Μακάμπι: Ποια είναι η εικόνα της πριν από τον Παναθηναϊκό
- Πολύ καλά δίποντα, πολύ κακό τρίποντο
- Η άμυνα είναι το μεγάλο πρόβλημα
- Κλαρκ και Μαντάρ δημιουργούν, Χόαρντ και Σόρκιν τελειώνουν
- Τα λάθη μειώθηκαν, αλλά δεν λύθηκε το πρόβλημα
- Τι φέρνει στο T-Center
Η Μακάμπι Τελ Αβίβ έχει ξεκινήσει τη φετινή Euroleague με δύο ήττες και, πριν από την αναμέτρηση της Παρασκευής (2/10) με τον Παναθηναϊκό στο T-Center, οι αριθμοί των δύο πρώτων αγωνιστικών δίνουν αρκετά καθαρή εικόνα για το πού βρίσκεται αυτή τη στιγμή η ομάδα του Όντεντ Κάτας.
Η αρχή έγινε στη Γαλλία, όπου η Μακάμπι ηττήθηκε από τη Βιλερμπάν με 84-74. Ακολούθησε το 93-109 από την Μπεσίκτας στο Βελιγράδι, σε ένα παιχνίδι που η τουρκική ομάδα πανηγύρισε την πρώτη νίκη της στην Euroleague ως νεοφερμένη στη διοργάνωση.
Σε δύο αγωνιστικές, λοιπόν, η Μακάμπι σκοράρει 83,5 πόντους κατά μέσο όρο, αλλά δέχεται 96,5. Η συνολική διαφορά είναι -26 πόντοι, δηλαδή -13 ανά παιχνίδι. Και αυτό ίσως είναι το πρώτο στοιχείο που αποτυπώνει καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο την εικόνα της.
Δεν πρόκειται για μια ομάδα που δεν μπορεί να σκοράρει. Το πρόβλημα βρίσκεται περισσότερο στην άλλη πλευρά του παρκέ.
Πολύ καλά δίποντα, πολύ κακό τρίποντο
Το πιο χαρακτηριστικό στατιστικό της Μακάμπι μετά τις δύο πρώτες αγωνιστικές είναι η απόσταση ανάμεσα στην αποτελεσματικότητά της στα δίποντα και στα τρίποντα.
Η ομάδα του Κάτας έχει 48/76 δίποντα, ποσοστό 63,2%. Πρόκειται για εξαιρετική επίδοση. Στη Βιλερμπάν είχε 21/34 (61,8%) και απέναντι στην Μπεσίκτας 27/42 (64,3%). Δηλαδή, σε δύο διαφορετικά παιχνίδια και απέναντι σε δύο διαφορετικούς αντιπάλους, η αποτελεσματικότητα κοντά στο καλάθι παρέμεινε σταθερά υψηλή.
Στην περιφέρεια, όμως, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Η Μακάμπι έχει μόλις 12/47 τρίποντα, δηλαδή 25,5%. Είχε 7/29 στη Γαλλία και 5/18 στο Βελιγράδι. Δεν πρόκειται, επομένως, για μια απλή κακή βραδιά. Σε 47 προσπάθειες από τα 6,75 μέτρα έχουν βρει στόχο μόλις οι 12.
Η διαφορά είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική αν δούμε τη συνολική παραγωγή: η Μακάμπι έχει 48 εύστοχα δίποντα και μόλις 12 τρίποντα. Για κάθε εύστοχο σουτ τριών πόντων έχει πετύχει τέσσερα δίποντα.
Αυτό εξηγεί και τον τρόπο με τον οποίο προσπαθεί να παράγει επιθετικά. Η ομάδα είναι πολύ πιο αποτελεσματική όταν μπορεί να επιτεθεί στο καλάθι, να βρει τους ψηλούς της και να δημιουργήσει μέσα από το ζωγραφιστό. Όταν, όμως, η αντίπαλη άμυνα περιορίζει αυτή την πρόσβαση, η έλλειψη σταθερής περιφερειακής απειλής γίνεται σημαντικό ζήτημα.
Η άμυνα είναι το μεγάλο πρόβλημα
Αν υπάρχει ένας αριθμός που ξεχωρίζει περισσότερο από όλους τους άλλους, αυτός είναι οι 96,5 πόντοι που δέχεται κατά μέσο όρο η Μακάμπι.
Στη Βιλερμπάν δέχθηκε 84 και στο Βελιγράδι 109. Η δεύτερη επίδοση είναι ασφαλώς πιο εντυπωσιακή, όμως το σημαντικό είναι ότι το πρόβλημα εμφανίστηκε και στα δύο παιχνίδια, ανεξάρτητα από τον ρυθμό και τη μορφή της αναμέτρησης.
Στη Γαλλία η Μακάμπι έχασε σε ένα παιχνίδι στους 84 πόντους. Στο Βελιγράδι, σε ένα πολύ πιο γρήγορο παιχνίδι, δέχθηκε 109. Άρα δεν μιλάμε μόνο για ένα ζήτημα ρυθμού. Η ομάδα δεν έχει καταφέρει ακόμη να επιβάλει σταθερά το δικό της αμυντικό πλάνο. Και μαζί με την άμυνα έρχεται και το ζήτημα των ριμπάουντ.
Στην πρώτη αγωνιστική η Μακάμπι πήρε 38 ριμπάουντ. Στη δεύτερη μόλις 25, από τα οποία 17 ήταν αμυντικά. Η πτώση των 13 ριμπάουντ από το ένα παιχνίδι στο άλλο είναι σημαντική, ειδικά από τη στιγμή που το δεύτερο παιχνίδι συνοδεύτηκε από 109 πόντους παθητικό.
Ο έλεγχος της κατοχής μετά το πρώτο σουτ του αντιπάλου είναι επομένως ένα από τα σημεία που θα χρειαστεί να βελτιώσει άμεσα.
Κλαρκ και Μαντάρ δημιουργούν, Χόαρντ και Σόρκιν τελειώνουν
Μέσα σε αυτή την εικόνα υπάρχουν, πάντως, αρκετά θετικά στοιχεία. Ο Τζίμι Κλαρκ έχει 24 πόντους και 11 ασίστ στα δύο πρώτα παιχνίδια, ενώ ο Γιαμ Μαντάρ προσθέτει 19 πόντους και 14 ασίστ. Οι δύο τους έχουν συνολικά 25 ασίστ και αποτελούν σημαντικό κομμάτι της δημιουργίας της Μακάμπι.
Ειδικά ο Μαντάρ έχει ξεκινήσει με 7 ασίστ ανά αγώνα, ενώ ο Κλαρκ έχει 5,5. Πρόκειται για δύο παίκτες που μπορούν να δημιουργήσουν καταστάσεις για τους συμπαίκτες τους και να λειτουργήσουν ως σύνδεσμος ανάμεσα στην περιφέρεια και το παιχνίδι κοντά στο καλάθι.
Στην εκτέλεση, ο Τζέιλεν Χόαρντ έχει 23 πόντους και 9 ριμπάουντ στα δύο παιχνίδια, ενώ ο Ρόμαν Σόρκιν έχει 22 πόντους με 9/12 δίποντα. Ο Σόρκιν, δηλαδή, σουτάρει με 75% στα δίποντα, επιβεβαιώνοντας τη γενικότερη τάση της ομάδας να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική κοντά στο καλάθι.
Ο Ντάνιελ Τάις έχει 18 πόντους και 23 συνολικά στο PIR, ενώ παράλληλα έχει 7/7 βολές. Η παρουσία του δίνει στη Μακάμπι έναν ακόμη παίκτη που μπορεί να προσφέρει μέσα στη ρακέτα.
