Οι ψαριές του νέου Παναθηναϊκού προέρχονται από δύο διαφορετικές θάλασσες

Το βαρέλι με τα λαβράκια

Ο Νίκος Παπαδογιάννης σχολιάζει τις μεταγραφικές κινήσεις του Παναθηναϊκού και τη δεύτερη ευκαιρία του Νέντοβιτς.

Το βαρέλι με τα λαβράκια

Mέσα σε εικοσιτέσσερις ώρες, ο Παναθηναϊκός σφράγισε τις δύο μεταγραφές που είχαν συμφωνηθεί από καιρό και λανσάρισε το καινούριο περιφερειακό του δίδυμο: Νεμάνια Νέντοβιτς και Μάρκους Φόστερ.

Δύο στοιχήματα, απολύτως ταιριαστά με τη νέα εποχή της ομάδας.

Εάν κριτήριο για το ζύγισμα είναι η διαφορά κλάσης, πείρας και σεξ απήλ με τους προκατόχους, Καλάθη και Φρεντέτ, η σύγκριση δεν αντέχει σε καμία συζήτηση.

Επειδή όμως σε αυτή τη φάση προέχει να βγάζει ικανοποιητικό ισοζύγιο το κλάσμα ποιότητας/τιμής, η συζήτηση θα πρέπει να τεθεί σε διαφορετικές βάσεις.

Ο ήδη φευγάτος Νικ Καλάθης και ο υπ’ ατμόν Τζίμερ Φρεντέτ, θα τσέπωναν για τη νέα σεζόν ίσαμε 2,5 εκατομμύρια ευρώ, με μετριοπαθείς υπολογισμούς.

Είχαν μάλιστα ισχυρά συμβόλαια, που θα μπορούσαν να γίνουν βραχνάς, εάν οι δυό τους στήλωναν τα πόδια.

Το διαζύγιο με τον Καλάθη αποδείχθηκε εύκολη υπόθεση για πολλούς και διάφορους λόγους, αλλά ο Φρεντέτ είναι ακόμη εδώ και διατηρεί το δικαίωμα της λευκής απεργίας, όπως έκανε κάποτε ο Ταϊρίς Ράις στη Μπαρτσελόνα.

Δεν πρόκειται φυσικά να βρει εκεί έξω συμβόλαιο σαν αυτό -το εξωφρενικό- που του προσέφερε ο περυσινός Παναθηναϊκός, αλλά ελπίζεται ότι θα δείξει κατανόηση.

Ειδάλλως, βράσε όρυζα. Πέρυσι ο Φρεντέτ έκοψε εισιτήρια, αλλά (ελπίζω ότι πλέον συμφωνούμε) αποδείχθηκε ανύπαρκτος στο παρκέ.

Στο έμπα της νέας σεζόν, δεν υπάρχει καν ο παράγων «εμπορική απήχηση». Εάν δεν μεσολαβήσουν υγειονομικά θαύματα, το επόμενο τζάμπολ θα γίνει κεκλεισμένων των θυρών.

Υπάρχουν δύο διαφορετικά βαρέλια στα οποία μία ομάδα όπως ο νέος Παναθηναϊκός μπορεί να αναζητήσει λαβράκια.

Στο πρώτο, ανήκουν νέοι, εξελίξιμοι, πεινασμένοι παίκτες με ταλέντο και αξιοσημείωτο upside. Στο δεύτερο, κολυμπάνε παίκτες που για οποιονδήποτε λόγο έχασαν έδαφος και ψάχνουν μία δεύτερη ευκαιρία, δίχως να απαιτούν λαγούς με πετραχήλια.

Ο Μάρκους Φόστερ βγήκε από το πρώτο βαρέλι και δεν είναι ακόμη παίκτης επιπέδου Euroleague. Ανάλογα με τη δική του προσαρμοστικότητα και πρόοδο, μπορεί να γίνει από Μάικ Τζέιμς μέχρι Ντέργουιν Κίτσεν.

Το πιθανότερο είναι φυσικά το δεύτερο, αλλά αξίζει μια ζαριά, τώρα που δεν υπάρχει η δυνατότητα για σπατάλες: low risk, high reward, θα έλεγαν στην πατρίδα του.

