Χαιρετάς τον σερβιτόρο, μιλάς στον υπάλληλο και ευχαριστείς τον οδηγό; Τι κρύβεται πίσω από αυτές τις μικρές κινήσεις
Ένα απλό «γεια» στην είσοδο ενός μαγαζιού δεν είναι απλώς θέμα καλής αγωγής. Για κάποιους ανθρώπους αποτελεί έναν αυθόρμητο τρόπο να αναγνωρίζουν τους γύρω τους και να δημιουργούν μια μικρή, καθημερινή σύνδεση με το περιβάλλον τους.
Είναι εκείνοι που μπαίνουν σε ένα συνοικιακό κατάστημα και θα πουν καλημέρα, που στο ταμείο δεν θα κοιτάξουν μόνο την απόδειξη αλλά θα ανταλλάξουν δυο κουβέντες με τον υπάλληλο, που θα ευχηθούν «καλή συνέχεια» στον διανομέα ή θα χαιρετήσουν τον οδηγό του λεωφορείου. Μπορεί να πρόκειται για μια συνομιλία δέκα δευτερολέπτων, όμως η ψυχολογία έχει λόγους να θεωρεί ότι τέτοιες μικρές επαφές έχουν μεγαλύτερη σημασία απ’ όσο δείχνει η διάρκειά τους.
Η αξία της μικρής επαφής
Στην ψυχολογία υπάρχει ο όρος «κοινωνική ενσυνειδητότητα» (social mindfulness), ο οποίος περιγράφει την ικανότητα ενός ανθρώπου να λαμβάνει υπόψη του την παρουσία, τις ανάγκες και την αυτονομία των άλλων. Δεν αφορά απαραίτητα μεγάλες πράξεις καλοσύνης. Μπορεί να εκφραστεί μέσα από κάτι πολύ μικρό: να αφήσεις χώρο στον άλλον, να τον προσέξεις, να τον αντιμετωπίσεις ως άνθρωπο και όχι απλώς ως κάποιον που εκτελεί μια υπηρεσία.
Αυτό ακριβώς μπορεί να συμβαίνει και με έναν χαιρετισμό. Ο πελάτης που μπαίνει σε ένα κατάστημα και λέει «καλημέρα» δεν κάνει κάτι εντυπωσιακό. Αναγνωρίζει όμως ότι απέναντί του υπάρχει ένας άνθρωπος. Το ίδιο συμβαίνει όταν κάποιος ευχαριστεί πραγματικά τον υπάλληλο, αντί να θεωρεί αυτονόητο ότι απλώς «κάνει τη δουλειά του».
Και δεν χρειάζεται ο άνθρωπος που το κάνει αυτό να είναι ιδιαίτερα κοινωνικός. Το να χαιρετάς έναν άγνωστο ή να ανταλλάσσεις δυο κουβέντες με έναν εργαζόμενο δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είσαι εξωστρεφής. Η διάθεση για μια μικρή ανθρώπινη επαφή δεν ταυτίζεται με την ανάγκη για έντονη κοινωνική συναναστροφή.
Μάλιστα, η έρευνα γύρω από τις λεγόμενες «αδύναμες σχέσεις» δείχνει ότι ακόμη και οι σύντομες αλληλεπιδράσεις με ανθρώπους που δεν ανήκουν στον στενό μας κύκλο μπορούν να συνδέονται με μεγαλύτερη αίσθηση κοινωνικής σύνδεσης και ευημερίας. Δεν είναι απαραίτητο να μιλήσεις για ώρα με κάποιον για να νιώσεις ότι συμμετέχεις περισσότερο στον κοινωνικό κόσμο γύρω σου.
Το βλέπουμε καθημερινά
Σκέψου έναν φούρνο της γειτονιάς. Υπάρχει ο πελάτης που μπαίνει, κοιτάζει την οθόνη του κινητού, παραγγέλνει χωρίς να σηκώσει σχεδόν καθόλου το βλέμμα και φεύγει. Και υπάρχει εκείνος που θα πει «καλημέρα», θα χαμογελάσει, ίσως θα σχολιάσει τον καιρό ή θα ρωτήσει τον υπάλληλο αν έχει πολλή δουλειά.Η διαφορά μπορεί να διαρκεί μόλις λίγα δευτερόλεπτα. Παρ’ όλα αυτά, το δεύτερο άτομο έχει αναγνωρίσει τον εργαζόμενο ως συνομιλητή και όχι απλώς ως μέρος της διαδικασίας αγοράς.
Το ίδιο συμβαίνει στα μέσα μεταφοράς, στα καφέ, στα περίπτερα, στα σούπερ μάρκετ και στα καταστήματα της γειτονιάς. Μερικοί άνθρωποι έχουν την τάση να δημιουργούν αυτές τις μικρές γέφυρες χωρίς καν να το σκέφτονται.
Υπάρχει, μάλιστα, ένας λόγος που τέτοιες συμπεριφορές μπορεί να αποκτούν μεγαλύτερη σημασία σήμερα. Οι καθημερινές μετακινήσεις και οι αγορές γίνονται όλο και περισσότερο μέσα από μια οθόνη. Πληρωμές ανέπαφα, ηλεκτρονικές παραγγελίες, εφαρμογές, ακουστικά και συνεχής χρήση του κινητού περιορίζουν πολλές από τις αυθόρμητες επαφές που παλαιότερα θεωρούνταν αυτονόητες.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, ένα «καλημέρα» αποκτά διαφορετικό βάρος. Όχι επειδή είναι κάποια σπουδαία ψυχολογική τεχνική, αλλά επειδή διακόπτει για λίγο την ανωνυμία της καθημερινότητας.
Δεν σημαίνει ότι πρέπει να πιάνουμε κουβέντα με όλους. Ούτε ότι όποιος δεν χαιρετά είναι αγενής ή αντικοινωνικός. Η ψυχολογία δεν επιτρέπει τόσο απλές ετικέτες. Οι άνθρωποι διαφέρουν, οι περιστάσεις διαφέρουν και μια συμπεριφορά από μόνη της δεν αρκεί για να περιγράψει την προσωπικότητα κάποιου.
Αυτό που φαίνεται να έχει σημασία είναι η πρόθεση να αναγνωρίσουμε τον άλλον όταν υπάρχει η ευκαιρία. Ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο, ένα «ευχαριστώ» ή μια σύντομη ευχή μπορούν να λειτουργήσουν ως μικρές πράξεις κοινωνικής αναγνώρισης.
Και ίσως αυτός είναι ο πραγματικός λόγος που οι άνθρωποι που χαιρετούν μπαίνοντας σε ένα μαγαζί ξεχωρίζουν. Δεν προσπαθούν απαραίτητα να γίνουν φίλοι με τον υπάλληλο ούτε να ξεκινήσουν μια μεγάλη συζήτηση. Απλώς αρνούνται, έστω για λίγα δευτερόλεπτα, να συμπεριφερθούν σαν να είναι αόρατοι όλοι οι υπόλοιποι γύρω τους.