Ο Ιταλός ιερέας που πούλησε 12.000 πιράνχας στην Ευρώπη: Με τα χρήματα άλλαξε έναν ολόκληρο χωριό στον Αμαζόνιο
Το 1970, ένας Ιταλός Ιησουίτης έφτασε στη Βραζιλία και λίγα χρόνια αργότερα βρέθηκε σε ένα από τα πιο απομονωμένα σημεία του Αμαζονίου. Στο νησί Μαραζό, στις εκβολές του Αμαζονίου, ο Τζοβάνι Γκάλο αντίκρισε μια κοινότητα με ελάχιστες υποδομές, δύσκολη πρόσβαση και σχεδόν ανύπαρκτες οικονομικές ευκαιρίες. Η λύση που σκέφτηκε ήταν τόσο παράξενη όσο και αποτελεσματική: να μετατρέψει τα πιράνχας που οι ψαράδες θεωρούσαν σχεδόν άχρηστα σε προϊόν που θα μπορούσε να πουληθεί στην Ευρώπη.
Στη Βίλα ντε Ζενιπάπο, κοντά στον ποταμό Αράρι, ο Γκάλο δημιούργησε ένα μικρό εργαστήριο και έμαθε στις γυναίκες της κοινότητας πώς να ταριχεύουν και να διατηρούν τα πιράνχας. Τα ψάρια συλλέγονταν από τα δίχτυα των ψαράδων και στη συνέχεια μετατρέπονταν σε διακοσμητικά αντικείμενα. Μέσω των επαφών που είχε κρατήσει στην Ευρώπη, ο Ιταλός ιερέας κατάφερε να στείλει περίπου 12.000 τέτοια δείγματα στην Ευρώπη.
Το σχέδιο με τα πιράνχας
Τα χρήματα δεν έμειναν στον Γκάλο. Το λεγόμενο «Σχέδιο Πιράνχα» αποτέλεσε ένα από τα εργαλεία με τα οποία προσπάθησε να αλλάξει την καθημερινότητα της κοινότητας. Με τα έσοδα χρηματοδοτήθηκαν υποδομές που μέχρι τότε έμοιαζαν πολυτέλεια για την περιοχή: περίπου 350 μέτρα ξύλινων γεφυρών, μία προβλήτα, ένα νεκροταφείο και ένας διάδρομος προσγείωσης περίπου 800 μέτρων. Παράλληλα, οι κάτοικοι που συμμετείχαν στην παραγωγή αμείβονταν για τη δουλειά τους.
Η ιδέα του ήταν απλή: να αξιοποιηθεί κάτι που υπήρχε ήδη στην περιοχή και μέχρι τότε είχε ελάχιστη οικονομική αξία. Οι ψαράδες παρέδιδαν τα πιράνχας στο εργαστήριο, οι γυναίκες της κοινότητας αναλάμβαναν την επεξεργασία τους και το τελικό προϊόν ταξίδευε στην Ευρώπη. Έτσι δημιουργήθηκε ένας μικρός αλλά πραγματικός κύκλος εισοδήματος για τους κατοίκους μιας περιοχής που αντιμετώπιζε τεράστιες δυσκολίες πρόσβασης.
Όμως τα πιράνχας ήταν μόνο η αρχή. Ο Γκάλο είχε αντιληφθεί ότι η απομόνωση της περιοχής δεν ήταν μόνο οικονομική. Ήταν επίσης αποτέλεσμα της απώλειας της τοπικής μνήμης. Γι' αυτό άρχισε να συγκεντρώνει θραύσματα κεραμικών και άλλα αρχαιολογικά αντικείμενα που οι κάτοικοι έβρισκαν στην περιοχή.
Από αυτή την προσπάθεια γεννήθηκε το 1972 το Μουσείο του Μαραζό, αρχικά στη Σάντα Κρουζ ντο Αράρι. Αργότερα μεταφέρθηκε στην Κασοέιρα ντο Αράρι και εξελίχθηκε σε κάτι αρκετά διαφορετικό από ένα συμβατικό μουσείο. Ο Γκάλο ήθελε ο επισκέπτης να συμμετέχει και να ανακαλύπτει μόνος του τις πληροφορίες.
Έτσι δημιούργησε ακόμη και τους περίφημους «υπολογιστές καΐπιρα», χειροποίητες ξύλινες κατασκευές με ρόδες, κορδόνια, μοχλούς και κρυμμένες πληροφορίες, μέσα από τις οποίες οι επισκέπτες μπορούσαν να μάθουν στοιχεία για την ιστορία και τον πολιτισμό του Μαραζό. Η προσέγγιση αυτή θεωρείται ιδιαίτερα πρωτοποριακή για την εποχή της.
Ο Τζοβάνι Γκάλο γεννήθηκε στο Τορίνο το 1927 και πέθανε στο Μπελέμ της Βραζιλίας το 2003. Στη διάρκεια της ζωής του δεν περιορίστηκε στον ρόλο του ιερέα. Ασχολήθηκε με την αρχαιολογία, τη μουσειολογία και τη φωτογραφία και κατέγραψε μεγάλο μέρος της ζωής και του πολιτισμού των κατοίκων του Μαραζό.
Και η ιστορία δεν τελείωσε με τον θάνατό του. Το Μουσείο του Μαραζό πέρασε από αναδιάρθρωση και συνέχισε τη λειτουργία του, διατηρώντας τη φιλοσοφία του ιδρυτή του. Το 2024 υποδέχθηκε περίπου 7.000 επισκέπτες, ενώ τον Μάρτιο του 2026 απέκτησε και νέα κινηματογραφική αίθουσα, η οποία εγκαινιάστηκε με προβολή ντοκιμαντέρ αφιερωμένου στη ζωή και το έργο του Γκάλο.
Τον Απρίλιο του 2026 έγινε ακόμη ένα βήμα. Ο δήμος Κασοέιρα ντο Αράρι αναγνώρισε επίσημα το Μουσείο του Μαραζό και το έργο του Τζοβάνι Γκάλο ως υλική και άυλη πολιτιστική κληρονομιά της πόλης.
- Τα ηχητικά της ντροπής: 38χρονη είχε 70 μεταστάσεις και η ογκολόγος της έδινε... μαντζούνια (vid)
- Τα γυρίζει ο Ζαχαρός μετά την τραγική ατάκα για την Εριέτα Μόλχο: «Ήταν λάθος μου, ζητώ συγγνώμη»
- Το «Σούπερ Αγόρι» του The Chase στο Gazzetta: «Υποστηρίζω την ΑΕΚ - Ήθελα να ουρλιάξω από χαρά όταν μου πρότειναν να γίνω Chaser»