Νίκος Καββαδίας: Το ναυτικό φυλλάδιο μένει ανοιχτό (vids)

Νίκος Καββαδίας: Το ναυτικό φυλλάδιο μένει ανοιχτό (vids)

bet365

Το Gazzetta γράφει για τους 12 μεγάλους Έλληνες του 20ου αιώνα. Κάθε μήνα κι ένα πορτρέτο. Σήμερα, ο Νίκος Καββαδίας.

Η αρχή του νήματος είναι πάντα βρεγμένη και με αρμύρα ποτισμένη. Την έπιασε, που λέτε, «Ο Μέγας Αλεξανδρινός», ο Κ.Π.Καβάφης και με αυτήν χάραξε πορεία. Και σαν είχε ξεκινήσει ο 20ος αιώνας, της έδωσε τον τόπο, τον προορισμό και το ταξίδι. Η «Ιθάκη», όμως, πάνω σε άπιαστη θάλασσα κατοικούσε, πατούσε, προχωρούσε και ο δύσμοιρος πλάνητας ματαιοπονούσε. Όλα ήταν ρευστά και απόμακρα. Και ενώ η προσπάθεια είχε σημασία, και έχει, και θα έχει, έπρεπε να βρεθεί ένας ναυτικός, ένας τύπος που δεν άντεχε τη στεριά και τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας της, για να βάλει σε τάξη το υγρό στοιχείο, το τοπίο, τον ορίζοντα.
Αυτός, που λέτε, ήταν πολύ ωραίος άνθρωπος. Ναυτικός με την ιδιότητα του «μαρκόνη», του ασυρματιστή. Πιο πολύ, ωστόσο, ήταν οδηγός και προστάτης του ασύνορου. Καταλάβαινε τη σημασία του ταξιδιού, όμως πάνω απ’ όλα καταλάβαινε τη σημασία της θάλασσας. Η ζωή ήταν εκεί! Εκεί ο ήλιος ποτέ δεν έκαιγε. Εκεί κολυμπούσαν τα αναποδογυρισμένα όνειρά μας. Εκεί κατοικούσε η συνέχεια μας. Εκεί ζούσαν τα παιδιά μας. Εκεί άστραφτε η αρχοντιά μας. Εκεί κάναμε αέρα με το φτερό του καρχαρία. Εκεί στον Νότο, εκεί που πάντα ξημέρωνε και νύχτωνε την ίδια στιγμή. Το ναυτικό φυλλάδιο μένει ανοιχτό και γράφει ένα όνομα: Νίκος Καββαδίας.

Οι ναυτικοί λένε ιστορίες


Δεν είναι εύκολο να γράφεις για τον Καββαδία. Τον Καββαδία πρέπει να τον ακούς, συνέχεια. Εξάλλου, ιστορίες δεν λένε, κουβαλάνε, οι ναυτικοί; Για να μη χάσεις (αναγνώστη), όμως, τον δρόμο και την πορεία του ποιητή, του παντοτινού ταξιδιώτη, κράτα σημειώσεις. Πρώτα απ’ όλα το «Μαραμπού», το τροπικό πτηνό και το ποιητικό πέταγμά του. Έγινε συνώνυμο και στην ουσία ετερώνυμο του «Κόλια». Έπειτα, τα λίγα και καλά. Λίγες ποιητικές συλλογές, ένα μυθιστόρημα, δυο μικρές νουβέλες. Στις τελευταίες υπάρχει και το στεριανό του αποτύπωμα. Η αγάπη και η γνώση του για τη ζωγραφική είναι το τρίτο στοιχείο που χρειάζεσαι για να χαράξεις πορεία μες το σύμπαν του Καββαδία. Για το τέλος θα αφήσουμε τη μουσική. Η μελοποίηση του λόγου του φέρει την υπογραφή του Θάνου Μικρούτσικου και είναι ο πιο ασφαλής δρόμος για να πλησιάσεις τον ποιητή. Δεκτό, σημαντικό, διαχρονικό επίτευγμα του συνθέτη. Σαν υστερόγραφο σε αυτό το κείμενο και σαν ξεχασμένη οδηγία-σωτηρία κρατήστε αυτό: Τις ιστορίες του Καββαδία για να τις ακούσεις πρέπει να τις διαβάσεις με το βλέμμα ελεύθερο και χωρίς να προσμένεις τίποτα. Αυτό θα κάνουμε (ξανά) και θα σας δείξουμε ευσύνοπτα ποιος ήταν, είναι και θα είναι ο Νίκος Καββαδίας. Η βάρδια ξεκινάει…

Ειλικρίνεια, ναυτοσύνη, εξομολόγηση


Το ποιητικό έργο του Νίκου Καββαδία είναι φτωχό ποσοτικά. Τρεις συλλογές περιλαμβάνει η ποιητική του σοδειά. «Μαραμπού» (1933), «Πούσι» (1947), «Τραβέρσο» (1975, μετά θάνατον). Ο χρόνος για τους ποιητές δεν κινείται γραμμικά και βρίσκουν τον δικό τους δρόμο για να τον ακολουθούν. Για τον Καββαδία είναι ο ναυτικός και η ζωή του. Το «καββαδιακό» σύμπαν ορίζεται από το επάγγελμα και την περσόνα του ναυτικού. Η ποίηση του δεν είναι (μόνο) αυτοαναφορική. Ο Καββαδίας μεταφέρει –επιστρέφει- σε μας τις εμπειρίες του, τα βιώματα του. Γράφει για τους ανθρώπους που ήταν δίπλα του, για τους ανθρώπους που έζησε μαζί τους στη θάλασσα, για την κοινή ζωή, τη ναυτική. Το πρόσωπο και το προσωπείο του ναυτικού εκμηδενίζουν την απόσταση, γεωγραφικά, σωματικά, χρονικά. Γίνεται φορέας μοναδικών –για τον αναγνώστη- στιγμών, πλούσιων συναισθηματικά, που η ποσοτική ανεπάρκεια εκμηδενίζεται.
Ο Καββαδίας επιβάλλει τον ναυτικό και τη ζωή του στη λογοτεχνία. Δίχως επιτήδευση, δίχως ωραιοποίηση και διαστρέβλωση. Ακόμη και σήμερα μας ξαφνιάζει και μας γοητεύει ο εξωτισμός του επαγγέλματος. Πολλώ δε μάλλον όταν πρωτοπαρουσιάστηκε το έργο του. Κομβικό σημείο στην ποιητική περιγραφή αυτού του θαλασσινού κόσμου είναι ο συνδυασμός ειλικρίνειας, ναυτοσύνης, εξομολόγησης.

 

