Η Emily Ratajkowski μίλησε για το σεξ μετά το διαζύγιο και το ίντερνετ δεν ήταν έτοιμο γι’ αυτό που διάβασε
- Το κείμενό της για τον τρόπο που αντιμετωπίζεται μια διαζευγμένη μητέρα και πόσο την επηρέασε
- Η διαδρομή της
Σε ένα προσωπικό άρθρο στο The Cut, η Έμιλι Ραταϊκόφσκι αναφέρεται στην περίοδο που ακολούθησε τον χωρισμό της, όταν βρέθηκε να μεγαλώνει μόνη τον γιο της και να επαναπροσδιορίζει την ταυτότητά της πέρα από τον ρόλο της μητέρας.
Το μοντέλο, ηθοποιός και συγγραφέας εξηγεί ότι μετά τη λήξη του γάμου της άρχισε να βγαίνει συχνά ραντεβού με άντρες. Όπως αναφέρει, δεν αναζητούσε απαραίτητα μια νέα σχέση, αλλά προσπαθούσε να κατανοήσει καλύτερα τον εαυτό της και να ανακαλύψει ποια γυναίκα ήθελε να γίνει. Παράλληλα, ένιωθε την ανάγκη να αισθανθεί ξανά επιθυμητή και να θυμηθεί ότι η ταυτότητά της δεν περιοριζόταν αποκλειστικά στη μητρότητα.
Το κείμενό της για τον τρόπο που αντιμετωπίζεται μια διαζευγμένη μητέρα και πόσο την επηρέασε
Στο κείμενό της περιγράφει τη δύσκολη προσαρμογή στη μητρότητα, τη γέννηση του γιου της και τις αλλαγές που ακολούθησαν στη συζυγική της ζωή. Όπως σημειώνει, λίγους μήνες μετά τη γέννηση του παιδιού της η σχέση με τον τότε σύζυγό της είχε μεταβληθεί σημαντικά, γεγονός που οδήγησε τελικά στον χωρισμό. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στον τρόπο με τον οποίο ένιωθε ότι την αντιμετώπιζαν οι άλλοι μετά το τέλος του γάμου της.
Όπως γράφει, δυσκολεύτηκε να διαχειριστεί τα βλέμματα συμπόνιας και την εικόνα της «ανύπαντρης μητέρας», έναν χαρακτηρισμό που για χρόνια είχε συνδέσει με την απώλεια της ελευθερίας, των επιλογών και της ασφάλειας. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου προσπάθησε να διαμορφώσει μια νέα εκδοχή του εαυτού της. Δεν ήθελε να θεωρείται θύμα ή γυναίκα που εγκαταλείφθηκε, αλλά να προβάλλει μια εικόνα ανεξαρτησίας και αυτοπεποίθησης.
Η διαδρομή της
Τα ραντεβού λειτούργησαν ως ένας τρόπος να εξερευνήσει ξανά τα όριά της, να αντιμετωπίσει τις ανασφάλειές της και να επανασυνδεθεί με την έννοια της επιθυμίας. Η Ραταϊκόφσκι, ωστόσο, παραδέχεται ότι πίσω από αυτή την εικόνα υπήρχαν συχνά αμφιβολίες, ανάγκη για επιβεβαίωση και η προσπάθεια να ανταποκριθεί σε έναν ρόλο που δεν εξέφραζε πάντα την πραγματική της κατάσταση.

Όπως σημειώνει, με την πάροδο του χρόνου άλλαξε και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόταν τόσο τη μητρότητα όσο και τον χωρισμό. Αν και κάποτε φοβόταν την ιδέα της ανύπαντρης μητέρας, τελικά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτό δεν την έκανε λιγότερο ελεύθερη ή λιγότερο επιθυμητή, αλλά τη βοήθησε να αναγνωρίσει τη δύναμή της από μια διαφορετική οπτική.
Η σημαντικότερη συνειδητοποίηση ήρθε, όπως αναφέρει, κατά τη διάρκεια του διαζυγίου της. Όταν ο δικηγόρος της τής επισήμανε ότι πολλές γυναίκες δεν καταφέρνουν ποτέ να αποχωρήσουν από δύσκολες σχέσεις, κατάλαβε ότι δεν ήταν μια γυναίκα που εγκαταλείφθηκε, αλλά μια γυναίκα που πήρε η ίδια την απόφαση να φύγει.