Μανόλης Αναγνωστάκης: Παραδέχτηκε την αλήθεια (vid)
Η λέξη αυτή του καρφώθηκε στο στέρνο και το χαλίκι της σφηνώθηκε στο καλογυαλισμένο παπούτσι του. Ήταν μικρή και είχε μόνο «η», κεφαλαία και πεζά. Οι κορφές της έκοβαν σαν το οξειδωμένο αστέρι που κουράστηκε να κρατά το σφυρί και το δρεπάνι. Οι καμπύλες της είναι οι τροχοί του κάτω κόσμου που αναδύθηκε από το σκοτάδι και έκανε το μαύρο δεύτερη νύχτα. Στο κοίλωμά της κρυβόταν το τέλος και η «νέα» εποχή. Και ήρθε η δεύτερη γέννα του ήλιου και ξεκίνησε αυτή η μεταπολεμική γενιά…
Ο ποιητής, αυτός ο ανώνυμος ήρωας της καθημερινής μάχης, πάτησε το χορτάρι του γηπέδου και χόρεψε στα βήματα του Κρόιφ. Η δράση του ήταν αυτή που έσβηνε την ντροπιαστική υπογραφή και τα λόγια του η τρυφερή υποδοχή φίλων και κουρασμένων αδελφών. Τα τέσσερα γράμματα ρίζωσαν πάνω του και στο σώμα του έδωσαν λουλούδια σαρκικά που μύριζαν κλάμα και πνιγμένο γέλιο. Και κάποια παιδιά που ήταν μολυβένια στρατιωτάκια έπλεξαν στεφάνι στη λέξη «ήττα» και με τη σκουριά της αλυσίδας έγραψαν στο χέρι του ανθρώπου το ρήμα «Μιλώ». Ο Μανόλης Αναγνωστάκης φρόντισε τα χωμάτινα παράσημα και διάβασε το μπαρούτι.
Η γνώση που έφερε τη σιωπή
Ο Αναγνωστάκης ξεχωρίζει στο ελληνικό ποιητικό τοπίο για ένα πράγμα: για τη γνώση του. Όχι, όμως, αυτήν που περιχαρακώνεται από ακαδημαϊκά, μορφωτικά, όρια… Η δική του, που ήταν βαθιά, ουσιαστική και ξεκάθαρα έντιμη, αφορά τον ίδιο και το πώς πορεύτηκε με αυτήν στα αμήχανα μεταπολεμικά χρόνια.
Η ελληνική κοινωνία δεν μετουσίωσε τη νίκη της Αντίστασης στον πόλεμο εναντίον των ναζιφασιστών σε δημιουργία. Η αντίδραση, ο συντηρητισμός, οι προδοτικές συμφωνίες και η γονατισμένη πρόοδος όρισαν το κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό πεδίο. Ο Αναγνωστάκης γράφει μέσα σε χρόνια ελεύθερα-ανελεύθερα και ξέρει πολύ καλά πως πρέπει να αξιοποιήσει τα νιάτα του, τον ενθουσιασμό του, τις μεγάλες προσδοκίες του. Γράφει και εκδίδει με δικά του έξοδα, γράφει και υπογραμμίζει αυτά που δονκιχωτικά αντιστέκονται, αυτά που ακκίζονται με φαντάσματα του παρελθόντος και με τα «αθώα» τέρατα του παρόντος. Γράφει πάνω σε ξερά, ερημικά τοπία, τσιμεντένια, και «στύβει» τους στίχους για να ξεδιψάσει και να προχωρήσει. Το νερό είναι για λίγους και «εκλεκτούς», γι’ αυτούς που αποκαταστάθηκαν και δεν ντράπηκαν. Κι αν το μεταπολεμικό πεδίο ήθελε ανοιχτά μα άδεια τα χαρακώματα, το μεταπολιτευτικό ήθελε μόνο σιωπή και ρέστα από χιλιάρικο.
Ο Αναγνωστάκης, λοιπόν, «διάβασε» τον χρόνο και τον χώρο του, τους ανθρώπους του καιρού του και τις αποφάσεις του μέλλοντος και ήξερε πολύ καλά πότε έπρεπε να σταματήσει. Δεν ήθελε να γίνει απ’ αυτούς που τους ρωτάνε γιατί συνεχίζετε; Η γνώση αυτή συνόδευσε τη σοφία, την αξιοπρέπεια, την καθαρότητά του. Ο Αναγνωστάκης ήξερε πότε να βάλει το υστερόγραφο στην ποιητική του δράση, τη σιωπή του. Και με τους ακόλουθους στίχους έκανε στην άκρη για να συνεχιστεί το μέλλον αλλιώς:
Το θέμα είναι τώρα τι λες.
Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε.
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ.
Μικροζημίες και μικροκέρδη συμψηφίζοντας.
Το θέμα είναι τώρα τι λες.
«Επιλέγω τη σιωπή»
Ο Αναγνωστάκης δημοσίευσε, είτε σε βιβλία είτε σε περιοδικά και εφημερίδες, κοντά στα 100 ποιήματα. Ήθελε αυτό: σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις… Ό,τι ειπωθεί, γραφτεί, δημοσιευθεί, να έχει ουσία και αλήθεια. Ήθελε να συλλαμβάνει τα στιγμιότυπα της εποχής του και την κίνηση αυτής χωρίς να προδικάζει το μέλλον και χωρίς μυθοποιεί, ωραιοποιεί το παρελθόν. Γνώριζε τα όρια των ποιητικών, εκφραστικών, του δυνατότητων και σεβόταν την παντοδυναμία της ζωής. Δεν είναι κακό να ξεπερνιέται ένας ποιητής, κακό είναι ξεχνιέται και ο Αναγνωστάκης φρόντισε με τη στάση του, με τη συμπεριφορά του, να μην ξεχαστεί.
Όσα ήθελε να πει τα είπε στον χρόνο του και το έκανε έχοντας πλήρη επίγνωση του θέλει να πει και πώς να το πει. Ο Αναγνωστάκης ναι, δεν παραδέχτηκε την ήττα, παραδέχτηκε την αλήθεια αυτών που έζησε και ζούσε. Ρομαντικός, ευαίσθητος, σαρκαστικός, κριτικός με σεβασμό και σφαιρική ματιά, διορατικός, γενναιόδωρος. Δεν ήθελε να επαναλαμβάνεται και να φλυαρεί, ακόμα και σε έναν στίχο, δεν ήθελε να φθαρεί από το ίδιο του το χέρι. Ήξερε ότι ο χρόνος θα κάνει τη δουλειά του και πως οι νέοι θα είναι πάντα νέοι, ανεξαρτήτως ηλικίας, και θα δίνουν ό,τι έχουν στην κοινωνία, στην πολιτική, στην τέχνη. Είχε πει ότι «Στο αλλοιωμένο τοπίο της εποχής μας δεν θα ξαναγράψω. Το έργο μου το ολοκλήρωσα. Επιλέγω τη σιωπή». Και η σιωπή δεν ήταν απουσία και παραίτηση, ήταν πράξη εκκωφαντική. Ο Μανόλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε στις 9 Μαρτίου 1925, στη Θεσσαλονίκη, και πέθανε στις 23 Ιουνίου 2005.
Cover Photo: Χρήστος Ζωίδης
*Χρησιμοποιήθηκαν πληροφορίες από τα site sansimera.gr και omilosanagnostaki.gr
Διαβάστε τα προηγούμενα κείμενα για τους 12 Έλληνες του 20ου αιώνα
- Κώστας Καρυωτάκης: Έγραψε κάτω από τις σκιές
- Οδυσσέας Ελύτης: Το διαχρονικό μας δέος (vids)
- Μάνος Χατζιδάκις: Για πάντα! (vids)
- Κατερίνα Γώγου: Ποιήτρια της ζωής της
- Νίκος Καββαδίας: Το ναυτικό φυλλάδιο μένει ανοιχτό (vids)
- Γιάννης Ρίτσος: Το διάφανος ερυθρό που όλα τα βλέπει (vids)
- Άκης Πάνου: Γεια σου ρε μάγκα! (vids)