Ο Κώστας Σλούκας υπήρξε ιδανικός πρεσβευτής της Ελλάδας στις κακοτοπιές της απέναντι ακτής του Αιγαίου

Ο Βόσπορος και ο Ρουβίκωνας

Ο Νίκος Παπαδογιάννης πιστεύει ότι η επιστροφή του Κώστα Σλούκα μπορεί να γίνει καταλύτης για την ομαλή μετάβαση του Ολυμπιακού στη μεθεπόμενη μέρα.

Ο Βόσπορος και ο Ρουβίκωνας

Πέντε χρόνια μετά την παλιννόστηση του Νικ Καλάθη το καλοκαίρι της σχεδόν χρεοκοπίας, ο παρτενέρ του τελευταίου στην Εθνική ομάδα επιστρέφει στην πατρίδα του, τον καιρό της πανδημίας.

Το κολύμπι κόντρα στο ρεύμα ήταν ανέκαθεν αγαπημένο σπορ του ελληνικού μπάσκετ, αλλά αυτές οι δύο κινήσεις θα μπορούσαν να γίνουν κάδρο για να τις θυμόμαστε σε κάποιο δυστοπικό μέλλον.

Η απόκτηση του Καλάθη το 2015 κράτησε όρθιο έναν Παναθηναϊκό που βίωνε προκαταβολικά τους κραδασμούς της αναπόφευκτης υποστολής της σημαίας με τον αριθμό «13».

Η επάνοδος του Σλούκα στον Πειραιά δίνει νέα πνοή σε έναν Ολυμπιακό, που βλέπει στον κοντινό του ορίζοντα την αποχώρηση του εμβληματικού διδύμου Σπανούλη-Πρίντεζη.

Ο Καλάθης είχε μπροστά του έναν χρόνο συνύπαρξης με τον Διαμαντίδη. Το ίδιο ισχύει, εικάζω, με Σλούκα και Σπανούλη.

Οι δύο ρούμποι, διότι περί διοικητικών θριάμβων πρόκειται, έχουν πολύ περισσότερα κοινά από όσα μπορεί να διακρίνει ο γυμνός οφθαλμός.

Βεβαίως, ο Καλάθης ήταν ακόμη 26 ετών το 2015 και είχε πολύ περισσότερη άμμο στην κλεψύδρα από ό,τι έχει σήμερα ο 30άρης Σλούκας.

Ωστόσο, η γης που πατούμε εν έτει 2020 είναι καμένη και όχι απλώς τσουρουφλισμένη, όπως τότε. Οι Αγγελόπουλοι έχουν κάθε δικαίωμα να ανοίγουν σαμπάνιες και να ανταποδίδουν την καζούρα. 

Το δυστύχημα για τον Ολυμπιακό είναι ότι ένα καθαρά δικό του παιδί, προσέφερε τα καλύτερα χρόνια του σε έναν ανταγωνιστή.

Τα ταλαιπωρημένα πόδια του Σπανούλη θα ήταν σήμερα πολύ πιο ελαφροπάτητα, εάν ο Σλούκας συμπλήρωνε εννέα χρόνια σερί δίπλα του, στο κόκκινο αποδυτήριο.

Άσχετα αν ο ίδιος ο Σπανούλης «φταίει», άθελά του φυσικά, για τη φυγή του παίκτη που προαλειφόταν για τον δικό του ρόλο...

Πόσο διαφορετική θα ήταν η πορεία των «αιωνίων», αν είχαν κλειδαμπαρώσει την εξώπορτα για να κρατήσουν μέσα τα δύο εκλεκτά παιδιά; Χειρότερη, πάντως, αποκλείεται.

Υπενθυμίζω ότι ο Παναθηναϊκός δεν προκρίθηκε ποτέ σε final-4 μετά την πρώτη αποχώρηση του Καλάθη, ενώ ο Ολυμπιακός έφτασε στον τελικό του 2017, όπου έπεσε πάνω στη Φενέρ του …Σλούκα. 

Θα μπορούσε βεβαίως να τη νικήσει εάν αντιμετώπιζε λιγότερα προβλήματα τραυματισμών και δεν είχε και το καθοριστικό ντεζαβαντάζ της έδρας στο ματς του τίτλου.

Για να είμαστε όμως δίκαιοι, η κορυφαία ομάδα των τελευταίων ετών στη γειτονιά του ευρύτερου Αιγαίου δεν είναι ο Ολυμπιακός, αλλά η Φενέρμπαχτσε, με την αδιάλειπτη παρουσία στα final-4.

Η Φενέρμπαχτσε του Κώστα Σλούκα.

Όποιος νομίζει ότι ο Σλούκας του 2020 είναι ίδιος με τον Σλούκα της πρώτης θητείας του στον Ολυμπιακό δεν έχει παρά να παρακολουθήσει ξανά τους αγώνες του final-4 του 2015 στη Μαδρίτη.

Τότε ο Θεσσαλονικιός γκαρντ ήταν ένας πολύτιμος Χ-factor που ερχόταν από τον πάγκο για να αλλάξει τον ρυθμό με ταχύτητα, δημιουργία και ταχύρρυθμο σκοράρισμα.

Άλλοτε τα κατάφερνε και ανέβαινε στο προσκήνιο, άλλοτε όχι, οπότε επέστρεφε στον πάγκο σαν συνηθισμένος αναλώσιμος ρολίστας.

Δεν μπορούσε να θεωρηθεί ηγέτης ούτε φυσικά αναντικατάστατος. Στο αποχαιρετιστήριο παιχνίδι του, με τον Παναθηναϊκό, έπαιξε μόλις 12 λεπτά. 

