H «Αγία» των Εξαρχείων που «κόντραρε» Ελύτη και Ρίτσο

Επιμέλεια:  Κωνσταντίνα Βεργώνη
H «Αγία» των Εξαρχείων που «κόντραρε» Ελύτη και Ρίτσο
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του gazzetta.gr στην Google
Η «αφελής» του παλιού ελληνικού κινηματογράφου έγινε η αναρχική ποιήτρια των Εξαρχείων, που σαν σήμερα στις 3 Οκτωβρίου 1993 έβαλε τέλος στη ζωή της, γράφοντας για τη μοναξιά, την αδικία, την εξέγερση και τους ανθρώπους που έμεναν στο περιθώριο

Έως τις αρχές της δεκαετίας του ’70, η Κατερίνα Γώγου ασχολήθηκε σχεδόν αποκλειστικά με την υποκριτική. Η μεγάλη αλλαγή ήρθε όταν πέρασε στην ποίηση. Το πρώτο της βιβλίο, «Τρία κλικ αριστερά», κυκλοφόρησε το 1978 και ξεπέρασε τα 40.000 αντίτυπα, αριθμός εξαιρετικά υψηλός για ποιητική συλλογή. Σύμφωνα με όσα ανέφεραν οι εκδότες, όπως ο Θανάσης Καστανιώτης, αντίστοιχες πωλήσεις κατέγραφαν μόνο ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Γιάννης Ρίτσος. Η συλλογή μεταφράστηκε μάλιστα στα αγγλικά και κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ το 1983.

Όταν το 1980, η Γώγου πρωταγωνίστησε στην ταινία «Παραγγελιά», σε σκηνοθεσία του συζύγου της, Παύλου Τάσιου, στην την ταινία ακούγονται ποιήματά της, τα οποία απαγγέλλει η ίδια, ενώ η μουσική επένδυση ήταν του Κυριάκου Σφέτσα. Η ποίηση και ο κινηματογράφος ενώθηκαν έτσι σε ένα έργο που αποτύπωνε με χαρακτηριστικό τρόπο τον κόσμο της. Η Αφροδίτη Μάνου έχει περιγράψει την ποίηση της Γώγου ως τη γραφή ενός ανθρώπου «πάρα πολύ ευαίσθητου», που «έχει βγάλει το δέρμα του και ζει σε φοβερές εντάσεις».

Και ίσως αυτή η ευαισθησία να βρίσκεται συμπυκνωμένη σε λίγους μόνο στίχους της:

«Εμένα, οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα, στις ταράτσες παλιών σπιτιών,
Εξάρχεια, Βικτώρια, Κουκάκι, Γκύζη,
πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένια μανταλάκια,
τις ενοχές σας, αποφάσεις συνεδρίων, δανεικά φουστάνια, σημάδια από καύτρες,
περίεργες ημικρανίες, απειλητικές σιωπές…
κάνουν ό,τι λάχει».

 

Από παιδί-θαύμα στην «αφελή» του ελληνικού κινηματογράφου

Η Γώγου γεννήθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 1940. Από πολύ μικρή ηλικία βρέθηκε στο θέατρο, ενώ στα έξι της χρόνια ξεκίνησε να εργάζεται σε παιδικούς θιάσους. Αργότερα συνέχισε επαγγελματικά ως ηθοποιός, από την επιθεώρηση μέχρι το αρχαίο δράμα, ενώ συνεργάστηκε και με τον θίασο του Κάρολου Κουν.

Στον κινηματογράφο εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1952, στην ταινία «Ο Άλλος» του Αλέκου Σακελλάριου. Στις επόμενες δεκαετίες συμμετείχε σε πολλές δημοφιλείς ταινίες, κυρίως της Φίνος Φιλμ. Ανάμεσά τους ήταν το «Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο», ο «Νόμος 4000», η «Ψεύτρα», η «Δεσποινίς Διευθυντής», η «Μια τρελλή τρελλή οικογένεια» και το «Ναι μεν, αλλά...». Οι ρόλοι αυτοί δημιούργησαν μια συγκεκριμένη εικόνα για εκείνη. Η Γώγου όμως δεν έμελλε να μείνει το χαριτωμένο, ατίθασο κορίτσι των κωμωδιών.