Ο Νέντοβιτς, ωστόσο, προέρχεται από τη δεύτερη δεξαμενή. Υπό κανονικές συνθήκες, το κασέ του στα 29 του θα ήταν πολύ πιο κοντά στα επταψήφια νούμερα παρά στα 550 χιλιάρικα που θρυλείται ότι κόστισε.

Ο υγιής Νέντοβιτς θυμίζει περισσότερο τους Τσάτσο, τους Τεόντοσιτς και τους Καλάθηδες του στερεώματος, παρά τους Ντένμον, τους  Μπλουμς και τους Φελντίν.

Η προπέρσινη παρέλαση της Αρμάνι στο ΣΕΦ (75-99) παραμένει σημείο αναφοράς για τον Σέρβο και ασφαλώς θα έχει περίοπτη θέση στο portfolio του μάνατζέρ του.

Όταν ο Νέντοβιτς νιώθει τα πόδια του γερά, θα σκοράρει πολύ, θα μοιράσει παιχνίδι, θα κλέψει μπάλες, θα τρέξει στον αιφνιδιασμό και θα πάρει τα κρίσιμα σουτ, ακόμα και αν δίπλα του έχει τον Τζέιμς.

Προφανώς τα δεδομένα αλλάζουν εάν στο πλευρό του στέκεται ο Μποχωρίδης ή ο Φόστερ, αλλά ο Νέντοβιτς έχει νοοτροπία μπροστάρη και δυνατότητες που την αντικατοπτρίζουν.

Επίσης, διαθέτει την κωλοπαιδοσύνη που είναι ίδιον όλων των σπουδαίων γκαρντ της ευρύτερης γιουγκοσλαβικής σχολής. Ο Νέντοβιτς δεν είναι σε καμία περίπτωση στρατιωτάκι.

Εάν πιάσουν τόπο οι προσευχές των «πρασίνων», θα έχουν στον παρκέ έναν combo γκαρντ όχι πολύ χειρότερο από τον Καλάθη. Και με το 1/3 του κόστους.

Το «εάν» με το οποίο συνοδεύονται τα παραπάνω έχει κεφαλαίο όχι μόνο το «ε» αλλά και τα υπόλοιπα γράμματα.

Παίκτης που αισθάνεται τα ποδάρια του πήλινα δεν μπορεί να παρουσιάσει ολόκληρο το ρεπερτόριό του, ακόμα και όταν είναι υγιής.

Θα φοβηθεί την επαφή, θα αποφύγει τα μπασίματα ένας εναντίον τριών, θα αφήσει τη βρωμοδουλειά σε άλλους, θα νιώσει το μυαλό του να κουράζεται γρήγορα.

Το λαβράκι από τη Σερβία ίσως αποδειχθεί μπουκιά και συχώριο, αλλά μπορεί και να έχει μπαγιατέψει. Και κάνει πολύ άσχημο στομάχι, το χαλασμένο ψάρι.

Ο Παναθηναϊκός, ωστόσο, δεν έχει τη δυνατότητα να εμφανίζεται υπεροπτικός στις επιλογές του.

Εφ’ όσον πασχίζει να φτιάξει μία ομάδα στοιχειωδώς αντάξια της κληρονομιάς και της φανέλας, οφείλει να κινηθεί με τόλμη και γνώση.

Η προσπάθειά του να ντύσει στα πράσινα και τον εξαιρετικό Λαπροβίτολα δείχνει ότι αρνείται τη μεμψιμοιρία και δεν συμβιβάζεται με τη μετριότητα.

Φτηνούς ψηλούς δεν θα είναι εύκολο να εντοπίσει στο διεθνές παζάρι, αλλά η τρύπα σε αυτή τη θέση είναι μικρότερη, χάρη στην παρουσία των Παπαγιάννη, Μήτογλου, αλλά και του Παπαπέτρου.

Δύο ή τρεις διάνα επιλογές περιφερειακών παικτών, σε συνδυασμό με καλό προπονητικό πρόγραμμα, μπορούν κάλλιστα να ανεβάσουν μία ομάδα από το κάτω ράφι στο μεσαίο.