Παναθηναϊκός: Ο Φόστερ είναι ο ορισμός του «Passion, Hunger, Drive»

Ο Γιώργος Κούβαρης γράφει για τον Μάρκους Φόστερ, υπογραμμίζει τους λόγους που επιλέχθηκε, τους λόγους που ταιριάζει «γάντι» στον Παναθηναϊκό αλλά και τους λόγους που εγκυμονούν το ενδεχόμενο της αποτυχίας.

Παναθηναϊκός: Ο Φόστερ είναι ο ορισμός του «Passion, Hunger, Drive»

Μαρκους Φόστερ λοιπόν. Στο άκουσμα του ονόματός του για λογαριασμό του Παναθηναϊκού και γνωρίζοντας την σεζόν που έχει κάνει στην Χάποελ Χολόν, αμέσως μου ήρθε στο μυαλό το τρίπτυχο που χρησιμοποιούσε κατά κόρον ο Ρικ Πιτίνο, μέχρι που έφτασε στο σημείο να το κάνει και μπλουζάκι: «Passion, Hunger, Drive». Δηλαδή πάθος, πείνα (για διακρίσεις) και θέληση (ή κίνητρο, διαλέγετε και παίρνετε).

Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι αυτά τα «τρία σε ένα» αντιπροσωπεύει και ο Αμερικανός γκαρντ που επέλεξε ο Γιώργος Βόβορας για την backcourt των «πρασίνων» ενόψει της νέας σεζόν.

Αν λάβουμε υπόψιν μας τα όσα είδαμε πέρυσι από τον Φόστερ στο Ισραήλ και στο BCL, τα όσα είπε στις πρώτες του δηλώσεις μετά την επίσημη ανακοίνωση της ΚΑΕ και τα όσα θα ζητάει ο 43χρονος προπονητής από τους παίκτες του, ο Αμερικανός (φαίνεται να) ταιριάζει... γάντι στο νέο project του Παναθηναϊκού.

Όμως ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά: Πάθος: Αν μη τι άλλο είναι έκδηλο σε κάθε του προσπάθεια. Είναι παίκτης που βγάζει τρομερή ενέργεια στο παρκέ, στηρίζεται στην αθλητικότητα και στη δύναμή του και δεν θα διστάσει να πάει στο «ένας εναντίον ενός» απέναντι σε καλούς, δυνατούς, αλλά και πιο ψηλούς αμυντικούς. Και αυτό το «πάθος» το επικοινωνεί και με το κοινό αφού δείχνει να παθιάζεται ύστερα από κάποια πετυχημένη του ενέργεια. Φυσικά ο Φόστερ καλύπτει σε μεγάλο βαθμό και την αθλητικότητα που ζητάει ο Βόβορας και αυτό είναι κάτι που τον βοηθάει και στις δύο πλευρές του παρκέ. Κρατήστε και το σουτ! Μπορεί να μην είναι ο... κλασσικός σουτέρ με όλη τη σημασία της λέξεως, αλλά είναι ένας σταθερός σουτέρ. Δεν θα εκβιάσει προσπάθειες όπως κάνουν οι κλασσικοί σουτέρ (σ.σ. βλέπε Φριντέτ ο οποίος... πρώτα κοιτούσε το σουτ και μετά που βρίσκεται ή πότε θα πάρει την πάσα), αλλά όταν θα τις πάρει μπορεί να σουτάρει με πολύ καλά ποσοστά. 

Πείνα για διακρίσεις: Είναι δυνατόν να κάνει το «μεγάλο βήμα» από μια μικρότερη ομάδα και από μια (παρά τα άλματα που κάνει κάθε χρόνο) υποδεέστερη διοργάνωση όπως είναι το BCL και να μην «πεινάει» για να διακριθεί στην EuroLeague; Ρητορικό το ερώτημα. Αμέσως-αμέσως η mentality του παίκτη έρχεται και εφαρμόζει στα «πράσινα» ζητούμενα, ικανοποιώντας πλήρως τον τρόπο που θέλουν στον Παναθηναϊκό να σκέφτονται οι παίκτες.

Θέληση-Κίνητρο: Θα σταθώ σε μια του δήλωση λίγο μετά την επίσημη ανακοίνωση της ΚΑΕ ο οποίος είπε χαρακτηριστικά: «Προσωπικά, έχω μεγάλο κίνητρο να προσφέρω στον Παναθηναϊκό». Bingo. Όταν ο παίκτης μπαίνει στο παρκέ και έχει από μόνος του κίνητρο (ασχέτως από τα κίνητρα που θα βάζει έτσι και αλλιώς επί καθημερινής βάσης ο Βόβορας), αυτομάτως συμπληρώνει το «παζλ» των όσων θέλουν και ψάχνουν στον Παναθηναϊκό τη δεδομένη χρονική στιγμή.

Σε πρώτη φάση φαίνεται να είναι μια «win-win» κατάσταση. Και ο Φόστερ θα επωφεληθεί και θα προσπαθήσει να κάνει το δικό του ξεπέταγμα «φτιάχνοντας» το δικό του όνομα στην EuroLeague αλλά και ο Παναθηναϊκός θα βγει κερδισμένος. Προσέξετε: Δεν λέω ότι θα μπαίνει ο Φόστερ στο παρκέ και θα σημειώνει 25 πόντους σε κάθε ματς και θα έχει 45% στα τρίποντα. Έτσι; Εννοώ ότι βάσει των απολαβών του (οι οποίες δεν θα ξεπεράσουν τα 300.000 δολάρια) και του γεγονότος ότι ο προκάτοχός του έπαιρνε τα εξαπλάσια χρήματα (!) το κέρδος θα είναι μεγαλύτερο από τη «ζημιά». Κρατήστε και αυτό: Για τον Φοστερ είχαν ενδιαφερθεί και άλλες ομάδες της EuroLeague αλλά ο Παναθηναϊκός κινήθηκε γρήγορα και εξασφάλισε την υπογραφή του. Ό,τι κι αν σημαίνει αυτό για την αξία του παίκτη.

Τώρα θα μου πείτε, «μα καλά, δεν υπάρχουν αρνητικά;» Φυσικά και υπάρχουν. Πρώτο και κυριότερο η απειρία του από μεγάλες διοργανώσεις, σκληρές άμυνες και από ένα πρωτάθλημα το οποίο μοιάζει με πραγματική... αρένα, παρά με αγώνες μπάσκετ. Θα μπορέσει να ανταποκριθεί στο υψηλότερο επίπεδο στην Ευρώπη; Θα μπορέσει να αντέξει τους κραδασμούς της EuroLeague; Θα μπορέσει να κατανοήσει στο 100% την τακτική; Θα μπορέσει να είναι έτοιμος προκειμένου να αντιμετωπίσει την παραμικρή λεπτομέρεια;

Για παράδειγμα ο Τζίμερ Φριντέτ (τον οποίο ομολογώ ότι πίστευα και ενδεχομένως να μπορούσε να δείξει περισσότερα αν είχε χρησιμοποιηθεί αλλιώς στην επίθεση, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία και όχι επί της παρούσης) δεν κατάφερε τίποτε απ' όλα αυτά με αποτέλεσμα να μετατραπεί σε έναν απλό ρολίστα. Ούτε και εκείνος είχε παραστάσεις από την EuroLeague. Βέβαια ο Φόστερ έχει γενικά από το ευρωπαϊκό μπάσκετ, αλλά... άλλο BCL και άλλο EuroLeague. Οπότε ας περιμένουμε να δούμε πώς και με ποιον τρόπο θα ανταποκριθεί.

Και δεν είναι μόνο αυτό. Μπορεί να είναι δυνατός, μπορεί να είναι αθλητικός, μπορεί να βγάζει ενέργεια, αλλά και εκείνος έχει τα... θεματάκια του στην άμυνα. Και αυτό δεν είναι κάτι που λέω εγώ, αλλά κάτι που είχε υποστηρίξει και ο πρώην προπονητής του στη Χολόν. Συγκεκριμένα ο Στέφανος Δέδας μας είχε πει μεταξύ άλλων ότι «στην άμυνα έχει το κορμί να παίξει. Από τη στιγμή που πήγα στη Χολόν βελτιώθηκε πολύ σε αυτό το κομμάτι και ειδικά στην άμυνα πάνω στη μπάλα. Είναι πολύ ανταγωνιστικός και του αρέσει να μαρκάρει τον καλό παίκτη. Αποκτάει κίνητρο. Όμως επειδή σε εμάς έπαιζε 35 λεπτά, θέλοντας και μη, έκλεβε λίγο στην άμυνα. Στον Παναθηναϊκό αυτό είναι κάτι που πρέπει να αλλάξει γιατί θα έχει και μεγαλύτερο ανταγωνισμό».

Στον Παναθηναϊκό όπως αντιλαμβάνεστε, δεν υπάρχουν περιθώρια για να «κλέβει» στην άμυνα ή να τον «κρύβει» ο Βόβορας. Δεν πρόκειται να παίζει 35 λεπτά και σίγουρα ο ρόλος του θα είναι τελείως διαφορετικός. Όπερ και σημαίνει, λοιπόν, ότι θα πρέπει να μπει σε άλλο αμυντικό καλούπι και να αποδεικνύεται χρήσιμος και στις δύο πλευρές του παρκέ. Αυτό είναι ένα κομμάτι που θα «δουλέψουν» στον Παναθηναϊκό κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας ώστε να μπορέσει το τεχνικό τιμ να πάρει το «μάξιμουμ» από τον παίκτη.

Όσο για το αποτέλεσμα στο παρκέ; Κανείς δεν μπορεί να βάλει το χέρι του στη φωτιά για τίποτα. Μπορεί ο Φόστερ να αποδειχθεί «λαβράκι» και «λίρα εκατό», μπορεί όμως και να μην προσαρμοστεί ποτέ φορώντας μια «βαριά» φανέλα με υψηλές απαιτήσεις.