Η πεζογραφική ανταπόδοση


Ο Νίκος Καββαδίας αφέθηκε στην απεραντοσύνη του ταξιδιού και της θάλασσας και εκτός από την ποιητική ανταπόδοση βρήκε και την πεζογραφική. Η «Βάρδια», το μοναδικό του μυθιστόρημα, ξεχωρίζει και ανατρέπει τα προσδοκώμενα, τα προκατειλημμένα. Ενώ περιμένεις ότι το βιβλίο γράφτηκε για να αναδείξει το τρίπτυχο «Καββαδίας-Θάλασσα-Βάρδια», εντούτοις είναι κάτι περισσότερο απ’ αυτό. Ναι, έχουμε να κάνουμε με στιγμές, ιστορίες από τις βάρδιες του Καββαδία, από τις βάρδιες των ναυτικών. Ναι, η αλήθεια και ο μύθος πλάθουν κάτι οικείο και προσωπικό στον αναγνώστη. Η ποίηση και η διάρθρωση αυτών των εικόνων –φυσικά και είναι εικόνες τα λόγια του Καββαδία- του επιτρέπουν να ξεφύγει από την κλασική οδό του μυθιστορήματος. Αυτό που μας παραδίδει στη «Βάρδια» είναι ένα υβριδικό μυθιστόρημα. Είναι το δικό του, μοναδικό, ημερολόγιο καταστρώματος. Ημερολόγιο, κάθε βάρδια και μια μέρα, μια διαφορετική στιγμή της ζωής πάνω στο πλοίο, στα λιμάνια, στις πόλεις του κόσμου.
Η «Βάρδια» είναι το πιο προσωπικό έργο του Καββαδία γιατί δεν έχει κάτι να τον περιορίσει. Η ποίηση, λόγω φόρμας και παράδοσης δεν του επέτρεψε να είναι τόσο γενναιόδωρος όσο εδώ. Αυτή η γενναιοδωρία του έδωσε τη δυνατότητα να «βουτήξει» στον εαυτό του και να αντλήσει από τον πλούτο της ψυχής και της μνήμης του. Ετσι, χωρίς σχέδιο και δεύτερη σκέψη μας προσφέρει αφειδώλευτα σελίδες του ημερολογίου του, της ζωής του. Με μια πρόζα ακαταμάχητα ρεαλιστική, με τη ναυτική γλώσσα πιο έντονη από ποτέ, βάζει τον αναγνώστη σε μια ιδιότυπη διελκυστίνδα. Φουρτούνα και μπουνάτσα. Ως εκ τούτου, η βάρδια, οδηγεί στη θάλασσα και από κει στον Καββαδία. Η «Βάρδια» είναι όλα τα καράβια και τα ταξίδια του Ν.Κ.
Το 1987 θα εκδοθούν τα μικρά πεζά «Του Πολέμου/Στο άλογο μου», «Λί». Ο Καββαδίας, στο πρώτο, στη στεριά! Κατάσταση μοναδική και άξια λόγου. Οι εμπειρίες από το μέτωπο και η σχέση με τον άνθρωπο και το ζώο. Αναπολεί τις «ένδοξες» προσωπικές στιγμές, αλλά τις στιγμές που δεν είχαν τίποτα ηρωικό, τις στιγμές που τα σύνορα, οι τάξεις, οι παρατάξεις, τα λάβαρα, μπήκαν στον περιθώριο –για λίγο- και η διαλεκτική, άδολη και καθαρή, μεταξύ δύο ταλαιπωρημένων ανθρώπων αναπτύχθηκε τόσο φυσικά και αβίαστα. Ναι, με τις ανθρώπινες αδυναμίες (καχυποψία, εκνευρισμό, εξαπάτηση, κ.α.), όμως μέσα από μια αδιαμεσολάβητη οδό. Ο ουμανιστικός χαρακτήρας, λόγος, του Καββαδία πεντακάθαρος, όπως το παιχνίδι μεταξύ αλήθειας και μύθου… Μετά τους ανθρώπους, το άλογο του! Γράμμα σ’ ένα άλογο! Και όμως! Τρυφερός, ευαίσθητος, νοσταλγικός, μέσα σε πέντε σελίδες πλάθει το θαλασσινό σκηνικό που ήταν πάντα δίπλα του και το «φορτώνει» στο πανέμορφο ζώο. Ναι, το άλογο είναι η θάλασσα του, την οποία ξαφνικά και οριστικά χάνει σε μια στιγμή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Με το «Λί» επιστρέφει στη θαλασσινή οδό. Μαζί με τη θάλασσα επιστρέφει και το όμορφο παραμύθι. Η επαγγελματική του ιδιότητα δεν του έδωσε μόνο εικόνες ξεχωριστές, αλλά και τη δυνατότητα να της διηγηθεί σε μας. Η νουβέλα «Λί» έρχεται από τα βάθη ενός κόσμου τόσο μακρινού και ξένου για μας. Ο Καββαδίας μας περιγράφει τη συνύπαρξη του με τη μικρή Κινέζα Λι. Ένα πλάσμα βγαλμένο από τις λαϊκές παραδόσεις της μεγάλης αυτής χώρας, πλάσμα που ακροβατεί στη λεπτή γραμμή που χωρίζει την αλήθεια από τη φαντασία. Ο Καββαδίας ό,τι έγραψε ή το έζησε ή άκουσε άλλους να το χουν ζήσει. Νοσταλγικό για την οικογένεια που δεν έκανε, γι' αυτή που άφησε και άφηνε πίσω, αλλά και γι' αυτή που έβρισκε στα ταξίδια του. Εδώ, βλέπουμε την πατριαρχική φιγούρα του Καββαδία, τη φιγούρα του προστάτη και του ταξιδιώτη που αφήνεται στα χέρια ενός πλάσματος που μόνο σοφία και αθωότητα έχει να του δώσει.

Γλώσσα και μουσική


To τελευταίο κομμάτι είναι η μουσική -μελοποίηση του έργου του- και η γλώσσα του Καββαδία. Θα μπορούσαν να είναι ένα και το αυτό. Ας κάνουμε, όμως, τον διαχωρισμό. Πρώτα η γλώσσα. Η γλώσσα του διαθέτει λυρικό και στοχαστικό ύφος, φτιαγμένη από τις εμπειρίες και τα πάθη του. Απλή και απαιτητική όταν χρησιμοποιεί ναυτική ορολογία. Ο Καββαδίας ανήκει σε αυτούς που θέλουν να πουν μια ιστορία και όχι να φτιάξουν μια ιστορία. Γι’ αυτό και η γλώσσα πρέπει να ακολουθεί τη σκέψη και το βλέμμα. Να υπηρετεί τον μύθο που προϋπάρχει και να μην τον αλλοιώνει. Ο Καββαδίας δεν έψαχνε τις λόγιες λέξεις, τις βαρύγδουπες, αλλά αυτές που ταίριαζαν στη δημιουργική και συναισθηματική στιγμή που βρισκόταν. Στο «Ενα μαχαίρι» η ιστορία του αντικειμένου δεν μπορεί να «ντυθεί» με εξεζητημένους όρους και επιστημονική ορολογία. Το βίωμα και η συναισθηματική κατάσταση είναι εκεί και περιμένουν τις λέξεις να τα αποκαλύψουν. Η πασίγνωστη φράση «χόρεψε στο φτερό του καρχαρία» είναι άμεση απάντηση στην εικόνα που έχει στο μυαλό του ο Καββαδίας. Αρκεί η προστακτική αορίστου του ρήματος «χορεύω» για να σε ταξιδέψει. Θα ήταν παράξενο η γλώσσα του να έχει διαφορετική εικόνα, μια και ο Καββαδίας ήθελε απλά να μεταφέρει όσα είδε και έζησε. Η γλώσσα ένωσε τα κομμάτια μιας οριακά ελεγειακής μαρτυρίας. Βέβαια, όπως αναφέρθηκε και στην αρχή, η χρήση ναυτικής ορολογίας έδωσε την ταυτότητα της Καββαδιακής γλώσσα. Από τη δεύτερη συλλογή (Πούσι) την εκμεταλλεύτηκε χωρίς να χάσει το μέτρο. Μάλιστα, όταν την ένωνε με ατόφια καλλιτεχνικά θραύσματα, πέρναγε στη σφαίρα του υπερρεαλιστικού.
Και το φινάλε στη μουσική, στη μελοποίηση του έργου του από τον Θάνο Μικρούτσικο. Ο συνθέτης λειτούργησε σαν ανθολόγος και ανέδειξε τα καλύτερα και πιο σημαντικά στοιχεία της ποίησης του Καββαδία. Με τη μουσική του έστρεψε τους αναγνώστες, κυρίως τους νέους, να ανακαλύψουν κομμάτια του έργου που δεν ήξεραν ή να ξαναδιαβάσουν τα ποιήματα του ή να τον ανακαλύψουν, έτσι απλά. Η μουσικότητα που υπάρχει στους στίχους του Καββαδία αξιοποιήθηκε με τον καλύτερο τρόπο. Ο Μικρούτσικος οδηγήθηκε σε αυτή την καθαρή, στιβαρή, δυναμική μουσική από τα ποιήματα του Καββαδία. Το Καββαδιακό έργο δεν έγινε μέσο δημιουργίας για κάτι άλλο. Ο άγριος χαρακτήρας των ποιημάτων, η αύρα της θάλασσας, η αδιαπραγμάτευτη θέση του ταξιδιού και της λαμαρίνας “ποτίζουν” τις νότες του Μικρούτσικου. Ο “Σταυρός του Νότου” (ερμηνεύουν οι Γιάννης Κούτρας, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Αιμιλία Σαρρή) κυκλοφόρησε το 1979 και έχει πουλήσει πάνω από δύο εκατομμύρια δίσκους, ενώ το 1991 κυκλοφόρησαν οι “Γραμμές των οριζόντων” (ερμηνεύουν οι Γιώργος Νταλάρας, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας, Θάνος Μικρούτσικος).

Cover Photo: Χρήστος Ζωίδης

*Χρησιμοποιήθηκε υλικό από το περιοδικό Οδός Πανός, τεύχος 184, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2019

Διαβάστε τα προηγούμενα κείμενα για τους 12 Έλληνες του 20ου αιώνα