Αρχιχρονιά στα μέσα του Σεπτέμβρη
Ξεδιαλέγοντας το φωτογραφικό άλμπουμ του 2025, συνειδητοποίησα ότι τις καλύτερες στιγμές τις έζησα σε γήπεδο. Πρώτα στο Μπιλμπάο, όπου πήγα να δω τον τελικό της Τότεναμ θυσιάζοντας συνειδητά το Άμπου Ντάμπι (η καλύτερη απόφαση της χρονιάς) και στη συνέχεια στον άξονα Λεμεσού-Ρίγα, όπου η «επίσημη αγαπημένη» τράβηξε όχι ρήγα σπαθί, αλλά τον Ace of Spades, το τραπουλόχαρτο που φέρνει γρουσουζιά σε όλους τους άλλους. Το σπαθί το κρατούσαν στον ευρωπαϊκό βορρά όχι οι συνήθεις δήμιοι, αλλά οι δικοί μας γενναίοι.
Αφήνω την Τότεναμ και προχωρώ στο διά ταύτα, προτού με ρωτήσετε αν πατώνω. Η Εθνική νίκησε στο Ευρωμπάσκετ όλους όσους μπορούσε να νικήσει (Ιταλία, Γεωργία, Ισπανία, Ισραήλ, Λιθουανία, Φινλανδία), ηττήθηκε μόνο από αυτόν που δεν ήταν του χεριού της (Τουρκία), έδωσε και δύο φιλικά προετοιμασίας με επίσημο μανδύα (με Κύπρο, Βοσνία) και επέστρεψε στη βάση της φορώντας πολύτιμο μέταλλο στο στήθος. Ποιος το περίμενε;
Οφείλω να ομολογήσω, ότι στο ξημέρωμα του 2025 είχα ξεγραμμένη την πιθανότητα κατάκτησης ενός μεταλλίου από αυτή τη γενιά των διεθνών, ου μην και από όλες τις επόμενες, αφού το δελτίο καιρού προβλέπει ανομβρία. Μία τελευταία ματιά στα διαβατήρια λίγο πριν από την πτήση της αναχώρησης αφαιρούσε και τα τελευταία ψήγματα αισιοδοξίας.
Δίπλα στον Γιάννη Αντετοκούνμπο, που ευτυχώς αδιαφόρησε για τα λογής λογής «όχι» και «στάσου» και «μη» και στους δύο 35χρονους πολέμαρχους με τα καταπονημένα κορμιά (Σλούκα, Παπανικολάου) συνωστίζονταν εννέα φτωχόπαιδα μαθημένα να κυκλοφορούν με τη φορεσιά του απλού οπλίτη, περισσότερο φόρμα αγγαρείας παρά στολή εξόδου.
Τη βασική πεντάδα συμπλήρωναν ο ξεχασμένος από θεούς και ανθρώπους Ντόρσεϊ και ο Μήτογλου που ψευτοέπαιζε στον Παναθηναϊκό. Ο Τολιόπουλος έμοιαζε ζεστός αλλά ετοιμαζόταν για το ράφι. Ο Καλαϊτζάκης και ο Λαρεντζάκης γυάλιζαν πάγκους. Ο δεύτερος Αντετοκούνμπο προερχόταν από μήνες (αν όχι χρόνια) απραξίας, ο τρίτος Αντετοκούνμπο μαράζωνε στα αζήτητα. Ο Κατσίβελης έφτανε στα 34 χωρίς να πατήσει σε σαλόνι, ενώ o Σαμοντούροφ ήταν παιδί.
Ε, αυτοί το πήραν το μετάλλιο. Παίζοντας μπασκετάρα και όχι κολοκοτρωνέικο. Αυτοί οι απίθανοι, που έγιναν πιθανοί μόλις φόρεσαν το εθνόσημο και σχημάτισαν έναν κύκλο γύρω από τον Βασίλη Σπανούλη, τον καταλληλότερο άνθρωπο στην καταλληλότατη θέση. Τα παιδιά μεγάλωσαν, τα γερόντια ξανάνιωσαν, οι μέτριοι έγιναν απροσμέτρητοι, οι κουρασμένοι ξεκουράστηκαν, οι τραυματισμένοι αποθεραπεύτηκαν, οι τυφλοί είδαν, οι μουγκοί μίλησαν.
Η ομάδα που δεν άντεχε άλλες απώλειες άντεξε κι άλλες απώλειες και μάλιστα ηχηρές: Παπαγιάννη, Γουόκαπ, Ρογκαβόπουλο, Παπαπέτρου, Αβδάλα. Ξορκίσαμε το φάντασμα της Ισπανίας, κλείσαμε τα αυτιά στην πενταψήφια εξέδρα των Λιθουανών, κάναμε μπάσκετ και όχι πόλεμο απέναντι στους Ισραηλινούς, θυμίσαμε στα νεούδια της Φινλανδίας ότι ο παλιός είναι αλλιώς, ξεπαστρέψαμε με βουντού τον Γιόκιτς και τον Ντόντσιτς για να φύγουν από τον δρόμο μας, μοναχά ο παμπόνηρος Άταμαν μας έριξε νοκ-ντάουν.
Και, ναι, στο τέλος κλάψαμε γελώντας και γελάσαμε κλαίγοντας, μαζί με καμιά 500αριά τυχερούς που ήρθαν στη Λετονία για την Εθνική (επειδή δεν έλειψαν ποτέ από κοντά της) και όχι με τους φασαίους που κατέφτασαν για την καμουφλαρισμένη πατριδολαγνεία (του ελληνοτουρκικού ημιτελικού). Φόρεσα το μετάλλιο που μου έδωσε για λίγο ο Γιάννης Αντετοκούνμπο (εδώ το σχετικό στόρι, που αποτελεί φυσικά το προσωπικό μου χαϊλάιτ), βαρύ και ασήκωτο αν αναρωτιέστε, και πάλι δεν το πίστευα ότι ζούσα αυτό που ζούσα.
Μπορεί να ήμουν παρών σε όλες τις προηγούμενες εποποιίες, από ’87 και ’89 μέχρι Βελιγράδι και Σαϊτάμα και Κατοβίτσε, αλλά η Ρίγα ήταν κάτι ξεχωριστό, σαν επιστροφή στη γη της επαγγελίας για κάποιον που νόμιζε ότι είχε χάσει το κλειδί ή ότι πλήρωνε κάποιο παλιό ξόρκι. «Πιο πολύ χάρηκα για τον Γιάνναρο», σκέφτηκα να γράψω, αλλά όχι. Πιο πολύ χάρηκα για τον Θανάσαρο, που με υποδέχθηκε τη μέρα της παρουσίασης της ομάδας με χαμόγελο από αυτί σε αυτί και με πρόσωπο που έλαμπε από χαρά.
«Φίλε, είναι το κάρμα μου να φοράω αυτή τη φανέλα», μου είπε. «Δεν μπορώ να σου περιγράψω τη συγκίνηση που αισθάνομαι». Απρόσκλητος, εάν θυμάστε. Αυτή η ομάδα είναι το αποκούμπι των απρόσκλητων, των αζήτητων, των ξεχασμένων, των περιφρονημένων, των παραγκωνισμένων και των αποσυνάγωγων. Κινητήριο δύναμη έχει μάλλον το «θέλω» όσων την στελεχώνουν παρά το «μπορώ».
«Η Ρίγα ήταν ο τελευταίος χορός της», πάει να γράψει το χέρι μου. Δεν πρόκειται όμως να υποπέσω ξανά στο ίδιο λάθος. Ίσως αυτό που ζήσαμε στα μέσα του Σεπτέμβρη του 2025 να ήταν αρχιχρονιά, το σημείο απ' όπου ξαναρχίζουμε. Η Εθνική θα είναι δυνατή και στο Μουντομπάσκετ του 2027, διότι το κίνητρο των παικτών που την απαρτίζουν είναι ισχυρότερο από τα αγωνιστικά τους ελαττώματα. Και επειδή, αυτοί που έλειψαν φέτος ζήλεψαν μέχρι τα τρίσβαθα και χάρηκαν περισσότερο και από τους παρόντες.
Το πολύ πολύ να πάμε στο Κατάρ και να βγούμε πέμπτοι, όπως στο προηγούμενο Ευρωμπάσκετ αλλά και στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Παρισιού. Μόνο τα μετάλλια λέτε μετρούν ως διάκριση; Όχι. Διάκριση είναι να τελειώνει μία διοργάνωση και να είναι όλοι φίλοι μεταξύ τους, ακόμα και αυτοί που παρακολουθούν από τις εξέδρες. Όσοι δεν γουστάρουν, κάθονται στο σπίτι τους και μας αδειάζουν τη γωνιά. Τόσο το καλύτερο για εμάς, τόσο το χειρότερο για τους ίδιους.
Εγώ μπορεί σήμερα να κάθομαι στο γραφείο μου και να φλυαρώ χρονιάρα μέρα μέσω του πληκτρολογίου, αλλά στην πραγματικότητα είμαι ακόμη ο μισός στη Ρίγα, στη γούρικη θέση μου πίσω αριστερά γωνία στην κερκίδα των δημοσιογράφων. Τριάντα διοργανώσεις Εθνικής Ανδρών έχω καλύψει εκ του σύνεγγυς, μαζί με τη φετινή. Επειδή μέρες που είναι το 31 κερδίζει, σας αφήνω στην ησυχία σας και τρέχω να αναζητήσω πτήσεις για τη Ντόχα.
Διάβασε όλα τα τελευταία νέα της αθλητικής επικαιρότητας. Μάθε για όλους τους live αγώνες σήμερα και δες τις αθλητικές μεταδόσεις της ημέρας και της εβδομάδας μέσα από το υπερπλήρες Πρόγραμμα TV του Gazzetta. Ακολούθησέ μας και στο Google News.
