Γιάννης Ρίτσος: Το διάφανο ερυθρό που όλα τα βλέπει (vids)
- Το αίμα του μέσα στο ξεραμένο αίμα μας
- «Πατώντας» στα πρώτα, καθοριστικά, παιδικά χνάρια
- Ο πιστός μας σύντροφος
Όλα ξεκινούν από τον καπνό του τσιγάρου. Το γκριζόλευκο νήμα «χορεύει» κάτω από το αόρατο φτεροκόπημα. Η ματιά του καπνιστή ζεσταίνει το ισχνό κόρμι, αυτό που σχηματίστηκε από το σώμα του καπνιστή. Το καπνικό προϊόν αναπαύεται στο πλαστικό σταχτοδοχείο που θυμίζει παλιό καφενείο. Ο κάτοχος του σιγαρέτου κάθεται πίσω από το γραφείο του. Μια λευκή κόλλα στέκει μπροστά του και δυο προτομές, απομιμήσεις. Και οι δύο αναπαριστούν πρόσωπα γενειοφόρων αντρών. Το φως της λάμπας δεν καίει. Και όμως! Ο ήλιος έχει βιδωθεί στο ταβάνι του δωματίου. Δεν έχει σημασία πώς έγινε αυτό. Έγινε! Ο άνθρωπος της ιστορίας και της Ιστορίας απλά άπλωσε το χέρι στον ουρανό και κατέβασε το άσβεστο αστέρι. Ο ουρανός, όμως, δεν σκοτείνιασε αμέσως. Ένα κόκκινος χαρταετός, ελεύθερος, καρφώθηκε στα μαλλιά των σύννεφων και έδωσε το διάφανο ερυθρό που όλα τα βλέπει και όλα τα ζεσταίνει. Το λίκνισμα του καπνού σχεδόν ακινητοποιείται. Η μύτη του μολυβιού ετοιμάζεται να ξεγεννήσει τη λευκή σελίδα και από το αίμα της να γράψει «Ποίηση», «Αγώνας», «Σύντροφε», «Θρήνος», «Αγάπη», «Κομμουνισμός», «Λαός», «Πρωτομαγιά», «Αριστούργημα». Ο Γιάννης Ρίτσος γράφει, απαγγέλει, για τον ιερό καπνό των πληγωμένων μας ονείρων.
Το αίμα του μέσα στο ξεραμένο αίμα μας
Καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές, παίζει, σκόπιμα, ο δίσκος «Καπνισμένο Τσουκάλι». Διαβάζουμε στο ogdoo.gr και στο κείμενο που έγραψε ο Θανάσης Γιώγλου πως το «Καπνισμένο τσουκάλι» γράφτηκε από τον Γιάννη Ρίτσο στο Στρατόπεδο συγκέντρωσης πολιτικών κρατουμένων στο Κοντοπούλι της Λήμνου απ’ τον Δεκέμβριο του 1948 ως τον Φεβρουάριο του 1949. Το 1973, κατά τη διάρκεια των γεγονότων της Νομικής, μελοποιήθηκε από τον Χρήστο Λεοντή και το 1975 κυκλοφόρησε σε δίσκο από την Columbia με ερμηνευτές τον Νίκο Ξυλούρη, την Τάνια Τσανακλίδου και τον Βασίλη Μπαρνή. Ο ίδιος ο Γιάννης Ρίτσος διαβάζει αποσπάσματα του έργου. Και ύστερα η ματιά μας, το βλέμμα μας και η επίμονη σκέψη μας πάει στο βιβλίο «Τα Επικαιρικά» και στη φράση-οδηγό της συλλογής (που εμπεριέχεται στον τόμο) «Οι γειτονιές του κόσμου». Να τη λέει, γράφει, υποστηρίζει και κρατά σε χρόνο ενεστώτα ο ποιητής: Η ποίηση πρέπει να ναι/ένας οδηγός μάχης κι ευτυχίας/ένα όπλο στα χέρια του λαϊκού αγωνιστή/μια σημαία στα χέρια της Ελευθερίας. Και να πώς ο ιερός καπνός μένει κάτω από τα σύννεφα και με αυτόν ο άνθρωπος τυλίγει το όπλο του, την ποίηση, την κόψη του σπαθιού την τρομερή. Αυτά τα δύο στιγμιότυπα, τα δικά μας, τα δικά σας, τα παντοτινά, είναι ο Γιάννης Ρίτσος, είναι το αίμα του μέσα στο ξεραμένο αίμα μας. Ο ιερός καπνός σκάβει για εμάς προς τα πάνω και από τον λάκκο μας σηκωνόμαστε και βλέπουμε τον ποιητικό λόγο να μας καλεί, να μας χαιρετά. Οι λέξεις μας πάνε παρακάτω.
