Κατερίνα Γώγου: Ποιήτρια της ζωής της
- Όταν οι άλλοι πίστεψαν ότι στάθηκαν στα πόδια τους, εσύ έφυγες
- Παιδί-θαύμα με ξύλινες τσέπες
- Το γκρίζο έρχεται από τις φωτιές του μέλλοντος
Ακόμη και τώρα ρε Κατερίνα, ακόμη και τώρα ακούω αντιδράσεις, βλέπω ενοχλήσεις, διαβάζω χαζομάρες και επίμονα ντουπου ντουπου σε πληκτρολόγια που ξέρουν να «δαγκώνουν» μόνο. Εσένα σε έχουν κατατάξει ως «επικίνδυνη», «ιδιόρρυθμη», «τρελή», «αγία των Εξαρχείων»…. Με το τελευταίο να ξέρεις γελώ. Εσύ αγία; Ποτέ! Αγωνίστρια, ναι. Αμαρτωλή; Πάντα! Ευαίσθητη και αγρίμι, έτσι σε γνώρισα, έτσι σε έμαθα και έτσι θα σε θυμάμαι. Οι στίχοι σου έγιναν της μόδας, μπλεχτήκαν σε πορείες και κυνηγητά και όλοι ψάχνουν το μυστικό του «Τρία κλικ αριστερά». Εγώ δεν σε είχα φίλη και δεν ξέρω αν έγινες μαύρο πουλί που πετάς πάνω από ταράτσες ετοιμόρροπων κτιρίων. Ξέρω ένα πράγμα, για μένα ανήκεις στους μεγάλους Έλληνες του περασμένου αιώνα. Και το λέω με πάθος και με φόβο, γιατί και συ με το πάθος πορεύτηκες και τον φόβο προσπαθούσες πάντα να νικήσεις.
Δεν με ενδιαφέρει η άποψη των λευκών κολάρων, των παντελονιών με τσάκιση και των αγωνιστικών περγαμηνών που πάντα ξέρουν τι θέλει, τι λέει, ο κόσμος, η κοινωνία. Σου απευθύνομαι στον ενικό και σου γράφω μέσα από ένα δωμάτιο που παλεύω να μη με «καταπιεί» με τις ανάγκες και τις παροχές του. Δεν ξέρω αν θα σε συναντήσω στα βιβλία και στα ποιήματά σου. Ξέρω μόνο ότι εσύ μου έδωσες το πιο απλό και πιο ουσιαστικό μάθημα αυτού του κόσμου και αυτής της κωλοζωής: σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος. Κατερίνα, ό,τι προηγήθηκε και ό,τι ακολουθήσει είναι για σένα.
Όταν οι άλλοι πίστεψαν ότι στάθηκαν στα πόδια τους, εσύ έφυγες
Κατερίνα, ξέρεις είναι δύσκολοι καιροί -και πότε δεν ήταν, ε;- και δεν θέλω να λέω ψέματα και να το παίζω ειδικός. Μέχρι σήμερα μαθαίνω τη ζωή και φυσικά εσένα. Το πρόσωπό σου και τη φωνή σου τα είδα και τα άκουσα στις ταινίες του Φίνου. Και ύστερα ο χρόνος «έτρεξε» και με βρήκε ο ποιητής Γιώργος Χρονάς. Θες να γράψεις για τη Γώγου, μου είπε. Είπα «ναι» κι ας μην ήξερα τα τρία κλικ, το ιδιώνυμο, το ξύλινο παλτό, τα Εξάρχεια, την καταστολή που βίωσες, τις προδοσίες, τα μαρξιστικά βιβλία που έκαψες. Έψαξα λοιπόν. Και τώρα ψάχνω και σε διαβάζω μέσα από τα ποιήματα, τις δηλώσεις, τα τραγούδια, τις εικόνες, την Παραγγελιά, τους δαίμονες που ροκανίζουν το πίσω μέρος του μυαλού μου.
Για να σου γράψω αυτό κείμενο δεν διάβασα πρώτα τα ποιήματα, ούτε είδα τις ταινίες. Διάβασα το βιβλίο «Κατερίνα Γώγου: Μου μοιάζει ο άνθρωπος μ’ έναν ήλιο που καίγεται μόνος του» (Εκδόσεις Καστανιώτη, επιμέλεια Ευτυχία Παναγιώτου). Εκεί ήταν τα λόγια σου τα αφιλτράριστα, τα «μη ποιητικά», τα ώριμα και ευαίσθητα. Συνεντεύξεις, κείμενα, ντοκουμέντα δικά σου. Και ξέρεις τι κατάλαβα; Δεν έγραφες, δεν έπαιζες, δεν μιλούσε για σένα και για το ταλέντο σου. Για τους άλλους, πάντα για τους άλλους νοιαζόσουν, δρούσες, πάντα για αυτούς που δεν είχαν τίποτα και είχαν κάτι δικό σου: ένα στίχο, μια ερμηνεία, μια επιστολή διαμαρτυρίας, μια εξομολόγηση, μια φωνή. Κατερίνα, δεν ξέρω τι θα κάνουμε εμείς, ούτε καν τι κάναμε, αλλά ξέρω τι έκανες εσύ: έζησες για τους άλλους και έφυγες όταν οι άλλοι πίστεψαν ότι στάθηκαν στα πόδια τους. Τελικά, ποτέ δεν κατάλαβαν, καταλάβαμε, ότι στο μυαλό είναι στόχος/το νου σου ε;

Παιδί-θαύμα με ξύλινες τσέπες
Κατερίνα βγήκες πολύ νωρίς στο σανίδι, στον χώρο του θεάματος, ακροάματος, του μοναχικού κλάματος. Παιδί θαύμα σε χαρακτηρίζανε. Από πέντε χρονών στο κουρμπέτι της διασκέδασης, ψυχαγωγίας, του λαού. Σαν τον Τσάπλιν, σαν το χαμίνι που έκλαιγε για να επιβιώσει και έγινε ο αλήτης σύντροφός μας. Οι ρόλοι σου στον παλιό «καλό» ελληνικό κινηματογράφο ήταν το ψωμί και τα τσιγάρα σου, η κερδισμένη έκπληξη του απαίδευτου και «σίγουρου» κοινού. Πίσω από το «φώτα-κάμερα-πάμε!» στεκόταν η πατρική φιγούρα που έδινε υλικά βλέμματα και αποστάσεις, και η μητρική που ήθελε να είναι ευλογημένη πριν την ώρα της. Η κόρη σου η Μυρτώ ήταν το άλιωτο κερί σου, η πιο αγνή σου πρόθεση, η ανόθευτη ελπίδα σου.
Τα καλύτερά σου χρόνια, αυτά που έχουν ξεφύγει από εμφυλίους, μετεμφυλιακά καθεστώτα, δικτατορίες, τα ζεις σε μια εποχή που όλα καταναλώνονται, όλα πουλιούνται και αγοράζονται. Ακόμα και τα ποιήματα! Και λίγο μετά τη Μεταπολίτευση αποφασίζεις να μη γίνεις «ποιήτρια», να μην ξεπουληθείς, κι ας φώναζαν όλα να κάνεις ακριβώς αυτό, να μη γράφεις, ενεργείς, κατόπιν παραγγελίας. Η πρώτη σου συλλογή, «Τρία κλικ αριστερά» (1978), ψάχνει τον χώρο και τον τόπο που δεν έχει μολυνθεί από το μικροαστικό, ναρκωμένο, τοξικό, δηλητήριο. Ψάχνεις τους ανθρώπους που στέκουν όρθιοι και ελπίζουν, οπλίζουν, τη φαλτσέτα ακονίζουν. Οι στίχοι εκτοξεύονται λες και είναι σάρκες που σκάνε και τα κομμάτια δέρματος, αίματος, οστών, γίνονται η κραυγή και το ουρλιαχτό σου. Ελεύθεροι στίχοι, σε ύφος, ροή, τρόπο απεύθυνσης. Σε αυτούς ο κόσμος βλέπει τον εαυτό του να ξεχνιέται με τάξη και ασφάλεια, να γυαλίζει τις μουσειακές αγωνιστικές περγαμηνές του, να επιλέγει Καραμανλή και όχι τανκς, να ακούει το μακρύ ζεϊμπέκικο του Σαββόπουλου και να περιμένει την αλλαγή της ψυχής του. Το βιβλίο γίνεται επιτυχία και εκδίδεται ξανά και ξανά (16 εκδόσεις). Δεν σου αρέσει, αλλά δεν γίνεται αλλιώς. Γράφεις και προχωράς.
Τρία χρονιά μετά (1980) στρέφεσαι εναντίον του ανομολόγητου, μα ενεργού, ιδιώνυμου. Η συλλογή σου με αυτό το όνομα στέκεται δίπλα στον αναρχικό σου εαυτό, στην ανατρεπτική του διάθεση και στη μοναξιά, τη μοναξιά μας. Ο καταναλωτισμός ορίζει το είναι μας και κάνει τη δράση διακοσμητικό αντικείμενο. Εσύ επιμένεις, κι ας ξέρεις… Πιάνεσαι από την κόρη σου, τη Μυρτώ και απ’ αυτούς που δεν καταθέτουν τα όπλα. Χάνεσαι στο όνειρο (σου) και μπερδεύεις την πραγματικότητα. Στη δική σου δεν αδιαφορείς, δεν φεύγεις, δεν παίρνεις το τρόλεϊ να πας σπίτι. Η μάνα σου λέει ότι είσαι ονειροπαρμένη, αλλά εσύ δεν μπορείς να ζήσεις, να πορευτείς αλλιώς. Η Ελλάδα μπαίνει στον κόσμο της δανεικής ευημερίας και ελπίζει πατώντας σε κοφτερές, τσιμεντένιες, διαδρομές. Εσύ παίρνεις δύναμη από τα παιδιά και γράφεις την κατακλείδα λέγοντας θα την αλλάξουμε τη ζωή!Παρ’ όλα αυτά, Μαρία. Οι στίχοι σου, η ελεύθερη αλήθεια σου, κυλάνε και πάλι ορμητικοί και αυτή η συλλογή κάνει 12 εκδόσεις.