Τα λάθη μειώθηκαν, αλλά δεν λύθηκε το πρόβλημα
Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο είναι η διαφορά στα λάθη. Στη Βιλερμπάν η Μακάμπι έκανε 20 λάθη, ενώ απέναντι στην Μπεσίκτας περιορίστηκε στα 12. Η βελτίωση είναι σημαντική, αλλά δεν μεταφράστηκε σε καλύτερο αποτέλεσμα, αφού στο ίδιο παιχνίδι η άμυνα κατέρρευσε και η ομάδα δέχθηκε 109 πόντους. Αυτό δείχνει ότι το πρόβλημα της Μακάμπι δεν είναι μονοδιάστατο.
Δεν αρκεί να προστατεύσει την μπάλα. Χρειάζεται παράλληλα να ελέγξει τα ριμπάουντ, να περιορίσει την παραγωγή του αντιπάλου και να βρει μεγαλύτερη ισορροπία στην επίθεση.
Τι φέρνει στο T-Center
Η Μακάμπι φτάνει στην αναμέτρηση με τον Παναθηναϊκό έχοντας ήδη δώσει δύο διαφορετικού τύπου παιχνίδια και χάνοντας και τα δύο.
Απέναντι στη Βιλερμπάν είχε καλύτερο έλεγχο των ριμπάουντ, αλλά 20 λάθη και μόλις 24,1% στο τρίποντο. Απέναντι στην Μπεσίκτας περιόρισε τα λάθη της, όμως πήρε μόλις 25 ριμπάουντ και δέχθηκε 109 πόντους.
Το κοινό σημείο και των δύο αναμετρήσεων είναι η χαμηλή επίδοση από την περιφέρεια και η δυσκολία να κρατήσει τον αντίπαλο σε χαμηλότερη παραγωγή.
Για τον Παναθηναϊκό, επομένως, τα στατιστικά της Μακάμπι δείχνουν τρία σημεία που θα έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Πρώτον, το κατά πόσο η Μακάμπι θα μπορέσει να συνεχίσει να εκμεταλλεύεται το εξαιρετικό 63,2% στα δίποντα απέναντι σε μια άμυνα που θα επιχειρήσει να της περιορίσει την πρόσβαση στο καλάθι.
Δεύτερον, το αν θα μπορέσει να βελτιώσει το 25,5% από το τρίποντο. Σε δύο αγωνιστικές έχει ήδη πάρει 47 προσπάθειες από την περιφέρεια, άρα δεν πρόκειται για απουσία επιθετικής πρόθεσης. Πρόκειται κυρίως για ζήτημα αποτελεσματικότητας.
Και τρίτον, το αμυντικό της πρόσωπο. Οι 96,5 πόντοι παθητικό είναι μέχρι στιγμής ο αριθμός που χαρακτηρίζει περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο το 0/2.
Η εικόνα, λοιπόν, μιας Μακάμπι που έρχεται στο T-Center με δύο ήττες δεν είναι αυτή μιας ομάδας χωρίς επιθετικές λύσεις. Είναι περισσότερο η εικόνα μιας ομάδας που έχει ήδη δείξει ότι μπορεί να παράγει αποτελεσματικά κοντά στο καλάθι, αλλά δεν έχει βρει ακόμη την απαιτούμενη ισορροπία ανάμεσα στο τρίποντο, την άμυνα, το ριμπάουντ και τον έλεγχο του ρυθμού.
Και απέναντι στον Παναθηναϊκό, αυτή η ισορροπία θα είναι ένα από τα βασικά στοιχεία της αναμέτρησης.
Διάβασε όλα τα τελευταία νέα της αθλητικής επικαιρότητας. Μάθε για όλους τους live αγώνες σήμερα και δες τις αθλητικές μεταδόσεις της ημέρας και της εβδομάδας μέσα από το υπερπλήρες Πρόγραμμα TV του Gazzetta. Ακολούθησέ μας και στο Google News.