Σίγουρα, όμως, ασφυκτιούσε κρυμμένος πίσω από την εκτυφλωτική προσωπικότητα του Βασίλη Σπανούλη. Δυσκολευόταν να βρει συγκεκριμένο ρόλο, μπάλες και τα λεπτά συμμετοχής που ένιωθε ότι του άξιζαν.

Ο ίδιος ο Σπανούλης καταλαβαίνει καλά αυτόν τον καημό, αφού ο ίσκιος του Διαμαντίδη τον ώθησε κάποτε στην έξοδο του Παναθηναϊκού.

Κατά κάποιον τρόπο, ο Σλούκας του 2015 και ο Σπανούλης του 2010 είναι το ίδιο πρόσωπο, ένας Ιανός που κοιτάζει ταυτόχρονα προς δύο διαφορετικές κατευθύνσεις.

Βέβαια ο Σλούκας παραείναι χαμηλών τόνων για να ακολουθήσει μονοπάτι παρόμοιο με του ασυμβίβαστου Σπανούλη. Το φλερτ του Παναθηναϊκού υπήρξε εντονότατο, αλλά ο παίκτης ουδέποτε το συζήτησε σοβαρά.

Ακόμα και η δύσβατη Τουρκία ήταν στο μυαλό του προτιμότερη από τον εν Ελλάδι Ρουβίκωνα. Την πολύτιμη ηρεμία που συνάντησε στην Κωνσταντινούπολη, αν και Έλληνας, δεν θα την έβρισκε ποτέ, αν αποφάσιζε να φορέσει την πράσινη φανέλα με το τριφύλλι.

Η φυγή του Σλούκα δυσαρέστησε τη διοίκηση του Ολυμπιακού, η οποία ποντάρισε τότε τα ρέστα της στο συναίσθημα αλλά ηττήθηκε από τη λογική.

Στα θαυματουργά χέρια του Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς και μακριά από το κοκκινοπράσινο τρελάδικο, ο Σλούκας άνθισε και έγινε ένας από τους καλύτερους Ευρωπαίους μπασκετμπολίστες.

Η επιστροφή του στον Πειραιά σίγουρα είναι η μεταγραφή της χρονιάς για το ευρωπαϊκό μπάσκετ, άσχετα με τα κίνητρα και με τις ιδιαιτερότητές της.

Ο Ολυμπιακός του Μπαρτζώκα θα μπορούσε να θέσει υψηλότερους στόχους εάν είχε τρόπο να κρατήσει στις τάξεις του τον Μιλουτίνοβ, αλλά και δίχως αυτόν μοιάζει ισχυρός και δικαιολογημένα φιλόδοξος.  

Το πρόβλημα είναι, ότι ο πανδαμάτωρ δεν πρόκειται να ξαναδώσει πίσω στον Ολυμπιακό την άγονη, σχεδόν χαμένη, σχεδόν διετία του Μπλατ.

Έγραψα αμέτρητες φορές, ότι με την κουτουρού απόλυση του Γιάννη Σφαιρόπουλου ο Ολυμπιακός σπατάλησε τα τελευταία καλά χρόνια των Σπανούλη και Πρίντεζη και δικαιώθηκα από τα αποτελέσματα.

Απομένει να δούμε, αν  η προσθήκη Σλούκα μπορεί να γίνει καταλύτης για τη μετάβαση σε μία νέα εποχή, ομαλά και χωρίς καταστροφικούς σεισμούς.

Ο Σλούκας δεν είναι μικρός σε ηλικία, αλλά έχει μπροστά του κάμποσα παραγωγικά χρόνια με καθοδηγητή τον Γιώργο Μπαρτζώκα, όπως και ο συνομήλικός του Κώστας Παπανικολάου.

Παραείναι νωρίς για να σκέφτεται ο Ολυμπιακός τι θα συμβεί το 2025, αν και ήδη πραγματοποιεί κάποιες τολμηρές κινήσεις προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση.

«Ο Κώστας Σλούκας γύρισε στο σπίτι του», παιάνισαν τα πρωτοσέλιδα της Παρασκευής. Θα μου επιτρέψετε να αποφύγω τις δακρύβρεχτες μεγαλοστομίες.

Σπίτι του Σλούκα είναι μόνο ένα, αυτό στη Θεσσαλονίκη, όπου κλείστηκε όταν διαγνώστηκε θετικός στον Covid-19 (με ευθύνη της Φενέρ) και του ανέβαζαν τα τρόφιμα με καλαθάκι, σαν να ήταν καλόγερος των Μετεώρων.

Εκείνο που προτιμώ εγώ να τονίσω, είναι ότι ο διεθνής γκαρντ υπήρξε ένας εξαιρετικός πρεσβευτής της Ελλάδας στην Τουρκία επί συναπτή πενταετία, μολονότι συχνά ακροβάτησε  σε επικίνδυνες κακοτοπιές.

Οι Τούρκοι του φέρθηκαν εξαιρετικά, αλλά φρόντισε και ο ίδιος για αυτό, με τη χωρίς υπερβολή άψογη συμπεριφορά του. Και μπράβο του.

Μαζεύοντας τα μπογαλάκια του για το ταξίδι της επιστροφής, αφήνει πίσω του φίλους και μόνο φίλους.

Όταν εμφανιστεί στην ανατολική όχθη του Βοσπόρου ως αντίπαλος, είμαι βέβαιος ότι θα αποθεωθεί από τους παλαίους του πιστούς.

Μεθαύριο που ίσως χρειαστούμε ικανούς διπλωμάτες για να κρατήσουμε τα νερά του Αιγαίου ήρεμα, δεν θα έβλαπτε να τον έχουμε και αυτόν στο τραπέζι.