Το «Ξύλινο παλτό (1982) ράβεται με αιμάτινες, οριστικές, κλωστές. Το συναίσθημα χωνεύεται από τη μοναξιά και οι άνθρωποι αλλάζουν χρώμα, η καρδιά προειδοποιεί για τον κίνδυνο και συ θυμάσαι τη δολοφονία του Παζολίνι. Καλά κάνεις. Η αλληλεγγύη δεν έχει χρόνο, μόνο ένα πρόσωπο. Ασκείσαι στη σιωπή, προχωράς στη ερημιά και βάφεσαι με τις αποχρώσεις του θανάτου σου. Αυτά είναι τα λόγια σου και τα λόγια πίσω από τα λόγια σου. Ξέρεις, νιώθεις, πως η κακόφημη φήμη σου σε πληγώνει και τα χρωματιστά γυαλάκια των εκδόσεων σε βάζουν δίπλα στους αριθμούς. Δεν έχεις τσέπες στο παλτό και προχωράς με το τίποτα και το πάντα. Οι τέχνες και τα γράμματα γίνανε ζωή και εσύ φεύγεις για να γίνει ποιήτρια της ζωής σου. Οι συνειρμοί σου είναι μελετημένοι, μπαρουτοκαπνισμένοι, εκρηκτικοί, λυτρωτικοί. Το «Ξύλινο παλτό» κάνει εφτά εκδόσεις και συ προχωράς χωρίς να περιμένεις «αντίο».

Το γκρίζο έρχεται από τις φωτιές του μέλλοντος
Ξέρω ότι έδωσες κι άλλα Κατερίνα. Το βιογραφικό σου αναφέρει «Απόντες» (1986), «Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών» (1986), «Νόστος» (1990), «Με λένε Οδύσσεια» (2002). Και είναι κι άλλα. Μικρά πεζά, σενάρια, φύλλα σαν ημερολογίου… Δεν θα το προχωρήσω όμως, δεν θα γίνω ο «καλύτερος» κριτής του εαυτού μου και ο χειρότερος δικός σου. Κοιτάω επίμονα τη φωτογραφία σου στο εξώφυλλο του βιβλίου «Τώρα να δούμε εσείς τι θα κάνετε. Ποιήματα 1978-2002» (Εκδόσεις Καστανιώτη). Μάλλον εσύ με κοιτάς και σαν να μου λες άσε με να φύγω, να βρω τους φίλους και την κόρη μου. Όχι άλλο ντουπου, ντούπου, σε παρακαλώ. Το μαύρο αποκαταστάθηκε για τα καλά και το άσπρο ρουφιέται και κοιμίζει εγκεφάλους, σώματα, φλέβες, βλέμματα. Το γκρίζο χρώμα που στέλνεις έρχεται από τις φωτιές του μέλλοντος Κατερίνα. Τώρα όλα σαπίζουν και μόνο τα δέντρα στα πεζοδρόμια επιμένουν. Και κάποια παιδιά. Ίσως. Δεν ξέρω. Ελπίζω. Με μπερδεύουν, πια, τα χαμόγελα, τα «κλικ», οι αγκαλιές και τα λαχανητά του απλήρωτου έρωτα, της κενής πορείας. Με μπερδεύει ο λαός και όλα όσα πήρα από τους γονείς και την παιδική μου ηλικία. Παλεύω με τον εαυτό μου και με τα ποιήματά σου, κάθε μέρα! Για δυο πράγματα είμαι σίγουρος: για τον σωματικό σου θάνατο, στις τρεις Οκτωβρίου 1993 (υπερβολική δόση χαπιών, αλκοόλ) και για το μυαλό που είναι στόχος, ο δικός τους και ο δικός μας. Φινάλε άκομψο, αλλά δικό μου, ελεύθερο. Γι’ αυτό, Κατερίνα, αντίο, από κάποιον που δεν γνώρισες.
Cover Photo: Χρήστος Ζωίδης
Διαβάστε τα προηγούμενα κείμενα για τους 12 Έλληνες του 20ου αιώνα