Η στροφή της προς έναν «διαφορετικό» κινηματογράφο ήταν χαρακτηριστική. Το 1977 πρωταγωνίστησε στο «Βαρύ Πεπόνι» του Παύλου Τάσιου, για το οποίο κέρδισε το βραβείο Α΄ Γυναικείου Ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Ο Τάσιος ήταν τότε σύζυγός της και μαζί απέκτησαν την κόρη τους, Μυρτώ Τάσιου. Το 1984 κέρδισε το βραβείο Β΄ Γυναικείου Ρόλου για την «Όστρια ή το τέλος του παιγνιδιού», στην οποία είχε συμμετοχή και στο σενάριο. Ακολούθησαν οι ποιητικές συλλογές το «Ιδιώνυμο» το 1980, «Το ξύλινο παλτό» το 1982, οι «Απόντες» το 1986, ο «Μήνας των παγωμένων σταφυλιών» το 1988 και ο «Νόστος» το 1990. Το «Με λένε Οδύσσεια» εκδόθηκε μετά τον θάνατό της, το 2002. Η ποίησή της δεν είχε την απόσταση μιας λογοτεχνικής παρατήρησης, ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την πόλη, τους ανθρώπους της, την κοινωνική αδικία, τη μοναξιά και την πολιτική σύγκρουση. Έτσι δημιουργήθηκε σταδιακά η εικόνα της Γώγου ως ποιήτριας των Εξαρχείων.

Η «Αγία Τριάδα» των Εξαρχείων

Η Γώγου συνδέθηκε με τον Παύλο Σιδηρόπουλο και τον Νικόλα Άσιμο, τρεις μορφές που απέκτησαν ιδιαίτερη θέση στη μυθολογία των Εξαρχείων. Με τα χρόνια καθιερώθηκε ο χαρακτηρισμός «Αγία Τριάδα των Εξαρχείων», με τους τρεις να αποτελούν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σύμβολα της αντισυμβατικής κουλτούρας της περιοχής. Η ίδια όμως δεν ήταν απλώς ένα ακόμη πρόσωπο αυτής της παρέας. Είχε ήδη πίσω της μια ολόκληρη διαδρομή στο θέατρο και τον κινηματογράφο και είχε μετατρέψει την προσωπική της εμπειρία σε ποιητικό λόγο. Γι' αυτό και η σύγκριση με τους μεγάλους ποιητές της εποχής της εμφανίζεται συχνά σε μεταγενέστερες αναφορές στο έργο της.

Σε συνέντευξή της, που αναδημοσιεύθηκε από το ιστορικό αρχείο του «Βήματος», η ίδια μιλούσε για την ποίηση και για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν τον ρόλο της. Δεν ήθελε να περιοριστεί στην εικόνα της ηθοποιού. Η ποίηση για εκείνη ήταν ένας τρόπος να μιλήσει για όσα συνέβαιναν γύρω της και για τους ανθρώπους που θεωρούσε ότι δεν είχαν φωνή. Στο υλικό που συγκεντρώθηκε αργότερα γύρω από τη ζωή και το έργο της, αποκαλύπτεται και μια λιγότερο γνωστή πλευρά της: η γυναίκα που πίσω από την οργή μπορούσε να είναι τρυφερή, ευάλωτη και βαθιά συναισθηματική

Στις 3 Οκτωβρίου 1993, η Κατερίνα Γώγου έδωσε τέλος στη ζωή της στα 53 της χρόνια, αφήνοντας πίσω της μια διαδρομή που δύσκολα χωρά σε μία μόνο ιδιότητα. Η γυναίκα που το κοινό γνώρισε ως την «αφελή» των ελληνικών ταινιών εξελίχθηκε σε μία από τις πιο ιδιαίτερες και αντισυμβατικές φωνές της ελληνικής ποίησης. Η Γώγου δεν έμοιαζε με την εικόνα που είχε δημιουργήσει ο κινηματογράφος για εκείνη. Πίσω από τους χαρακτηριστικούς ρόλους των νεανικών της χρόνων υπήρχε μια γυναίκα που έγραφε για τη μοναξιά, την αδικία, την κοινωνική περιθωριοποίηση, την εξέγερση και τους ανθρώπους που ένιωθαν πως δεν είχαν θέση στον κόσμο γύρω τους.

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΕΤΑΙ