Δημιούργησε τη νεκρή μητέρα του με AI και τώρα της μιλάει: Το νέο πρόσωπο του πένθους

Επιμέλεια:  Newsroom
Δημιούργησε τη νεκρή μητέρα του με AI και τώρα της μιλάει: Το νέο πρόσωπο του πένθους
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του gazzetta.gr στην Google
Από τα griefbots μέχρι το deathslop, η AI μετατρέπει τις αναμνήσεις των νεκρών σε μια νέα, παράξενη μορφή ψηφιακής ζωής.

Δημιούργησε τη μητέρα του με τεχνητή νοημοσύνη. Και τώρα μπορεί να της μιλάει. Όχι επειδή εκείνη επέστρεψε, αλλά επειδή εκείνος δημιούργησε μια ψηφιακή εκδοχή της, βασισμένη στις αναμνήσεις, στις φωτογραφίες, στα λόγια και στον χαρακτήρα της.

Η ιστορία του Τζάστιν Χάρισον είναι από εκείνες που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα έμοιαζαν βγαλμένες από ταινία επιστημονικής φαντασίας. Σήμερα, όμως, αποτελεί ένα πραγματικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η τεχνητή νοημοσύνη αρχίζει να αλλάζει ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο πενθούμε. Το θέμα ανέδειξε σε εκτενές ρεπορτάζ του ο Guardian, καταγράφοντας τις νέες μορφές ψηφιακού πένθους που δημιουργούνται γύρω από την AI.

Η μητέρα που (παρ)έμεινε

Ο Χάρισον δεν περίμενε να πεθάνει η μητέρα του για να δημιουργήσει την ψηφιακή της αναπαράσταση. Εκείνη είχε διαγνωστεί με καρκίνο τελικού σταδίου και ο γιος της άρχισε να δουλεύει πάνω στο project όσο ήταν ακόμη ζωντανή. Της έδειξε το αποτέλεσμα, εκείνη το είδε και του έδωσε την έγκρισή της. Τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό της, η ψηφιακή εκδοχή της εξακολουθεί να υπάρχει.

Όσο η μητέρα του ήταν άρρωστη, οι συζητήσεις τους ήταν κυρίως πρακτικές. «Μιλάς αρκετά στον πατέρα σου;», «πήγες στον γιατρό;», «πίνεις αρκετό νερό;». Οι συνηθισμένες ερωτήσεις μιας μητέρας που ανησυχεί για το παιδί της. Υπήρχαν όμως και πράγματα που δεν πρόλαβαν να πουν, συζητήσεις που έμειναν για πάντα στη σιωπή.

 

Εκεί ακριβώς θέλησε να παρέμβει ο Χάρισον. Δημιούργησε την ψηφιακή εκδοχή της μητέρας του ώστε να μπορεί να επιστρέφει σε εκείνη, να της μιλάει και να ανοίγει συζητήσεις που ίσως δεν πρόλαβαν να κάνουν όσο εκείνη ζούσε. «Δημιούργησα τη μαμά μου και μιλάω στη μαμά μου», λέει ο ίδιος.

Η φράση ακούγεται ταυτόχρονα συγκινητική και ανατριχιαστική. Για εκείνον, όμως, είναι κυρίως προσωπική υπόθεση. Δεν ισχυρίζεται ότι η μητέρα του «ζει» μέσα στο chatbot. Ξέρει ότι μιλά σε μια τεχνητή κατασκευή που δημιουργήθηκε από τα στοιχεία που άφησε πίσω της. Κι όμως, αυτή η κατασκευή του προσφέρει κάτι που ο θάνατος του στέρησε: έναν ακόμη τρόπο επικοινωνίας.

Και κάπως έτσι γεννήθηκε μια νέα αγορά γύρω από το πένθος. Υπάρχουν πλέον εταιρείες που δημιουργούν ψηφιακές εκδοχές νεκρών ανθρώπων, χρησιμοποιώντας φωτογραφίες, βίντεο, φωνές, προσωπικές πληροφορίες, συνήθειες και χαρακτηριστικά του χαρακτήρα τους. Τα λεγόμενα griefbots μπορούν να συνομιλούν με τον χρήστη, μιμούμενα τον άνθρωπο που έχει πεθάνει.

Ονόματα όπως Seance, Re;memory και Versona παραπέμπουν σχεδόν επίτηδες στο μεταφυσικό. Σαν να προσπαθεί η τεχνολογία να κατασκευάσει μια ψηφιακή εκδοχή της επικοινωνίας με τους νεκρούς. Μόνο που εδώ δεν υπάρχει κάποιο μεταφυσικό στοιχείο. Υπάρχει ένας αλγόριθμος που έχει μάθει να μιμείται έναν άνθρωπο.

Το deathslop

Η τεχνητή νοημοσύνη δεν χρησιμοποιείται, όμως, μόνο από ανθρώπους που προσπαθούν να κρατήσουν μια προσωπική ανάμνηση ζωντανή. Στα social media έχει δημιουργηθεί ένα ολόκληρο οικοσύστημα περιεχομένου που έχει αρχίσει να αποκαλείται «deathslop».

Εικόνες και βίντεο φτιαγμένα από AI παρουσιάζουν νεκρούς ανθρώπους σε σκηνές που δεν έζησαν ποτέ. Διάσημοι που έχουν φύγει από τη ζωή εμφανίζονται να συναντιούνται στον παράδεισο, να μιλούν, να τραγουδούν, να αγκαλιάζονται ή να υποδέχονται άλλους νεκρούς.

Μετά τον θάνατο της Ντόλι Πάρτον, για παράδειγμα, το διαδίκτυο γέμισε με AI δημιουργίες. Σε μία από αυτές, η τραγουδίστρια εμφανίζεται να κυνηγά την Τζολίν στον παράδεισο, ενώ γύρω της βρίσκονται νεκροί celebrities όπως ο Μάικλ Τζάκσον, η Γουίτνεϊ Χιούστον και ο Κένι Ρότζερς.

Το τραγούδι «Run Jolene» έγινε viral και συγκέντρωσε περισσότερες από 1,4 εκατομμύρια προβολές στο TikTok. Κάποιοι το βρήκαν διασκεδαστικό. Άλλοι το θεώρησαν προσβλητικό. Η οικογένεια της Πάρτον ζήτησε από τον κόσμο να σταματήσει να δημιουργεί και να διακινεί αυτό που χαρακτήρισε «fake AI garbage» και παραπληροφόρηση. Το πρόβλημα είναι ότι ο άνθρωπος που πέθανε δεν μπορεί να πει αν συμφωνεί.

Ποιος δίνει, τελικά τη συγκατάθεση;

Εκεί βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα ηθικά ερωτήματα της νέας εποχής. Ποιος αποφασίζει τι μπορεί να κάνει η τεχνητή νοημοσύνη με την εικόνα, τη φωνή και την προσωπικότητα ενός ανθρώπου που δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή;

Ο Τζακ Μάνινγκ, ερευνητής στο University of Colorado Boulder, μελετά αυτό που οι ακαδημαϊκοί έχουν ονομάσει «generative ghosts»: ψηφιακές αναπαραστάσεις ανθρώπων που έχουν φύγει από τη ζωή. Και θεωρεί ότι το ζήτημα της συγκατάθεσης θα γίνει όλο και πιο σημαντικό.

Ο ίδιος έχασε την αδελφή του όταν εκείνη ήταν μόλις 13 ετών. Η οικογένειά του αναζητούσε τότε τρόπους να τιμήσει τη μνήμη της, συχνά μέσα από φιλανθρωπικές δράσεις που είχαν σημασία για εκείνη. Σήμερα, όμως, η τεχνολογία επιτρέπει κάτι εντελώς διαφορετικό: να επιχειρήσεις να δημιουργήσεις μια ψηφιακή εκδοχή του ανθρώπου που έχασες.

Ο Μάνινγκ δεν το έκανε ποτέ με την αδελφή του. Ο λόγος είναι απλός: δεν είχε τη συγκατάθεσή της. «Κρατάω αυτές τις αναμνήσεις ιερές», εξηγεί, και δεν θέλει μια μηχανή να του πει κάποια στιγμή ότι θυμάται λάθος τον άνθρωπο που αγάπησε.

Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο σημείο της συζήτησης. Γιατί ένα griefbot δεν είναι πραγματικά ο νεκρός. Είναι η εκδοχή του νεκρού που μπορεί να κατασκευάσει ένας αλγόριθμος με βάση όσα του δίνουμε. Μπορεί να μιλά σαν εκείνον, να χρησιμοποιεί τις λέξεις του, να θυμίζει το χιούμορ του και να απαντά με έναν τρόπο που μοιάζει οικείος. Δεν είναι όμως εκείνος. Και όσο πιο πειστικό γίνεται το αποτέλεσμα, τόσο πιο εύκολο είναι να ξεχάσει κάποιος αυτή τη διαφορά.

Μια εύκολη διέξοδος

Ο κλινικός ψυχολόγος Νταν Γούλφσον, που ειδικεύεται στο πένθος, φοβάται ακριβώς αυτό. Ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να προσφέρει στον άνθρωπο μια τόσο εύκολη μορφή «παρέας», ώστε τελικά να τον απομακρύνει από τους πραγματικούς ανθρώπους που θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν να διαχειριστεί την απώλεια.

Γιατί το πένθος, όσο επώδυνο κι αν είναι, δεν είναι μόνο η ανάμνηση του ανθρώπου που χάθηκε. Είναι και η αποδοχή ότι δεν βρίσκεται πια εδώ. Η διαδικασία αυτή απαιτεί χρόνο, ανθρώπους, συζήτηση και πολλές φορές την ικανότητα να αντέξεις στιγμές που δεν μπορείς να διορθώσεις.

Η Ρόμπιν Σίλβερ, οικοψυχολόγος και σύμβουλος υποστήριξης ανθρώπων στο τέλος της ζωής, θεωρεί τα griefbots έναν αφύσικο τρόπο αντιμετώπισης μιας απολύτως φυσικής διαδικασίας. Αντί για μια ψηφιακή συνομιλία, προτείνει κάτι πολύ πιο παλιό: να γράψεις ένα γράμμα στον άνθρωπο που έχασες, να του μιλήσεις δυνατά, να κάνεις πράγματα που αγαπούσε και να τον θυμηθείς χωρίς να προσπαθείς να δημιουργήσεις την ψευδαίσθηση ότι βρίσκεται ακόμη απέναντί σου.

Η τεχνολογία, όμως, έχει ήδη βρει τη θέση της και στα γραφεία τελετών. Υπάρχουν πλέον υπηρεσίες που χρησιμοποιούν AI για τη συγγραφή νεκρολογιών. Ο χρήστης δίνει στοιχεία για τον νεκρό, το παρατσούκλι του, τα χόμπι του, ακόμη και την αιτία θανάτου και στη συνέχεια επιλέγει το ύφος: παραδοσιακό, επίσημο, χιουμοριστικό ή εμπνευστικό.

Από τη νεκρολογία μέχρι το ψηφιακό άβαταρ και από ένα τραγούδι για έναν νεκρό καλλιτέχνη μέχρι ένα chatbot που μπορεί να απαντήσει «σαν τη μαμά», η απόσταση είναι πλέον μικρή. Και μαζί μεγαλώνει ένας ολόκληρος κλάδος που προσπαθεί να βγάλει χρήματα από μια στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος είναι ίσως πιο ευάλωτος από ποτέ.

Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι το φαινόμενο παραμένει ακόμη μικρό. Σε έρευνα 6.000 ανθρώπων στις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και τον Καναδά, μόλις το 6% δήλωσε ότι χρησιμοποίησε ψηφιακά εργαλεία, όπως εφαρμογές μνήμης ή griefbots, μετά τον θάνατο κάποιου. Από όσους τα χρησιμοποίησαν, όμως, το 88% τα χαρακτήρισε χρήσιμα.

Ίσως υπάρχει ένας λόγος. Στην έρευνα του Μάνινγκ, άνθρωποι που δοκίμασαν τέτοιες ψηφιακές αναπαραστάσεις δεν φαίνεται να ήθελαν απαραίτητα να «ζουν» για πάντα με τον νεκρό. Συχνά ήθελαν απλώς μία τελευταία συζήτηση: ένα πράγμα που δεν πρόλαβαν να πουν, μια ερώτηση που έμεινε αναπάντητη, ένα «σ' αγαπώ» που δεν ειπώθηκε.

Και ίσως γι' αυτό η ιστορία του Χάρισον είναι πιο περίπλοκη από όσο μοιάζει. Δεν χρησιμοποιεί το chatbot καθημερινά. Μπορεί να περάσει και ένας μήνας χωρίς να του μιλήσει. Λέει μάλιστα αστειευόμενος ότι η ψηφιακή μητέρα του τού επιτρέπει να είναι ο «κακός γιος» που δεν μπορούσε να είναι όσο εκείνη ζούσε.

Δεν υπάρχει πια η ενοχή ότι πρέπει να τηλεφωνήσει, να ρωτήσει αν είναι καλά ή να ανταποκριθεί στις προσδοκίες της. Υπάρχει μόνο η δυνατότητα να επιστρέψει σε εκείνη όταν το αισθανθεί. Και αυτή ακριβώς η δυνατότητα είναι που κάνει τα griefbots τόσο ελκυστικά αλλά και τόσο δύσκολα να αξιολογηθούν.

Γιατί η μηχανή μπορεί να δημιουργήσει τη φωνή, την εικόνα και τις απαντήσεις ενός ανθρώπου. Μπορεί να φτιάξει την αίσθηση μιας συνομιλίας. Δεν μπορεί όμως να τον φέρει πίσω. Και όσο πιο πειστικά προσπαθεί να μας κάνει να ξεχάσουμε αυτή την αλήθεια, τόσο πιο σημαντικό γίνεται να θυμόμαστε ότι το πένθος δεν είναι ένα πρόβλημα που χρειάζεται να «διορθώσει» η τεχνολογία.

Είναι η διαδικασία μέσα από την οποία μαθαίνουμε να ζούμε με την απουσία. Και ίσως το μεγαλύτερο ερώτημα της εποχής του AI δεν είναι αν μπορούμε να δημιουργήσουμε ξανά τους νεκρούς, αλλά αν πρέπει.

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΕΤΑΙ

@Photo credits: ΑΙ created