Ο Παναθηναϊκός εμφανίστηκε ισάξιος της Μπάγερν, αλλά πλήρωσε τον βραχυκυκλωμένο του εγκέφαλο

Η βραδιά των «αυτογκόλ»

Ο Νίκος Παπαδογιάννης πιστεύει ότι η τρύπα του Παναθηναϊκού στη θέση του πόιντ-γκαρντ αδικεί την προσπάθεια των υπολοίπων.

bayern

Όταν ο Παναθηναϊκός ξεκινούσε πάνω σε μισοκαμένη γη τον σχεδιασμό του για την περίοδο 2020-1, είχε να απαντήσει σε μία θεμελιώδη σπαζοκεφαλιά: πώς να καλύψει το κενό του αναντικατάστατου Νικ Καλάθη, έτσι ώστε να μην αισθανθεί μετέωρη η μαθημένη να περιμένει τα πάντα από τον «άσο» της ομάδα.

Πέτυχε, εν τέλει, το ακριβώς αντίθετο και έχτισε την πυραμίδα ανάποδα.

Στελέχωσε επαρκώς τη μπροστινή του γραμμή, γέμισε το «πλάι» με παίκτες για όλα τα γούστα, βρήκε ακόμα και σταρ σε πείσμα του άδειου κουμπαρά, σχημάτισε ένα σύνολο ανταγωνιστικό με εμφανή την προπονητική σφραγίδα (πριν και μετά την αλλαγή Βόβορα-Κάτας), αλλά άφησε να χάσκει η τρύπα που έπρεπε επειγόντως να σκεπαστεί.

Δεν βρήκε τον παίκτη που ήθελε; Δεν είχε να πληρώσει για να αγοράσει ποιότητα; Διάβασε τα δεδομένα με διαθλαστικό φακό; Πόνταρε σε λάθος άλογα; Όποια και αν είναι η δικαιολογία, το αποτέλεσμα παραμένει αναλλοίωτο και βασανιστικό.

Ο Παναθηναϊκός του Μαρτίου είναι μία αρκετά καλή ομάδα, στον βαθμό που μπορεί να καμουφλάρει την οργανωτική αδυναμία των διαδόχων του Καλάθη.

Ο Χάουαρντ Σαντ-Ρόος είναι κάμποσο από αμυντικός και μπόλικο από κορμί, ο Σέλβιν Μακ είναι λίγο από μπουκαδόρος και αρκετό από σουτέρ, ο Γιώργος Καλαϊτζάκης είναι κατιτίς από μέλλον και τίποτε από παρόν, αλλά όλοι μαζί δεν κάνουν μισό Ουέιντ Μπάλντγουιν, πόσο μάλλον ολόκληρο Καλάθη.

Με έναν κανονικό πόιντ-γκαρντ στο τιμόνι του, ο Παναθηναϊκός θα έφευγε νικητής από το Μόναχο και από κάμποσες άλλες πόλεις στη φετινή Euroleague.

Οσάκις η μπίλια των «άσων» του πέφτει με κάποιον τρόπο στο πράσινο (Μιλάνο, Βαρκελώνη κ.α.), η ομάδα παίζει μπάσκετ να το πιείς στο ποτήρι.

Συνήθως, όμως, η ρουλέτα σταματάει στο μαύρο, όπως λέμε μαύρη τρύπα. Ακόμα και ο σαραντάρης Διαμαντίδης με μπλουτζίν θα έδινε περισσότερα από τον Μακ και τον Σαντ-Ρόος του Μονάχου.

Τους ρίχνω και τους δύο μαζί στην κρησάρα (χωρίς τον Διαμαντίδη) και βγάζω 7 πόντους, 2/5 δίποντα, 0/5 τρίποντα, 6 ασίστ και 9 λάθη. Η αλήθεια του γηπέδου είναι πιο αποκρουστική και από την ίδια τη στατιστική.

Ο Παναθηναϊκός επιστρέφει από το Μόναχο με άδεια χέρια επειδή οι τρεις απανωτές γκάφες του Σέλβιν Μακ μετά το 24-35 του 18ου λεπτού χάρισαν στη Μπάγερν τρία καρφώματα στο ανοιχτό γήπεδο και μετέβαλαν ανεπανόρθωτα το μομέντουμ του αγώνα, μέσα σε 2:05, κάπου ανάμεσα στο άψε και στο σβήσε.

Οι παίκτες του Αντρέα Τρινκιέρι ξαναβρήκαν το χαμένο τους ηθικό όταν εντόπισαν την αχίλλειο πτέρνα του αντιπάλου τους και τη σημάδεψαν αλύπητα, μετατρέποντας το παιχνίδι σε φτου ξελευτερία.

Ο Παναθηναϊκός βρήκε κι άλλες ευκαιρίες για να γίνει αφεντικό όταν πήραν τα ηνία στα χέρια τους ο Μποχωρίδης με τον Χέζονια, αλλά η πλάστιγγα έκλεινε πια το μάτι στους Γερμανούς.

Τα δύο προσωπικά καλάθια που πέτυχε ο Μπάλντγουιν όταν οι αλλαγές της ελληνικής άμυνας έστειλαν πάνω του ψηλούς (Μήτογλου, Παπαγιάννης) έκοψαν τη φόρα των «πρασίνων» στο 64-63 και έστησαν το σκηνικό για το τελειωτικό χτύπημα.

Η γκάφα του Σαντ-Ρόος λίγο πριν το φινάλε, με τη διαφορά στους 5 πόντους, δεν ήταν παρά η χαριστική βολή. Η εικόνα του παιχνιδιού συμπυκνώθηκε σε ένα ενσταντανέ.

Η διαφορά ανάμεσα στον 3ο και στον 15ο της βαθμολογίας ήταν απόψε αμελητέα, ιδίως αν συνυπολογιστούν οι απουσίες των Παπαπέτρου, Νέντοβιτς. Η Μπάγερν έπαιξε ουσιαστικά πλήρης, αλλά χρειάστηκε τα «αυτογκόλ» του Μακ για να σκαρφαλώσει έξω από το πηγάδι.

Επιστρέφοντας από το γήπεδο όπου διαδραματίστηκε ο ιστορικός τελικός των Ολυμπιακών Αγώνων του 1972, ο Παναθηναϊκός δικαιούται να αισθάνεται αδικημένος από το αποτέλεσμα, αδικημένος στην πραγματικότητα από τον ίδιο του τον εαυτό.

Δεν γράφω «αισιόδοξος», διότι η ευρωπαϊκή χρονιά είναι χαμένη, η ελληνική θυμίζει ψωριάρικο πάπλωμα, ενώ η επόμενη συναρτάται από παράγοντες σχεδόν αστάθμητους, όπως τα μελλοντικά σχέδια του Νέντοβιτς, του Χέζονια, αλλά και των Παπαπέτρου, Μήτογλου.

Ο αινιγματικός Κροάτης σερβίρισε απόψε το γνώριμο μενού που κυμαίνεται από το ζεστό στο κρύο, χωρίς να πολυπερνάει από το χλιαρό. Όσο ξέχειλος από ταλέντο και αν είναι ο Μάριο Χέζονια, μοιάζει ώρες ώρες να παίζει στο δικό του παιχνίδι.

Τα σκόρπια κατορθώματά του κράτησαν τον Παναθηναϊκό ζωντανό σε δύσκολες στιγμές (π.χ. η ακολουθία τρίποντο σε χρόνο μηδέν και καπάκι τάπα με αφετηρία στο 53-46), ενώ τα στραβοπατήματά του πρόσφεραν ανάσες στον αντίπαλο: μία άμυνα αφηρημάδας εδώ, μία επίδειξη ατομισμού εκεί.

Είναι νομίζω προτιμότερο να περιμένουμε την επιστροφή του Παπαπέτρου και του Νέντοβιτς πριν καταλήξουμε στον πραγματικό ρόλο του Χέζονια, στην ομάδα της …καρδιάς του.

Η ευρωπαϊκή περιπέτεια του Παναθηναϊκού θα έχει στο μεταξύ ολοκληρωθεί, αλλά αυτό το γνώριζαν οι πάντες εξαρχής.