Το μέταλλο του Ολυμπιακού είναι μαλακό, αλλά τα λάθη δεν ξεκινούν από το καλοκαίρι του 2020

Η εποχή του μπριγιόλ

Ο Νίκος Παπαδογιάννης θυμίζει το κόκκινο παρελθόν του Πάντερ και την αγάπη του Μπαρτζώκα για τον αποψινό του δήμιο. 

Η εποχή του μπριγιόλ

Όταν συνάντησα τον Γιώργο Μπαρτζώκα για μία συνέντευξη για την εφημερίδα Documento, το καλοκαίρι του 2019, μιλήσαμε κυρίως για τον αγωνιστή της Αριστεράς πατέρα του και λιγότερο για το μπάσκετ, αφού ο ίδιος ήταν ακόμη άνεργος και δεν έβλεπε τίποτε κόκκινο στην κρυστάλλινη σφαίρα του.

Σε κάποιο διάλειμμα της συζήτησης, τον ρώτησα ποιος είναι ο αγαπημένος του παίκτης στην Euroleague. «Ο Μάλκολμ Ντιλέινι», μου απάντησε χωρίς δισταγμό. «Είναι ο πιο αλτρουιστής μπασκετμπολίστας που πέρασε ποτέ από τα χέρια μου».

Οι δύο τους είχαν συνεργαστεί στη Λοκομοτίβ Κουμπάν, την οποία οδήγησαν στο final-4 του 2016 στο Βερολίνο. Πριν ακόμη ο Ντιλέινι γίνει Ντιλέινι.

Θυμήθηκα την αποστροφή του απόψε, ενάμιση χρόνο αργότερα, όταν είδα τον Ντιλέινι να βάζει τρικλοποδιά στον Ευρωπαίο μέντορά του, σε ένα ματς που μπορεί να κάνει τη διαφορά ανάμεσα στα πλέι-οφ και στον καναπέ.

Και δεν ήταν δα αγωνιστικός αλτρουισμός το στοιχείο που έβγαλε τον Ντιλέινι στον αφρό της βραδιάς.

Το εκπληκτικό είναι, ότι ο ίδιος ο Μπαρτζώκας κέρδισε τη μάχη της συγκεκριμένης φάσης. Έχασε, ωστόσο, τον πόλεμο. 

Αμέσως μετά από το τρίποντο του Βεζένκοφ που έφερε τις δύο ομάδες σε απόσταση αναπνοής (81-79) και το αναπόφευκτο τάιμ-άουτ, ο Ολυμπιακός έπαιξε την καλύτερη αποψινή του άμυνα.

Οι παίκτες του εμφανίστηκαν δασκαλεμένοι για το τάισμα στον Χάινς και τον περικύκλωσαν σε ένα ασφυκτικό triple-team, από αυτά που δεν επιτρέπουν ούτε αναπνοή, πόσο μάλλον σουτ.

O άλλοτε «ερυθρόλευκος» Xάινς κουτσά στραβά κατόρθωσε να περάσει τη μπάλα στον Ντατόμε, ο οποίος μπλοκαρίστηκε από δύο κορμιά κοντά στην τελική γραμμή. Δεν έμενε, παρά μία τελευταία πινελιά για να βγει αυτή η άμυνα. 

Αλλά η μπάλα κύλησε αγκομαχώντας στον Ντιλέινι, ο οποίος την περίμενε έξω από το τρίποντο σαν έτοιμος από καιρό.

Το σουτ του Αμερικανού στο τέλος της «σκοτωμένης» επίθεσης θύμιζε απονενοημένο διάβημα, αλλά έστειλε τη μπάλα ασάλιωτη στο πλεχτό, το οποίο καλά καλά δεν κουνήθηκε από τη θέση του: 84-79, ακριβώς 100 δευτερόλεπτα πριν το τέλος.

Ελάχιστες ομάδες βρίσκουν τη δύναμη για να συνέλθουν από τέτοιο χτύπημα. Ο Ολυμπιακός προσπάθησε να απαντήσει με μία σωστά δομημένη επίθεση, αλλά ο Ζαν-Σαρλ αστόχησε σε λέι-απ, σε μία προσπάθεια πολύ πιο εύκολη από αυτήν του Ντιλέινι.

Αστόχησε, όπως αστόχησαν σε διαδοχικά λέι-απ οι Σλούκας, Μάρτιν αμέσως μετά την ισοφάριση (στο 62-62), όπως αστόχησε σε λέι-απ ο ΜακΚίσικ, στη φάση που θα σφράγιζε το διπλό στο Κάουνας…

Τη φάση του 33ου λεπτού, όταν το σκορ ήταν 70-67, δεν την εντάσσω στην ίδια κατηγορία διότι ουδείς δικαιούται να θεωρεί έγκλημα καθοσιώσεως μία χαμένη μονομαχία με τον Κάιλ Χάινς.

Ο Χασάν Μάρτιν δέχθηκε την πάσα του Σλούκα σε απόσταση επαφής από το καλάθι και νόμιζε ότι είχε εύκολη δουλειά, μέχρι που είδε τον Χάινς να κολλάει τη μπάλα στο ταμπλό σαν χταπόδι με βεντούζες!

Θα χρειαστεί να φάει πολλά ψωμιά ακόμη ο σέντερ τσέπης του Ολυμπιακού, μέχρι να γίνει και ο ίδιος Χάινς, όπως ονειρεύονται στον Πειραιά.

Σαν να μην έφτανε το χουνέρι που επιφύλαξε στον Μάρτιν, ο Χάινς κέρδισε και το τζάμπολ που ακολούθησε από τον Ζαν-Σαρλ, ο οποίος κατέφτασε ξεκούραστος επί τούτου από τον πάγκο.

Σοκαρισμένος θαρρείς από αυτή την εξέλιξη, ο Ολυμπιακός βάλθηκε να σουτάρει με τρεμάμενα χέρια: Σλούκας, Χάρισον, ΜακΚίσικ, Βεζένκοφ, όλοι βρήκαν σίδερο ο ένας μετά τον άλλον στις αμέσως επόμενες φάσεις.

Η Αρμάνι έφτασε ξανά στο +10, πάνω που έδειχνε έτοιμη να πέσει σαν ώριμο φρούτο στο ίδιο καλάθι που έπεσε προ εβδομάδων, όταν ηττήθηκε γηπεδούχος από τον Παναθηναϊκό.

Τότε βέβαια δεν είχε «Τσάτσο», να βάλει τρίποντο σαλπίσματος από 8 μέτρα για να σπάσει την ισοπαλία στο τέλος της γ’ περιόδου (62-62).

Το καρφί στο μάτι του Ολυμπιακού, απόψε, δεν ήταν ο Ροντρίγκεθ ούτε ο Ντιλέινι ούτε βέβαια ο Χάινς, που αποχώρησε από το λιμάνι όταν δεν γινόταν αλλιώς.

Το καρφί ήταν ο Κέβιν Πάντερ, ο οποίος πέτυχε ρεκόρ καριέρας απέναντι στην ομάδα που κάποτε τον είχε δικό της αλλά δεν ήξερε πώς να τον αξιοποιήσει.

Το ιστορικό λάθος του 2018-20, όταν η καλοστημένη και overachiever ομάδα των δύο ευρωπαϊκών τελικών παραδόθηκε στην προπονητική του παρφουμαρίσματος και του μπριγιόλ (με τον αλεξιπτωτιστή Μπλατ αντί του Σφαιρόπουλου), ο Ολυμπιακός το πληρώνει και θα το πληρώνει με πολλούς διαφορετικούς τρόπους.

«Δεν ξέρατε τι σας γινόταν, τότε», είπε με την αποψινή -και όχι μόνο αποψινή- απόδοσή του ο Πάντερ. Και δεν είναι αυτός το μοναδικό χαμένο στοίχημα εκείνης της περιόδου.

Όταν ο Ολυμπιακός κοιταχτεί απόψε στον κομψό ιταλιάνικο καθρέφτη του, για να ζητήσει εξηγήσεις από τον φταίχτη, θα χρειαστεί να λογοδοτήσει για το άθλιο πρώτο ημίχρονο.

Η ομάδα που εμφανίστηκε στο παλαιικό «Φόρουμ» έμοιαζε ανέτοιμη, νερόβραστη και απρόθυμη να αγωνιστεί.

Το 44-26 του 18ου λεπτού απεικόνιζε πιστά την αλήθεια του γηπέδου, ενώ το 62-62 του 28ου υπενθύμιζε ότι ο Ολυμπιακός έχει τη δυναμική και το πρόγραμμα για να χτυπήσει ομάδες καλύτερες από τον ίδιο.

Το πρόβλημα είναι, ότι το σύστημα διεξαγωγής δεν δίνει βαθμούς για τις υπερήφανες ήττες ούτε για τα παλαμάκια και τα «κρίμα» και τα «γαμώτο».

Αν πρόκειται να διεκδικήσει πρόκριση στα πλέι-οφ ο Ολυμπιακός, που προλαβαίνει νομίζω, θα πρέπει να πετύχει υπερβάσει σε αγώνες όπως ο αποψινός και ο μεθαυριανός με τη Μπαρτσελόνα.

Οι τρεις φτηνές ή φτηνούτσικες ήττες των τελευταίων 10-12 ημερών μπορεί, στην τελική λυπητερή, να τον αφήσουν εκτός νυμφώνος.

Θα μπορούσαν να ήταν και τέσσερις, θα πει όποιος θυμηθεί το τρίποντο του Σλούκα στη Γαλλία. Θα μπορούσαν, όμως, και να αποφευχθούν, μία προς μία. Το μέταλλο του φετινού Ολυμπιακού δεν είναι άκαμπτο.