«Πατώντας» στα πρώτα, καθοριστικά, παιδικά χνάρια
Η αρχή όλων των ποιητικών στιγμών βρίσκεται στην παιδική ηλικία. Η αθωότητα και η αγνή ματιά ευθύνονται γι’ αυτό και ο Γιάννης Ρίτσος δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Αν θέλουμε να καταλάβουμε τον ποιητικό βίο του προσώπου, θα πρέπει να «πατήσουμε» στα πρώτα, τέτοια, χνάρια του. Η γέννηση ήρθε στις 14 Μαΐου 1909 στη Μονεμβασιά. Η ζωή του ήταν ανέφελη. Στη Μονεμβασιά, στα Τάλαντα ή στα Περιβόλια, όπου υπήρχαν κτήματα της οικογένειας, γινόταν ένα με τη φύση, κολυμπούσε, παρατηρούσε πουλιά και έντομα. Η αδερφή του, η Λούλα, έλεγε γι’ αυτόν πως ήταν ευαίσθητος, ζωηρός και ευγενικός με τα παιδιά της γειτονιάς.
Παραμύθια του έλεγε η γιαγιά του η Άννα αλλά κι ένας Μωραϊτης που είχε αναλάβει να προσέχει αυτόν και τη Λούλα μετά τη δολοφονία του παππού του Δημήτρη Ρίτσου το 1910. Πηγαίνοντας σχολείο τα πράγματα σκούρυναν. Προτιμούσε το παιχνίδι από τα μαθήματα, με αποτέλεσμα να βρίσκεται συχνότατα τιμωρημένος όρθιος στη γωνία. Τα τετράδια του των μαθηματικών ήταν γεμάτα με ήλιους και λουλούδια. «Έφτιαχνα μαργαρίτες και παπαρούνες σβήνοντας του αριθμούς», έλεγε ο ίδιος. Όσο για τις τιμωρίες του πρόσθετε: «Σαν να μ’ άρεσε να είμαι τιμωρημένος. Δεν αγαπούσα τους ανθρώπους που αρίστευαν στα πάντα. Θα πει ότι δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη κλίση». Και συμπλήρωνε: «Νομίζω πως ο άνθρωπος που δεν τιμωρήθηκε ποτέ στη ζωή του δεν ξέρει τι σημαίνει παραβίαση της απαγόρευσης. Κι επειδή η ζωή είναι γεμάτη απαγορεύσεις, έμαθα να δουλεύω την ποίηση, ξεπερνώντας τες».
Ό,τι δεν έμαθε στο σχολείο το βρήκε στη βιβλιοθήκη της μητέρας του, πλούσια σε λογοτεχνία αλλά και σε βιβλία που μετέφεραν το πνεύμα της Αριστεράς, κάτι που σαφέστατα ενοχλούσε τον πατέρα Ρίτσο. Η μητέρα του επέμεινε να μάθει ο μικρός Γιάννης μουσική και ξένες γλώσσες κι εκείνη επίσης τον έγραψε συνδρομητή στη Διάπλαση των Παίδων. Η ευαίσθητη φύση του σε συνδυασμό με το περιβάλλον που οικοδομούσε γύρω του η Ελευθερία Ρίτσου, τον οδήγησαν από νωρίς, ήδη από το 1917, να γράψει του πρώτους του στίχους.
Αυτή είναι η λιτή, ατελής, μα ουσιαστική για μας βιογραφία του Γιάννη Ρίτσου. Η επαφή με τη φύση, τα παραμύθια της γιαγιάς, η προτίμηση του παιχνιδιού αντί μαθημάτων στο σχολείο, η επιλογή της τιμωρίας και η συμβολή της μητέρας του έβαλαν τα θεμέλια του ανθρώπου-ποιητή Γιάννη Ρίτσου. Όσα ακολούθησαν μετά, εφηβικά, νεανικά, ενήλικα χρόνια, ήταν οι αγωγοί για να περάσουν οι νέες εμπειρίες, τα νέα ερεθίσματα, τα μεγάλα κοινωνικά/πολιτικά γεγονότα και να εδραιωθεί η πίστη στον άνθρωπο, στην αλληλεγγύη και στον διαρκή αγώνα για την κοινωνική δικαιοσύνη και ελευθερία. Ο ιερός καπνός φτάνει στις κορυφές του ποιητικού απόηχου και εμείς θα προσπαθήσουμε να ακολουθήσουμε, αποκωδικοποιήσουμε, την ποιητική διαδρομή του Γιάννη Ρίτσου.
