Το καλοκαίρι των τραυμάτων ολοκληρώνεται με ψήγματα αισιοδοξίας για τον Παναθηναϊκό

Χτίζοντας μέσα σε κρατήρα

Ο Νίκος Παπαδογιάννης ψηλαφίζει το παζλ του νέου Παναθηναϊκού, αναλύει τα πλεονεκτήματα και προειδοποιεί τους αιθεροβάμονες.

παο

Η τελευταία σκηνή του σεναρίου με το πράσινο εξώφυλλο χάλασε λίγο τη γεύση. Από τον Νίκολα Λαπροβίτολα στον Πιερ Τζάκσον, η απόσταση είναι –δυστυχώς για τον Παναθηναϊκό- αρκετά μεγάλη.

Ο Αργεντινός απέδειξε όταν είχε την ευκαιρία ότι μπορεί να παίξει το ρόλο του floor general (αυτόν που φαίνεται ότι θα του χρεώσει η Ρεάλ για τη νέα σεζόν), αλλά ο Τζάκσον βγήκε από χαμηλότερο ράφι. Στις καλές του μέρες, θυμίζει τον Ταϊρίς Ράις.

Ωστόσο, ο Ράις δεν ήταν παρά ο αναπληρωματικός πόιντ-γκαρντ του περυσινού Παναθηναϊκού, περισσότερο σκόρερ παρά κουμανταδόρος και με κάμποσες μαύρες τρύπες στην απόδοσή του. Για τον βασικό πλέι-μέικερ μίας φιλόδοξης ομάδας δεν υπάρχουν τέτοιες πολυτέλειες.

Ας μην είμαστε, όμως, άδικοι. Η αρχή του καλοκαιριού βρήκε τον Παναθηναϊκό ακέφαλο σε όλα τα επίπεδα: διοικητικό με την αποχώρηση του Δημήτρη Γιαννακόπουλου, προπονητικό με τη φυγή Πιτίνο, αγωνιστικό μετά το συναινετικό διαζύγιο με τον Καλάθη.

Η γη πάνω στην οποία κλήθηκαν να ακροβατήσουν οι επίγονοι ήταν όχι απλώς καμένη, αλλά κανονικός κρατήρας. Σαν να μην έφταναν τα υπόλοιπα προβλήματα, ήρθε η πανδημία να προκαλέσει απώλεια στήριξης σε ό,τι αφορά τα προσδοκώμενα έσοδα της επόμενης σεζόν.

Στις αρχές Ιουνίου, δεν υπήρχε ούτε ψήγμα αισιοδοξίας. Μοναδική σωτηρία για το μαγαζί που κατέρρεε ήταν η νοικοκυροσύνη. Και η γνώση.

Το βαρύ όνομα του Παναθηναϊκού στην αγορά ίσως να έπαιξε ρόλο για να κλείσουν κάποιες μεταγραφές που υπό άλλες συνθήκες θα έμοιαζαν δύσκολες. Περισσότερο, όμως, οι «πράσινοι» πόνταραν στα στοιχεία που ευνοούν όσους υποχρεώνονται να ψωνίσουν από το καλάθι.

Έψαξαν παίκτες με κίνητρο, δίψα, πείρα και αθλητικά προσόντα, προσπερνώντας τους συνταξιούχους και τα κούφια ονόματα τύπου Φρεντέτ. Κινήθηκαν αθόρυβα και πόνταραν σε άυλα επιχειρήματα, όπως η αγάπη του Σαντ-Ρόος για την τόσο γνώριμη Αθήνα.

Στο πρόσωπο του Νέντοβιτς βρήκαν έναν γκαρντ με στόφα συγκρίσιμη με αυτή του Καλάθη, αλλά και αστερίσκους που μείωσαν το κασέ του. Εγκατέλειψαν τη συνταγή ΝτεΣόν Τόμας (λόου ποστ, τρίποντο, κακή άμυνα) και στρατολόγησαν για τη θέση «4» έναν παίκτη ικανό να επηρεάσει την εναέρια κυκλοφορία χωρίς να είναι ξυλοκόπος (Ουάιτ).

Η μετριότητα των Τζάκσον, Φόστερ χαμηλώνει λίγο τον πήχη της ποιότητας στην περίμετρο, αλλά δεν νομίζω ότι η καλή πεντάδα του Παναθηναϊκού περιλαμβάνει κάποιον από αυτούς.

Όταν μιλάμε για μπάσκετ του 2020, το βασικό περιφερειακό δίδυμο δίπλα στον αναντικατάστατο Παπαπέτρου είναι Νέντοβιτς, Σαντ-Ρόος: υψηλόσωμο, δυναμικό, αμυντικά ισχυρό. Οι ελλείψεις στο playmaking και το μέτριο σουτ αναγκαστικά περνούν σε δεύτερο πλάνο.

Ο πολυσύνθετος Κουβανός θα αποτελέσει κλειδί στα σχέδια του Γιώργου Βόβορα και θα είναι έκπληξη αν η συμμετοχή του πέσει κάτω από τα 32 λεπτά. Η ικανότητά του να καλύψει πολλές διαφορετικές θέσεις είναι σπάνιο προσόν.

Πέραν του Καλάθη, του Τόμας και του αινιγματικού Ράις, ο Παναθηναϊκός έχασε παίκτες με ελάχιστη επιρροή στο παιχνίδι του. Μου φαίνεται απίθανο να προσφέρει ο Ζακ Όγκαστ λιγότερα από τον Ουάιλι ή ο Λευτέρης Μποχωρίδης λιγότερα από τον Παππά.

Οι 3,4 πόντοι και τα 15 λεπτά συμμετοχής του Ουέσλεϊ Τζόνσον κόστισαν στον Παναθηναϊκό πάνω από 700 χιλιάρικα, ενώ ο Λεωνίδας Κασελάκης θα τους δώσει σχεδόν τζάμπα.

Μέσα σε ένα καλοκαίρι, ο Παναθηναϊκός στρατολόγησε αθόρυβα δίπλα στους Παπαπέτρου, Παπαγιάννη, Μήτογλου τέσσερα δυνάμει μέλη της Εθνικής ομάδας (μαζί με τον Καλαϊτζάκη), ενισχύοντας τον εγχώριο πυρήνα του και επιβραβεύοντας παίκτες αδικημένους από την πραγματικότητα του ελληνικού μπάσκετ.

Το τιμόνι από τον Πιτίνο παρέλαβε ένα προπονητικό τιμ, που ασπάζεται την ελληνική σχολή χωρίς να την έχει δογματικό ευαγγέλιο δίπλα στο καντήλι του. Ούτε αυτό είναι συνηθισμένο φαινόμενο.

Ο χειρότερος εχθρός του νέου Παναθηναϊκού είναι ο εαυτός του. Η βαριά του φανέλα και οι προσδοκίες που δημιουργούνται με κάθε ματιά στα έξι αστέρια.

Το ρόστερ του 2020-1 μοιάζει καλό, αλλά ουδείς δικαιούται να περιμένει θαύματα από μία ομάδα που μόλις έχασε τον κορυφαίο παίκτη της.

Οι στρουθοκάμηλοι της κερκίδας στραβοκοίταζαν τον Νικ Καλάθη όταν τον έβλεπαν να εκτοξεύει τούβλα από τη γραμμή του τρίποντου ή της προσωπικής, αλλά θα τον εκτιμήσουν μια και καλή τώρα που αυτός θα λείπει.

Ο Καλάθης έδινε στον Παναθηναϊκό δημιουργία, σκοράρισμα, άμυνα, ριμπάουντ, ηγετική ικανότητα, προσωπικότητα, μπρίο, φαντασία, χαμαλίκι, τα πάντα όλα. Το 50 τοις εκατό της δύναμης της ομάδας, αν πρέπει να μιλήσουμε με νούμερα.

Πριν από αυτόν, υπήρχε η σουπερνόβα Διαμαντίδης, που επέστρεψε στις επάλξεις αλλά με πολιτική φορεσιά. Κοντεύουν δύο δεκαετίες, από την τελευταία φορά που εμφανίστηκε Παναθηναϊκός χωρίς μεγάλο γκαρντ στην εμπροσθοφυλακή και χωρίς πρωτοκλασάτο προπονητή στον πάγκο.

Όσοι αντιμετωπίσουν την επόμενη μέρα με υπομονή και τα πόδια καρφωμένα στο έδαφος, μπορεί να ανταμειφθούν. Εκείνοι που περιμένουν τη νέα σεζόν εγκατεστημένοι στα σύννεφα, καλά θα κάνουν να ετοιμάσουν στρώματα και μαξιλάρια.