Μετά από λίγο αποχώρησε αναψοκοκκινισμένος και εμφανώς μανουριασμένος, οπότε πάλι καλά που δεν αντίκρισε κάμερες και μικρόφωνα γιατί δεν το είχε σε τίποτε να κάνει φασαρία...

Από την επόμενη χρονιά (1996) που ανέλαβε τον Ολυμπιακό και οι περισσότεροι συνάδελφοι της γενιάς μου, τον γνωρίσαμε καλύτερα, κατάλαβα πολύ γρήγορα ότι με τον Ίβκοβιτς όχι μόνο δεν παίζεις και δεν ειρωνεύεσαι, αλλά οφείλεις να είσαι πάντα προσεκτικός στις ερωτήσεις και κύριος με Κ κεφαλαίο στην συμπεριφορά. Ευτυχώς που δεν μου έτυχε ποτέ καμία στραβή μαζί του, γιατί πραγματικά λυπήθηκα αρκετούς δημοσιογράφους οι οποίοι είτε του «πούλησαν» εξυπνακισμό και του άσκησαν άκομψη και άδικη κριτική, είτε δεν διατύπωσαν σωστά κάποιο ερώτημά τους...

Αν περνούσες τις πρώτες εξετάσεις και σεβόσουν πρώτα τον εαυτό σου, δεν θα είχε ποτέ πρόβλημα μαζί σου. Αν ο coach σε έπαιρνε από κακό μάτι, όμως, τότε πραγματικά μαύρη οχιά που σε έφαγε! Δεν είχε κανένα πρόβλημα από το να σε ξεφτιλίσει ή να σε «χαϊδέψει» με καναδύο μπάτσες, έτσι για να έρθεις στα ίσια σου.

Όσο αντιπαθής μπορούσε να γίνει κατά καιρούς, όμως, άλλο τόσο περισσότερο γλυκός, γοητευτικός και ευγενής παρουσιαζόταν από την μία στιγμή στην άλλη. Εξ' ού και η παροιμιώδης αγάπη του για τα περιστέρια. Είχε αυτή την ικανότητα ο Ντούντα! Ήταν τόσο ευφυής και είχε τόσες πολλές και διαφορετικές παραστάσεις, που ανά πάσα στιγμή πατούσε ένα κουμπί και από την μανούρα το γυρνούσε στην πλάκα και από 'κει στην σοβαρή συζήτηση επί παντός επιστητού.

Το πιο απτό παράδειγμα μου συνέβη τον Μάρτιο του 2015, όταν ταξίδεψα στην Κωνσταντινούπολη έχοντας κλείσει μία κοινή συνέντευξη με τους δύο Σέρβους κουμπάρους. Το ραντεβού είχε δοθεί για μετά το τέλος του τουρκικού εμφυλίου ανάμεσα στην Φενέρ και την Εφές και για κακή μας τύχη ο “Ζοτς” νίκησε τον “Ντούντα” και προς στιγμήν (είχα κατασκηνώσει έξω από τα αποδυτήρια των ηττημένων και κάθε γδούπος και φωνή που ακουγόταν από το εσωτερικό, ήταν σαν μαχαιριά στο στήθος μου) φοβήθηκα ότι η συνάντηση των δύο συμβόλων του σερβικού μπάσκετ, θα τιναχτεί στον αέρα.

Τελικά, αν και ο Βαγγέλης Αγγέλου με καθησύχαζε συνεχώς, λίγα λεπτά αργότερα ο «σοφός» Σέρβος coach έκανε την εμφάνισή του, “φόρεσε” ένα ζεστό χαμόγελο για καλωσόρισμα και μου είπε: «Άϊντε μπρε, πάμε να μιλήσουμε γιατί μου έχει στείλει τρία μηνύματα ο Ζέλικο...».

Μπορεί να ήταν και η πιο απολαυστική συνέντευξη της ζωής μου, ενώ ένας Θεός ξέρει πως εκείνο το βράδυ δεν μου έμεινε στα χέρια από το άγχος ο Βασίλης Τσίγκας.

Έχοντας συγγενική σχέση με τον Νίκολα Τέσλα (ο διάσημος Σέρβος εφευρέτης ήταν θείος της μητέρας του) και έχοντας μεγαλώσει στην Crvenι Krst (μία από τις πιο σκληρές συνοικίες του Βελιγραδίου από την οποία “ξεπηδούσαν” οι μεγαλύτεροι μάγκες), «οικοδόμησε» από μικρός μία πολύ ισχυρή προσωπικότητα, που του έδινε την ευκαιρία να διαχειρίζεται με μεγάλη ευκολία τους ανθρώπους και να προσαρμόζεται με την ίδια άνεση στα σαλόνια και τα αλώνια.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα βρισίδια που κατά καιρούς «έτρωγαν» οι νέοι παίκτες του Ολυμπιακού (1996-1999) και της ΑΕΚ (1999-2001) και τα χάδια και τα γλυκόλογα με τα οποία τα αντικαθιστούσε. Η μεγαλύτερη παρακαταθήκη που άφησε στο ελληνικό μπάσκετ ο Ίβκοβιτς, όμως, δεν είχε να κάνει τόσο με τον διόλου ευκαταφρόνητο αριθμό των ευρωπαικών τίτλων (2 Euroleague και 1 Saporta Cup) και διακρίσεων με τις ελληνικές ομάδες.

Κατά την προσωπική μου άποψη, η μεγαλύτερη προσφορά του στα ελληνικά καλαθοσφαιρικά δρώμενα είχε να κάνει με την μεταλαμπάδευση μπασκετικής κουλτούρας στο φίλαθλο κοινό και φυσικά με την αξιοποίηση πολλών νέων παιδιών, τα οποία έριξε στην φωτιά πριν καν ακόμη ανδρωθούν, μεταφέροντας στην Ελλάδα την σερβική φιλοσοφία προσέγγισης των ταλέντων.

Ποιον να πρωτοθυμηθώ; Τον Ρεντζιά που τον έβαλε να παίξει με τον ΠΑΟΚ στην Α1 σε ηλικία 17 ετών; Τον Καράγκουτη και τον Καλαϊτζή στον Πανιώνιο στα 19 τους; Τον Δημήτρη και τον Κώστα Παπανικολάου με τους οποίους – σε βασικό ρόλο - πήρε την Euroleague σε ηλικία 21 ετών (στον Ολυμπιακό το 1997 και το 2012 αντίστοιχα);

Τον Ζήση και τον Μπουρούση για την μπασκετική ενηλικίωση των οποίων έπαιξε κομβικό ρόλο; Τον Παπαλουκά τον οποίο πήρε στην Μόσχα, του άλλαξε τον ρόλο και του εκτόξευσε την καριέρα; Ή τον Σπανούλη τον οποίο καθοδήγησε στην καθιέρωσή του στον ρόλο του μεγαλύτερου ηγέτη και του παίκτη που άλλαξε την σύγχρονη ιστορία του Ολυμπιακού.

Δεν είναι υπερβολικό να υποστηρίξει κάποιος ότι ο εκλιπών αγάπησε την χώρα μας και το ελληνικό μπάσκετ όσο την πατρίδα του και το εθνικό της άθλημα. Άλλωστε, από την στιγμή που μετακόμισε στην Ρωσία (2002-2007) μέχρι να επιστρέψει στην Ελλάδα για τον Ολυμπιακό (2010-2012) και να ξαναφύγει στην Τουρκία (2014-2016), όπου και τερμάτισε ευδοκίμως την μυθική του καριέρα, ο προπονητής-θρύλος του ευρωπαϊκού μπάσκετ επέλεγε να συνεργάζεται με Έλληνες παίκτες και προπονητές.

Στην ΤΣΣΚΑ είχε τον Θοδωρή Παπαλουκά, τον Νίκο Χατζηβρέττα και τον Δήμο Ντικούδη. Στην Ντιναμό Μόσχας τον Αντώνη Φώτση, τον Λάζαρο Παπαδόπουλο και assistant τον Βαγγέλη Αγγέλου, ο οποίος ήταν μαζί του και στην Εφές Αναντολού, μαζί με τον Στράτο Περπέρογλου.

Μέσα σε όλα τα παραπάνω ο «πανεπιστήμων» του μπάσκετ ήταν και ο απόλυτος bon viveur! Ήθελε και ήξερε να περνάει καλά αλλά και να περιποιείται τους ανθρώπους που βρίσκονται δίπλα του. Δεν θα ξεχάσω την εμπειρία που μου διηγήθηκε μία “τσουχτερή” νύχτα του 2000, ο καλός συνάδελφος και φίλος, Κώστας Σωτηρίου, που τον είχε συναντήσει στο parking του ΟΑΚΑ για να του πάρει δηλώσεις ενόψει της ανασκόπησης του έτους.

Ο Ίβκοβιτς επέμενε να του σερβίρει τσάι, ο Κώστας δεν ήταν λάτρης και αρνήθηκε τρεις φορές ευγενικά, αλλά με τα πολλά δεν άργησε να καταλάβει ότι αν δεν το πιει, δεν πρόκειται να κάνει την δουλειά του. «Ε βάλε στον κύριο δημοσιογράφο να πιεί λίγο τσάι...».

Αντώνης Καλκαβούρας
Αντώνης Καλκαβούρας

Στην συγκεκριμένη στήλη θα βρείτε αντικειμενικά καταγεγραμμένη άποψη γύρω από τα μπασκετικά δρώμενα και μπόλικη ανάλυση, ενίοτε σε συνδυασμό και με ρεπορτάζ. Το Gazzetta, άλλωστε, μπορεί να μπήκε στην καθημερινότητα μου στη μέση της έως τώρα δημοσιογραφικής διαδρομής (2008), ωστόσο, εδώ και 13 χρόνια αποτελεί την πιο σύγχρονη και ταχύτερη πλατφόρμα ενημέρωσης και ένα μέσο στο οποίο απολαμβάνω από την πρώτη μέρα να δουλεύω. Και σίγουρα το μόνο από τα πολυάριθμα στα οποία έχω εργαστεί και εργάζομαι (τηλεόραση, ραδιόφωνο, εφημερίδα, περιοδικό), το οποίο εξελίσσεται ολοένα και περισσότερο, σε τέτοιο βαθμό ώστε να γίνεται ευχάριστη εμμονή για τους αναγνώστες αλλά και για όλους εμάς τους συντελεστές. Να χαιρόμαστε λοιπόν τη νέα του έκδοσή του και να το εξελίσσουμε συνεχώς!