Ο πιστός μας σύντροφος
Το ποιητικό έργο του Ρίτσου καθορίζεται από τον διαρρηγμένο χρόνο της ζωής του. Το πολιτικό του υπόβαθρο και η κοινωνική του συμμετοχή, ανησυχία, ενεργούν ως καταλυτικός παράγοντας πάνω στην ευαίσθητη, ουμανιστική, ταξική ματιά του. Ο ποιητής, όπως όλοι οι ομότεχνοί του, προσπαθούσε να καταλάβει τα γεγονότα της εποχής του και τη θέση των ανθρώπων σε αυτά. Η περίοδος, λοιπόν, που γράφει είναι γεμάτη από συμβάντα, καταστάσεις, που επανακαθορίζουν τον άνθρωπο στην ολότητά του. Στο εσωτερικό ταραχές, πολιτικές ανωμαλίες, κοινωνικές εξεγέρσεις, Κατοχή, Αντίσταση, Εμφύλιος, μετεμφυλιακή περίοδος με το μίσος των νικητών για τους ηττημένους να μένει άσβεστο, Αποστασία, χούντα των συνταγματαρχών, Πολυτεχνείο, εισβολή Τούρκων στην Κύπρο και μια δεκαετία Μεταπολίτευσης που όλα είναι λαμπερά και θολά την ίδια στιγμή.
Το προαναφερθέν πλαίσιο σαν να προκαλούσε τον Ρίτσο, σαν να τον καλούσε να πάρει θέση. Και αυτός πήρε θέση και έγραψε για όλα τα σημαντικά, κοινωνικά, πολιτικά, ιδεολογικά, γεγονότα, πρόσωπα, των χρόνων του. Η βιαιότητα και το αίσθημα του κατεπείγοντος στα όσα συνέβαιναν, δεν άφηναν τον χρόνο να κυλήσει ομαλά. Το χρονικό συνεχές ήταν διάτρητο από σφαίρες, αίμα, θάνατο, πένθος. Την ίδια στιγμή, η επιμονή της συνέχειας έδινε δίπλα σε αυτά τον ήλιο, την ανθοφορία, το θέατρο, την ελπίδα, τον έρωτα, τη συντροφιά, τη φιλία, την ελευθερία, τη δημοκρατία, τη λαοκρατία. Η ποίηση του Ρίτσου ένωσε τις δύο πλευρές βάζοντας τες απέναντι. Από τη μία Η σονάτα του σεληνόφωτος (1956) και από την άλλη ο Επιτάφιος (1936). Από τη μία Το τερατώδες αριστούργημα (1978) και από την άλλη Τα ερωτικά (1981). Από τη μία το 3 Χ 111 (1987) και από την άλλη Το υστερόγραφο της δόξας (1945). Ο Ρίτσος ακολουθούσε τον «τραυματισμένο» χρόνο και γιάτρευε τον πληγωμένο, εξωτερικό, εσωτερικό, χώρο. Και μέσα σε αυτή την προσπάθεια ήταν ολόψυχα και ο ίδιος, οι ιδέες του, το κόμμα του, η πίστη του, οι αντοχές, οι απογοητεύσεις, οι προσδοκίες του.
Η ποίηση του Ρίτσου είναι έντονα αφηγηματική, πολυφωνική, με τον τρόπο της επική, ελεγειακή, λυρική, ρομαντική, υπερρεαλιστική, υπόγεια και υπέργεια. Η εικονοποιία των στίχων και η προοπτική του λόγου γεμίζουν το άδειο παρόν και αναδεικνύουν το μέλλον και το παρελθόν. Στην ποίησή του το συναίσθημα δένεται με τον αντικειμενικό πολιτικό λόγο και με κάθε ανθρώπινή δυνατή-αδύναμη στιγμή. Ο ρυθμός των ποιημάτων σε καθηλώνει γιατί αποτυπώνει τον ρυθμό της ζωής όπως είναι: ασθμαίνων, ανήσυχος, οριακός, ανθεκτικός, κρυφά ήρεμος. Στην ποίησή του Ρίτσου η απουσία κρατά την υπόστασή της και ενδύεται τα αισθήματα, τις σάρκες, τις μνήμες, τις πληγές, τις επιβεβαιώσεις, τις διαψεύσεις και τα γερά πατήματα του ανθρώπου μαχητή. Ο Γιάννης Ρίτσος μας συντρόφεψε, μας συντροφεύει και θα μας συντροφεύει. Γιατί αυτό ήταν η ποίησή, ο πιστός μας σύντροφος.
Cover Photo: Χρήστος Ζωίδης
*Χρησιμοποιήθηκαν βιογραφικά στοιχεία από την έκδοση «Λέσχη Αθανάτων» Γιάννης Ρίτσος [Ελευθεροτυπία]
Διαβάστε τα προηγούμενα κείμενα για τους 12 Έλληνες του 20ου αιώνα