Δανία: Το γερμανικό υποβρύχιο που βυθίστηκε το 1917 και εξακολουθεί να απελευθερώνει TNT στη θάλασσα

Επιμέλεια:  Κωνσταντίνα Βεργώνη
Δανία: Το γερμανικό υποβρύχιο που βυθίστηκε το 1917 και εξακολουθεί να απελευθερώνει TNT στη θάλασσα
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του gazzetta.gr στην Google
Το γερμανικό υποβρύχιο UC-30 βυθίστηκε το 1917 μεταφέροντας νάρκες και τορπίλες. Έναν αιώνα αργότερα, ίχνη εκρηκτικών εντοπίζονται στο νερό και στη θαλάσσια ζωή.

Το ναυάγιο ενός γερμανικού υποβρυχίου που βυθίστηκε κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου εξακολουθεί να επιβαρύνει το θαλάσσιο περιβάλλον, περισσότερο από έναν αιώνα μετά. Ερευνητές εντόπισαν ίχνη TNT στο νερό, στον βυθό και σε θαλάσσιους οργανισμούς γύρω από το UC-30, αναδεικνύοντας τους κινδύνους που κρύβουν τα παλιά πολεμικά ναυάγια.

Το υποβρύχιο βυθίστηκε στις 19 Απριλίου 1917, κοντά στο νησί Ρόμε της Δανίας, όταν προσέκρουσε σε βρετανική νάρκη. Και τα 27 μέλη του πληρώματος έχασαν τη ζωή τους, ενώ στο σκάφος παρέμειναν 18 νάρκες και έξι τορπίλες.

Το ναυάγιο εντοπίστηκε σχεδόν έναν αιώνα αργότερα

Το UC-30 επέστρεφε στη Γερμανία, αφού είχε εγκαταλείψει αποστολή προς την Ιρλανδία λόγω προβλημάτων στους κινητήρες του. Η πορεία της επιστροφής, ωστόσο, αποδείχθηκε μοιραία. Τα συντρίμμια παρέμειναν στον βυθό χωρίς να έχουν εντοπιστεί για δεκαετίες. Το 2016, ο Δανός δύτης Gert Normann Andersen ανακάλυψε το ναυάγιο, φέρνοντας ξανά στο προσκήνιο το επικίνδυνο φορτίο που εξακολουθούσε να βρίσκεται μέσα του. Η κατάστασή του αποτέλεσε αντικείμενο επιστημονικής έρευνας στο πλαίσιο του προγράμματος NorthSeaWrecks. Ερευνητές του Πανεπιστημίου του Άαρχους συνεργάστηκαν με δύτες του Ναυτικού της Δανίας, οι οποίοι συνέλεξαν δείγματα νερού, ιζημάτων και θαλάσσιων οργανισμών από το ναυάγιο και την ευρύτερη περιοχή.

Οι αναλύσεις αποκάλυψαν την παρουσία TNT, δηλαδή τρινιτροτολουολίου, μιας εκρηκτικής χημικής ουσίας που χρησιμοποιείται σε πυρομαχικά. Τα ίχνη εντοπίστηκαν στο νερό, στα ιζήματα του βυθού και σε θαλάσσιους οργανισμούς που ζουν κοντά στο υποβρύχιο. Καθώς τα μεταλλικά περιβλήματα των πυρομαχικών διαβρώνονται από την παρατεταμένη έκθεση στο θαλασσινό νερό, οι ουσίες που περιέχουν μπορούν να διαρρεύσουν στο περιβάλλον. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η ρύπανση γύρω από το συγκεκριμένο ναυάγιο είναι προς το παρόν σχετικά περιορισμένη, αλλά ενδέχεται να επιδεινωθεί όσο η διάβρωση προχωρά και περισσότερα εκρηκτικά υλικά εκτίθενται στο νερό.

 

Για να μελετήσουν τις πιθανές επιπτώσεις, οι ερευνητές εξέτασαν και μύδια του είδους Mytilus edulis. Στο πλαίσιο της μελέτης τοποθέτησαν μύδια σε κλωβούς πάνω σε τρία πολεμικά ναυάγια στη Βόρεια Θάλασσα και τα παρακολούθησαν για αρκετές εβδομάδες.Στα μύδια που εκτέθηκαν στο περιβάλλον του UC-30 καταγράφηκαν αυξημένες συγκεντρώσεις TNT και σχετικών χημικών ενώσεων, καθώς και ενδείξεις οξειδωτικού στρες και μεταβολών στη λειτουργία ενζύμων που συμμετέχουν στην αποτοξίνωση των κυττάρων. Τα ευρήματα δείχνουν ότι τα παλιά πυρομαχικά μπορούν να προκαλούν επιπτώσεις στους θαλάσσιους οργανισμούς, ακόμη και όταν δεν υπάρχει κάποιο ορατό περιστατικό ρύπανσης. Η έρευνα δημοσιεύτηκε το 2026 στο επιστημονικό περιοδικό Marine Pollution Bulletin.

Γιατί δεν απομακρύνονται απλώς τα πυρομαχικά;

Η απομάκρυνση των παλιών πυρομαχικών από τον βυθό δεν είναι απλή υπόθεση. Η διάβρωση δυσκολεύει τον ασφαλή χειρισμό τους, ενώ κάθε επιχείρηση ανάκτησης απαιτεί ειδικό εξοπλισμό, λεπτομερή αξιολόγηση και σημαντικούς πόρους.

Ούτε η ελεγχόμενη έκρηξη αποτελεί πάντα ασφαλή λύση. Ανάλογα με τις συνθήκες του βυθού και τα θαλάσσια ρεύματα, μπορεί να διασπείρει τις ρυπογόνες ουσίες και να επιδεινώσει την περιβαλλοντική επιβάρυνση. Το UC-30 δεν είναι, άλλωστε, το μοναδικό ναυάγιο που προκαλεί ανησυχία. Σύμφωνα με στοιχεία που παρατίθενται στην έρευνα του Πανεπιστημίου του Άαρχους, στα δανικά ύδατα έχουν καταγραφεί περισσότερα από 10.000 ναυάγια, περίπου το 15% των οποίων συνδέεται με τις περιόδους των δύο Παγκόσμιων Πολέμων. Οι επιστήμονες εξετάζουν πλέον τρόπους χαρτογράφησης των επικίνδυνων πυρομαχικών με τη χρήση ρομποτικών συστημάτων, ώστε να εντοπίζονται τα ναυάγια που συνιστούν τη μεγαλύτερη περιβαλλοντική απειλή και να αξιολογείται αν απαιτείται παρέμβαση.

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΕΤΑΙ