Το Μακροχώρι της Πόλης

Βασίλης Τσίγκας
Το Μακροχώρι της Πόλης
Ο Βασίλης Τσίγκας επέστρεψε από την Κωνσταντινούπολη του Final 4, του παππού του και των Ελλήνων του Μακροχωρίου και του Άγιου Στέφανου, που βλέπουν τους ουρανοξύστες και θυμούνται τις ταβέρνες τους.

Δεν ξέρω αν η Κωνσταντινούπολη είναι αυτή τη στιγμή η ομορφότερη πόλη του κόσμου. Μπορεί να ήταν κάποτε, πριν από πολλά χρόνια, μπορεί να είναι και τώρα. Εξαρτάται, άλλωστε, από τα κριτήρια του καθενός. Η αλήθεια είναι, πάντως, πως η Πόλη κάτι έχει. Έναν αέρα, μία μοναδικότητα, που γίνεται ακόμα πιο ουσιώδης σε όσους έχουν μια σύνδεση μαζί της.

Το φετινό Final 4 της EuroLeague έγινε στο Sinan Erdem, ένα τέραστιο γήπεδο στην περιοχή Bakirkoy. Ελληνιστί, Μακροχώρι. Κανά τέταρτο μακριά από το Διεθνές Αεροδρόμιο Ατατούρκ και κανά δεκάλεπτο από το σπίτι του παππού μου. Το πατρικό του, που δεν άφησε ποτέ εδώ κι εννέα δεκαετίες. Κάποτε, πριν από πολλά πολλά χρόνια ήταν ένα φτωχικό. Τώρα, είναι ένα διαμέρισμα σε μια πολυκατοικία. Και πάλι φτωχικό, αλλά τουλάχιστον στον πρώτο όροφο.

Αυτό το Final 4 ήταν μια ευκαιρία για μένα να επισκεφτώ ξανά μέρη, που ποτέ δεν ήταν το σπίτι μου, όμως πάντα έμοιαζαν οικεία. Ίσως γιατί ποτέ μου δεν τα έμαθα ως Bakirkoy ή Istanbul, αλλά Μακροχώρι και Πόλη, ούτε καν Κωνσταντινούπολη.

Είναι περίεργο να περπατάς σε έναν δρόμο και να νιώθεις ότι έχεις αναμνήσεις απ’ αυτόν, ενώ δεν τον έχεις επισκεφτεί ποτέ ξανά. «Πού έμενες;», με ρώτησε κάποια στιγμή ο παππούς μου. «Στο ξενοδοχείο Polat, στο Yesilyurt», του απάντησα. «Α, στον Άι - Στέφανο, κατάλαβα». Έτσι την ξέρει την Πόλη ο άνθρωπος, έτσι την έμαθε, μεγαλώνοντας σε αυτήν. Κι αυτός, όπως και οι κάποιες εκατοντάδες ηλικιωμένοι Έλληνες, που έχουν παραμείνει εκεί, ύστερα από όλα αυτά τα χρόνια.

Έπειτα από τις φανφάρες και τα ματς και τις απονομές και τις δηλώσεις και τα Live στο Facebook και τις ατελείωτες συζητήσεις και τις δεκάδες εργατοώρες στο Sinan Erdem χωρίς ένα μπουκάλι νερό (ένα μπουκάλι νερό εφέντιμ, ένα ρημάδι μπουκάλι νερό δεν υπήρχε στο γήπεδο), ήρθε η Δευτέρα. Η ημέρα του παππού.

«Παντού χτίζουν, παππού. Η Πόλη είναι μια οικοδομή». «Παντού αγόρι μου. Σηκώνουν τεράστια κτίρια, έχουν κλείσει την παραλία. Να, εδώ ήταν κάποτε το μαγαζί του θείου σου, του Άντζελου». Περνώντας με το ταξί μπροστά από έναν ακόμη τεράστιο ουρανοξύστη των 50-60 ορόφων, μου έδειξε ένα σημείο στην παραλία. «Ωραίο μαγαζί, από τα καλύτερα στο Μακροχώρι. Κάθε μέρα γεμάτο Έλληνες και Τούρκους. Τραγουδούσαν, χορεύανε. Ωραία χρόνια».

Και τον άκουγα τον παππού μου να θυμάται αυτά τα χρόνια και σκεφτόμουν τους μπετόβλακες στην Ταξίμ, που πριν λίγες ώρες μαχαιρονόντουσαν. Ευτυχώς, αυτός δεν βλέπει τηλεόραση και δεν ξέρει τί έγινε. «Έχασε ο Ολυμπιακός;». «Ναι, έχασε. Κέρδισε η Φενέρ». «Είχε κόσμο το γήπεδο;». «Γεμάτο ήταν. Δεκαπέντε χιλιάδες Τούρκοι και χίλιοι Έλληνες περίπου». «Έγινε τίποτα;». «Όχι, παππού, όλα μια χαρά».

Τί να του πω; Για την Ταξίμ; Για τα μαχαιρώματα; Για τους τραμπουκισμούς; Για τα πεσίματα στο μετρό; Γιατί να τον στεναχωρήσω;

Ξέρετε, εγώ γελάω κάθε φορά που ακούω νεοέλληνες και νεότουρκους, εικοσάρηδες και τριαντάρηδες, να μιλούν για μίσος, για Ελλάδα και Τουρκία, για χαμένες πατρίδες και πόλεις που θα ξαναπάρουμε. Θέλετε να μιλήσετε για χαμένες πατρίδες; Για ελάτε προς Μακροχώρι μεριά, ελάτε να μιλήσετε με τον παππού και τις θείες μου, ελάτε να σας πουν για το δημοτικό που πήγαιναν και τώρα έχει γίνει εμπορικό κέντρο, για τα μαγαζάκια των Ελλήνων που χάθηκαν στις μετακινήσεις, για τα τέσσερα ελληνικά λύκεια που φιλοξενούσαν χιλιάδες παιδιά και τώρα έχουν κλείσει.

«Παππού, έχουν μείνει Έλληνες;». «Όχι, αγόρι μου. Ποιοι Έλληνες; Κάτι ετοιμόρροποι σαν κι εμένα. Σε πέντε χρόνια, δεν θα υπάρχει κανένας». Θέλετε να μιλήσετε για χαμένες πατρίδες; Οι άνθρωποι είναι οι πατρίδες, ούτε τα χώματα, ούτε τα άγια κτίρια, ούτε τίποτα άλλο. Όταν φεύγουν οι άνθρωποι, χάνονται οι πατρίδες. Τότε χάνονται τα Μακροχώρια και οι Άι-Στέφανοι.

«Σας βοηθάει κανένας από την Ελλάδα; Έχετε κάποια σχέση;». «Τί σχέση να έχουμε; Μόνο με το Πατριαρχείο. Εκεί μόνο είναι κάποιοι Έλληνες». Η Ελλάδα υπήρχε πάντα στην Πόλη. Εδώ και αιώνες. Γιατί υπήρχαν οι άνθρωποί της εκεί. Κι έλεγαν Μακροχώρι το Bakirkoy και Άι-Στέφανο το Yesilyurt. Η Πόλη δεν χάθηκε το 1453. Τώρα, χάνεται… Γιατί έχουν μείνει κάτι γεροντάκια μόνο κι αυτοί θα φύγουν σε λίγο.

Μάθε πού θα δεις ζωντανά όλους τους αγώνες σήμερα μέσα από το υπερπλήρες Πρόγραμμα TV του Gazzetta.