Οδυσσέας Ελύτης: Το διαχρονικό μας δέος (vids)
Το μέγα ερώτημα δεν είναι ο άνθρωπος, αλλά η θάλασσα και το φως. Το ανθρώπινο σώμα, και καθετί που το ακολουθεί, είναι γεμάτο νερό και ήλιο. Πώς, λοιπόν, δημιουργήθηκε το υγρό μπλε κάτω από το στέρεο γαλανό και πώς το χρυσάφι του παντοτινού άστρου έφτασε και ρίζωσε στο χώμα, σε εμάς, στην πατρίδα μας, στην πατρίδα κάθε ανθρώπου; Ο παντέρημος ποιητής κοίταξε τον αιώνα του και έψαξε τα λόγια του σπουργιτιού και το «κρακ» από το ψωμί που σπάει. Πριν πιεί νερό, έβαλε λάδι στα χείλη του και λίγο ξύλο από την ελιά των αιώνων. Τα σημεία του ορίζοντα έκανε σταυρό και κομποσκοίνι και μια σπηλιά πάνω από το πελαγίσιο βουνό δικό του εκκλησάκι. Και αυτός που δεν ήξερε τίποτα και υποπτευόταν τα πάντα, ανέβηκε στον δικό του ναό και κοίταξε το απέραντο γαλάζιο. Έριξε το λεπτό ηλιακό σεντόνι πάνω του και βγήκε στις γειτονιές του κόσμου. Και είδε τα «μαλλιά» των δέντρων να γνέφουν και να χαϊδεύουν το ξερό έδαφος, να χτενίζουν τις τσουκνίδες στα άδεια οικόπεδα και το αίμα να συλλέγουν μες τους χυμούς τους. Τότε, λοιπόν, ο ποιητής κατέληξε στο εξής συμπέρασμα: Η θάλασσα και το φως είναι το υστερόγραφο του Θεού και εγώ θα γράψω κάτω απ’ αυτό. Εγώ, ο Οδυσσέας Ελύτης.
Ολοκλήρωσε την ιερή δουλειά του χτίστη
Ο Οδυσσέας Ελύτης γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1911. Και ύστερα ξαναγεννήθηκε όταν έγραφε το «Άξιον Εστί». Και λίγο πριν το τέλος έκανε παντοτινό άστρο τη γέννηση γράφοντας Ανθ’ ημών η αγάπη. Φράση αντικαθρέφτισμα στο Ποτέ πια! του Πόε και η δική του επωδός ιερή εντολή γραμμένη πάνω στην πέτρα της Ελλάδας. Όλα όσα μας είπε αυτός ο επουράνιος και χθόνιος ποιητής ήταν γραμμένο να συμβούν, να στοιχηθούν πίσω από την πένα που γεννήθηκε μέσα από τα σπλάχνα και τα νερά της ελληνικής γης, της ελληνικής θάλασσας. Ο Ελύτης κατάλαβε ότι πάντα κάτι γεννιέται, ταξιδεύει και επιστρέφει: ήταν ο ασώματος χρόνος, ο Έλληνας σύμβολο, το πέλαγος, ο ήλιος, ο Έρωτας, οι αστραπές της Ιστορίας και οι προσευχές μας.
Ο Ελύτης είναι ποιητής που συγκλονίζει. Ο λόγος του πιάνει το συγ, το σέρνει ως το συν και μαζί με τον αθέατο άλλο φτιάχνει τους ανθρώπους, του κόσμους, τα άστρα, τους απόηχους του ζωικού βασιλείου και την αναθαρρημένη πίστη που δεν κλονίζεται, αλλά κλονίζει. Πριν, όμως, μπει η λέξη στο χαρτί, πριν φτιαχτούν ξανά τα βουνά και τα λαγκάδια, είναι το εσωτερικό βλέμμα που διακρίνει αυτά που κινδυνεύουν, αυτά που εκκινούν ασυλλόγιστα προς την εξόδιο, αυτά κοιτάνε την γκρίζα σιωπή και τις στάχτες αναδεύουν. Και αφού κοιτάξει καλά μέσα του ο ποιητής, αφήνει τη λαλιά της σκέψης να ολοκληρώσει την ιερή δουλειά του χτίστη. Και ο Ελύτης έχτισε κόσμους πάνω στις σκαλωσιές του ουρανού και στους μουσαμάδες του Αιγαίου. Ο Ελύτης εκμηδένισε τις αποστάσεις, τις αντιστάσεις, τις αντιδραστικές αντιδράσεις και του σκοταδιού τις δράσεις. Τον ναυτικό Οδυσσέα έντυσε και τον πατέρα Όμηρο τίμησε και άφησε το δικό του μαθηματικό αξίωμα: χρόνος+χρόνος+Λόγος+λόγος υψωμένος στη δύναμη του Έρωτα και της Πίστης.
Η αναδιάταξη του κόσμου τούτου
Τι είναι αυτό που συνέχει -τεχνικά, δομικά, υφολογικά, αφηγηματικά- την ποίηση του Ελύτη; Η αναδιάταξη του κόσμου τούτου, εξωτερικού και εσωτερικού. Και πώς το επιτυγχάνει αυτό; Φυσικά μέσα από τη γλώσσα που ακουμπά στις αμμουδιές του Ομήρου. Γιατί, όμως, να κάνει κάτι τέτοιο; Τι τον ωθεί να «καβαλήσει» το ρήμα "αναδιατάσσω";
Ο Ελύτης εξέδωσε την πρώτη του συλλογή, «Προσανατολισμοί», το 1940. Ο κόσμος σπαρασσόταν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Ελλάδα δεν έμεινε ανέπαφη. Όλα όσα είχε γνωρίσει ως παιδί και έφηβος, γόνος ευκατάστατης οικογένειας, χάνονταν. Και όσο πιο μεγάλη η απώλεια, τόσο μεγάλη και η μνήμη. Μετά τον πόλεμο τίποτα δεν ήταν ίδιο. Για κανέναν. Η ελπίδα είχε μείνει ζωντανή, όμως ήταν και αυτή βαθιά τραυματισμένη. Κι αν συμβεί ξανά; Η αναρώτηση συνόδευε την επιθυμία του ποτέ ξανά! Ο Ελύτης δεν μπορούσε να μη δει τι συνέβαινε. Εξάλλου, είχε ζήσει τη φωτιά και τον όλεθρο εβρισκόμενος στο «Αλβανικό Μέτωπο». Οι σφαίρες επιρροής άλλαζαν, οι γεωπολιτικές μεταβολές ήταν έντονες και αδιαπράγματευτες. Οι λαοί συνθλίβονταν και μαζί τους όλα τα ανθρώπινα, τα ταπεινά, τα υψηλά και τα ωραία.
Ο Ελύτης, λοιπόν, ένιωσε ότι έπρεπε να παρέμβει. Και το έκανε με την ποίηση που όλα τα μπορεί και όλα τα αντέχει. Δεν ήθελε, εντούτοις, να γράψει μόνο ωραία ποιηματάκια. Ήθελε να δώσει κίνηση και νέα θεμέλια στη γλώσσα ώστε να στερεώσει για πάντα το οικοδόμημά του. Γι’ αυτό και άλλοτε μια λέξη κρατά ολόκληρη ποιητική σύνθεση [παράδειγμα η συλλογή Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας] και άλλοτε γίνεται Καρυάτιδα που κρατά τους χρόνους και ουρανούς [στο φινάλε του Άξιον Εστί]. Το αποτέλεσμα δικαίωσε τον ποιητή και μέσα από τα ποιήματά του ο κόσμος φτιάχτηκε ξανά!
Ρίχνει ύμνους στη ζωή
Ο Οδυσσέας Ελύτης τιμήθηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1979 και χάρηκε για την αναγνώριση της ιδιωτικής οδού που έγινε παγκόσμια. Εκεί στόχευε, αλλά μέσα από τη δυσκολία της ποιητικής κατεργασίας και όχι μέσα από την ευκολία της ποιητικότητας. Το σκεπτικό της απόφασης βράβευσης αναφέρει, μεταξύ άλλων, το εξής: για την ποίησή του, η οποία, με φόντο την ελληνική παράδοση, ζωντανεύει με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική καθαρότητα βλέμματος τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργικότητα. Και αυτή η δύναμη, το καθάριο βλέμμα, έγιναν λαμπρός ήλιος εξωστρέφειας και άσβεστη λυχνία εσωτερικών, φιλοσοφικών, διαδρομών. Ο Ελύτης να ρίχνει ύμνους στη ζωή, αλάτι στις πληγές και απαλά αγγίγματα στις ουλές.
Ναι, η μελοποίηση του έργου του, κυρίως από τον Μίκη Θεοδωράκη, συνέβαλλε στην κοινοκτημοσύνη του από τον λαό. Η φωνή του Μπιθικώτση στο «Άξιον Εστί» και η απαγγελία του Μάνου Κατράκη ακόμη αντηχεί στα αυτιά μας…Είμαστε, όμως, βέβαιοι, μια και έχουμε την απόσταση του χρόνου, ότι το έργο του θα έβρισκε, συναντούσε, έτσι κι αλλιώς τον λαό. Ο Έλυτης μας έδωσε ξανά τη γλώσσα μας και μας έριξε ακόμα πιο βαθιά στον πλούτο της. Ο Ελύτης μίλησε-έγραψε ελληνοκεντρικά αφήνοντας έξω τα εθνικιστικά και τα πατριδοκάπηλα. Ο Ελύτης έλαβε την ομορφιά της πατρίδας και τη σοφία της πίστης και έβγαλε κάθε τσουκνίδα, ελάττωμα, από πάνω τους. Ο Ελύτης με τρεμάμενους νυγμούς κέντησε νέα ρούχα για τον Έρωτα, με τα μπατζάκια μαζεμένα ασβέστωσε τις αυλές του Αιγαίου, κόλλησε το Τίμιο Ξύλο και σαν άλλος κηπουρός καθάρισε την περιοχή της καρδιάς και της ψυχής από ξερόχορτα, αγκάθια, χαμόκλαδα, ζιζάνια. Ο Οδυσσέας Ελύτης θα είναι πάντα εδώ για μας, πάντα!
Cover Photo: Χρήστος Ζωίδης
Διαβάστε τα προηγούμενα κείμενα για τους 12 Έλληνες του 20ου αιώνα
