Το 1859 άφησαν 13 ευρωπαϊκά κουνέλια στην Αυστραλία: Μέχρι σήμερα πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες οικολογικές κρίσεις

Επιμέλεια:  Σπύρος Κορωνάκης
Το 1859 άφησαν 13 ευρωπαϊκά κουνέλια στην Αυστραλία: Μέχρι σήμερα πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες οικολογικές κρίσεις
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του gazzetta.gr στην Google
Φράχτες χιλιάδων χιλιομέτρων και δύο διαφορετικοί ιοί επιστρατεύτηκαν στην Αυστραλία για τον έλεγχο των κουνελιών, όμως η προσαρμογή τους διατήρησε το πρόβλημα.

Μια πρωτοβουλία που ξεκίνησε ως τρόπος διασκέδασης για τους λάτρεις του κυνηγιού εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα οικολογικής ανισορροπίας. Η εισαγωγή ευρωπαϊκών κουνελιών στην Αυστραλία οδήγησε σε ανεξέλεγκτη εξάπλωση, με σοβαρές συνέπειες για τη γεωργία, τη βλάστηση και τα φυσικά οικοσυστήματα της χώρας. Σήμερα, εκτιμάται ότι τουλάχιστον 150 εκατομμύρια άγρια κουνέλια ζουν στην ήπειρο, αποτελώντας διαρκή πρόκληση για την προστασία της βιοποικιλότητας.

Παρότι κουνέλια είχαν φτάσει στην Αυστραλία ήδη από το 1788, με τον πρώτο βρετανικό στόλο, η καθοριστική εξέλιξη σημειώθηκε τα Χριστούγεννα του 1859, όταν, ο Thomas Austin, Άγγλος γαιοκτήμονας που ζούσε στην πολιτεία της Βικτώριας, απελευθέρωσε 13 άγρια κουνέλια στην ιδιοκτησία του, στο Barwon Park. Στόχος του ήταν να μπορεί να τα κυνηγά μαζί με τους φίλους του, όπως συνηθιζόταν στην πατρίδα του.

Η ανεξέλεγκτη εξάπλωση και οι επιπτώσεις στο περιβάλλον

Ο πληθυσμός των κουνελιών αυξήθηκε με εντυπωσιακή ταχύτητα, και μέσα σε μόλις επτά χρόνια, κυνηγοί είχαν ήδη σκοτώσει 14.000 κουνέλια στην ιδιοκτησία του Austin. Τα ζώα εξαπλώθηκαν γρήγορα πέρα από τα όρια του κτήματος, ενώ το 1880 είχαν φτάσει στη Νέα Νότια Ουαλία, έχοντας διασχίσει τον ποταμό Μάρεϊ. Ακολούθησαν το Κουίνσλαντ το 1886 και η Δυτική Αυστραλία το 1894. Μέσα σε λιγότερες από τέσσερις δεκαετίες, είχαν καλύψει τεράστιες αποστάσεις, ενώ τις επόμενες δεκαετίες εξαπλώθηκαν σχεδόν σε ολόκληρη την ήπειρο.

Οι συνέπειες ήταν σημαντικές τόσο για το περιβάλλον όσο και για την αγροτική παραγωγή, καθώς τα κουνέλια κατανάλωναν μεγάλες ποσότητες αυτοφυούς βλάστησης, βοσκοτόπων και καλλιεργειών, περιορίζοντας την τροφή που ήταν διαθέσιμη για άλλα είδη και προκαλώντας ζημιές στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις. Παράλληλα, η απώλεια της φυτικής κάλυψης άφηνε το έδαφος εκτεθειμένο στη διάβρωση, επιδεινώνοντας την υποβάθμιση των εδαφών. Οι πρώτες προσπάθειες αντιμετώπισης περιλάμβαναν την κατασκευή εκτεταμένων φραχτών, με σκοπό να εμποδίσουν την εξάπλωση των ζώων. Ένα από τα γνωστότερα έργα ήταν ένας φράχτης μήκους 3.256 χιλιομέτρων στη Δυτική Αυστραλία, ο οποίος κατασκευάστηκε από το 1901 έως το 1907 και διέσχιζε την πολιτεία από βορρά προς νότο.

 

Ωστόσο, οι φράχτες δεν έφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα, αφού σε ορισμένες περιπτώσεις, τα κουνέλια είχαν ήδη εγκατασταθεί στις περιοχές που επιχειρούσαν να προστατεύσουν οι αρχές, ενώ μπορούσαν να περνούν μέσα από ανοίγματα στις κατασκευές. Ούτε οι παγίδες, ούτε οι προσπάθειες εξόντωσης με δηλητήρια κατάφεραν να περιορίσουν αποτελεσματικά τον πληθυσμό, ο οποίος εκτιμάται ότι έφτασε τα 600 εκατομμύρια τη δεκαετία του 1940.

Κουνέλια στην Αυστραλία

Οι ιοί που περιόρισαν τον πληθυσμό, αλλά δεν έδωσαν οριστική λύση

Η πιο αποτελεσματική παρέμβαση ήρθε το 1950, όταν επιστήμονες του αυστραλιανού οργανισμού CSIRO απελευθέρωσαν τον ιό της μυξωμάτωσης στον πληθυσμό των άγριων κουνελιών. Η ασθένεια μεταδίδεται κυρίως μέσω τσιμπημάτων κουνουπιών και είναι συχνά θανατηφόρα για τα ζώα που προσβάλλονται. Η εξάπλωσή της οδήγησε στον θάνατο περίπου 500 εκατομμυρίων κουνελιών, αποτελώντας μία από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις βιολογικού ελέγχου στην ιστορία της χώρας. Η επιτυχία, ωστόσο, δεν ήταν μόνιμη. Με την πάροδο του χρόνου, τα κουνέλια ανέπτυξαν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στη μυξωμάτωση, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός τους να αρχίσει να ανακάμπτει.

Το 1995 οι επιστήμονες εισήγαγαν έναν ακόμη ιό, που προκαλεί την αιμορραγική νόσο των κουνελιών και είναι γνωστός ως καλυκοϊός, επιδιώκοντας να μειώσουν ξανά τους αριθμούς τους, αλλά και σε αυτή την περίπτωση, όμως, εμφανίστηκαν μορφές ανθεκτικότητας. Περισσότερα από 160 χρόνια μετά την απελευθέρωση των πρώτων 13 κουνελιών, η Αυστραλία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις συνέπειες της εισαγωγής ενός ξενικού είδους. Η ιστορία αυτή αναδεικνύει πόσο δύσκολο μπορεί να είναι να αναστραφεί μια οικολογική ανατροπή, όταν ένα είδος εγκαθίσταται και εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα σε ένα νέο περιβάλλον.

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΕΤΑΙ