Νεστέροβιτς στο Gazzetta: «Μου ήρθε χαρτί να πάω φαντάρος στην Ελλάδα κι εγώ μετά βίας περπατούσα»!

Νεστέροβιτς στο Gazzetta: «Μου ήρθε χαρτί να πάω φαντάρος στην Ελλάδα κι εγώ μετά βίας περπατούσα»!

Ο Ράσο Νεστέροβιτς μιλάει στο Gazzetta για το ελληνικό διαβατήριο που κρατά ακόμα καλά φυλαγμένο στο συρτάρι του, συγκρίνει τον Βασίλη Σπανούλη με τον Σάσα Ντανίλοβιτς, και αναφέρεται στο όνειρό του να αγωνιστεί στον ΠΑΟΚ του Ίβκοβιτς, καθώς και στον τραυματισμό στην Καβάλα που έβαλε άδοξο τέλος στην καριέρα του.

Συνέντευξη στον ΓΙΑΝΝΗ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΚΗ
@Giannis_Stavr

Ακόμα και αν η ιστορία έχει γράψει πια ότι ο Ράσο Νεστέροβιτς ήρθε στην Ελλάδα στις αρχές των '90s με την προοπτική να αγωνιστεί στον ΠΑΟΚ του Ντούσαν Ίβκοβιτς με το επώνυμο Μακρής, ως μέλος της ελληνοποιημένης παρέας με τον Πρέντραγκ Στογιάκοβιτς (Κίνη) και τον Μίλαν Ρέλιτς (Ταμπαντζά), εντούτοις ο βετεράνος Σλοβένος σέντερ δεν έπαιξε ποτέ στον «Δικέφαλο του Βορρά». Τελικά, οι δρόμοι του Νεστέροβιτς και του Ντούντα συναντήθηκαν δεκαεπτά χρόνια αργότερα, όταν φόρεσε τα ερυθρόλευκα του Ολυμπιακού.

Στο μεσοδιάστημα, είχε κατακτήσει τόσο τη EuroLeague όσο και το πρωτάθλημα στο ΝΒΑ, αποτελώντας έναν από μόλις 13 παίκτες στην ιστορία που έχουν πετύχει αυτό το σπάνιο επίτευγμα. Παρ' όλα αυτά, εκείνος ο τραυματισμός στον ώμο, σε έναν αγώνα του Ολυμπιακού στην έδρα της Καβάλας, σηματοδότησε το τέλος μιας σπουδαίας καριέρας, μιας πορείας που η μοίρα της συνδέθηκε με το ελληνικό διαβατήριο που είχε εκδώσει το 1993 και εξακολουθεί να κρατά φυλαγμένο.

Το Gazzetta συνάντησε τον Ράσο Νεστέροβιτς στη Λιουμπλιάνα, όχι μακριά από το σημείο όπου, πριν χρόνια, είχε υποδεχτεί τον Γκρεγκ Πόποβιτς, τον εμβληματικό προπονητή των Σπερς που, με τις συστάσεις του Ντούσαν Ίβκοβιτς και του Ζάρκο Πάσπαλι, ταξίδεψε ως εκεί για να υπογράψει τον Σλοβένο ψηλό. Ο Νεστέροβιτς θυμάται την περίοδο που ήρθε στην Ελλάδα για λογαριασμό του ΠΑΟΚ και συγκρίνει τα τρία εμβληματικά περιβάλλοντα του μπάσκετ που είχε την ευκαιρία να αγωνιστεί. Παράλληλα, αναφέρεται στο διαβατήριο που του άλλαξε την μπασκετική διαδρομή και εύχεται να ήταν μερικά χρόνια νεότερος όταν ήρθε στον Ολυμπιακό για να απολαύσει το παιχνίδι.

image

«Δεν είμαστε γιατροί, δεν σώζουμε ζωές, δεν αλλάζουμε τον κόσμο»

Πάντα έδινες την εντύπωση ενός ανθρώπου που δεν θυμώνει ποτέ. Απόλυτη ηρεμία! Ισχύει;

«Όχι, όχι, θυμώνω. Μη νομίζεις, μπορώ να θυμώσω! Όχι συνέχεια, αλλά ναι, καμιά φορά. Εξαρτάται απ’ την κατάσταση».

Αν κάποιος σε ρωτούσε «Ποιος είναι ο Ράντοσλαβ Νεστέροβιτς;» χωρίς να ξέρει τίποτα από μπάσκετ, τι θα απαντούσες;

«Είμαι απλά ένας φυσιολογικός άνθρωπος. Ένας απλός τύπος με πέντε παιδιά, που προσπαθεί να τα πηγαίνει στις δραστηριότητες και στα σχολεία τους. Πάντα κρατούσα μακριά την προσωπική μου ζωή από το μπάσκετ. Το μπάσκετ ήταν κάτι που κάναμε, κάτι που μας άρεσε και ζήσαμε καλά μέσα απ’ αυτό. Αλλά, ξέρεις, μερικές φορές κάποιοι παίκτες το παίρνουν πολύ σοβαρά και νομίζουν ότι είναι κάτι παραπάνω μόνο και μόνο επειδή παίζουν ένα άθλημα, είτε είναι μπάσκετ είτε ποδόσφαιρο. Δεν είμαστε γιατροί. Δεν σώζουμε ζωές, δεν αλλάζουμε τον κόσμο. Παίζουμε ένα παιχνίδι και πληρωνόμαστε πολύ καλά γι’ αυτό. Η καριέρα μου ήταν το ένα κομμάτι. Το άλλο είναι η προσωπική μου ζωή και πάντα τα κρατούσα ξεχωριστά. Πέρασα καλά και κακά χρόνια, καλές και δύσκολες στιγμές, αλλά είμαι περήφανος γι’ αυτό που έκανα. Ίσως όμως, περισσότερο απ’ όλα, είμαι περήφανος για το ότι διατηρώ ακόμα καλές σχέσεις με τους παίκτες που είχα παίξει μαζί. Όπως ο Βασίλης Σπανούλης, κάποιοι από τους Σαν Αντόνιο Σπερς, την Κίντερ Μπολόνια και τους Ράπτορς».

Έχεις ζήσει σε τόσες χώρες, σε τόσες διαφορετικές κουλτούρες. Πού νιώθεις πιο πολύ σαν στο σπίτι σου;

«Κοίτα, υπάρχουν χώρες και πόλεις που σου ταιριάζουν περισσότερο, και άλλες λιγότερο. Δηλαδή, ακόμα και στη Μινεσότα, που είχε πολύ κρύο και ήταν αρκετά διαφορετική από την Ιταλία απ’ όπου είχα έρθει τότε, πέρασα καλά. Μετά από κάποιο διάστημα προσαρμόστηκα, και τελικά το απόλαυσα. Στο Σαν Αντόνιο επίσης. Αλλά νομίζω ότι η Ευρώπη είναι αυτή που μου είναι πιο οικεία, μιας και εκεί μεγάλωσα. Οπότε μάλλον Ιταλία και Ελλάδα. Η Μπολόνια, για παράδειγμα... ναι, η Μπολόνια ήταν ένα μέρος που ένιωθα σαν στο σπίτι μου. Αλλά και το Τορόντο... Το παιδί μου γεννήθηκε στο Τορόντο. Οπότε για μένα έχει κάτι ξεχωριστό. Πάντα μου άρεσε αυτή η πόλη, αυτό το μείγμα. Έχει ιταλική πλευρά, ελληνική πλευρά, σερβική, ρωσική… τα έχει όλα. Κι αυτό μου αρέσει πολύ».

Υπάρχει κάποια ελληνική λέξη ή συνήθεια που υιοθέτησες όσο ζούσες στην Ελλάδα και που κρατάς ακόμα και σήμερα;

«Οι Έλληνες, ξέρεις, μοιάζουν πολύ με εμάς. Οπότε είμαστε παρόμοιοι, αγαπάμε τη ζωή, μας αρέσει να την απολαμβάνουμε. Αλλά ταυτόχρονα είμαστε και παθιασμένοι, συναισθηματικοί. Επομένως, η αλήθεια είναι πως δεν χρειάστηκε να προσαρμοστώ ή να αλλάξω κάτι. Ένιωθα σαν στο σπίτι μου. Και, ξέρεις, έχω και ελληνικό διαβατήριο. Οπότε... είμαι και λίγο Έλληνας»!

Κοιτάζοντας την καριέρα σου, βλέπει κανείς τρία εμβληματικά περιβάλλοντα του μπάσκετ, το καθένα με τη δική του κουλτούρα και δυναμική. Αν έπρεπε να περιγράψεις καθένα από αυτά με μία λέξη, ποια θα διάλεγες για τη Βίρτους με τον Μεσίνα, τους Σπερς με τον Πόποβιτς, τον Ολυμπιακό με τον Ίβκοβιτς;

«Το καθένα είναι κάτι ξεχωριστό για μένα, πραγματικά. Νιώθω ευλογημένος, το λέω πάντα αυτό. Είχα την τύχη να με προπονήσουν σπουδαίοι προπονητές, να παίξω δίπλα σε καταπληκτικούς παίκτες. Από τον Σάσα Ντανίλοβιτς, τον Ριγκοντό, τον Σάβιτς… μέχρι μετά τον Κέβιν Γκαρνέτ, τον Τιμ Ντάνκαν, τον Κρις Μπος. Είναι κάτι που το κουβαλάω μέσα μου. Και κάθε εμπειρία ήρθε σε διαφορετικό σημείο της καριέρας μου. Η Βίρτους ήταν η αρχή. Ο Ολυμπιακός το τέλος. Στο Σαν Αντόνιο ήμουν στη μέση. Οπότε δεν μπορώ να διαλέξω λέξη ή να συγκρίνω. Πέρασα καλά παντού. Δεν θα άλλαζα τίποτα, ίσως μόνο να είχα κατακτήσει μερικούς τίτλους παραπάνω, αυτό ίσως να με έκανε λίγο πιο χαρούμενο. Αλλά στο τέλος της ημέρας, το μόνο που μπορώ να πω είναι: δόξα τω Θεώ. Είχα μια γεμάτη, μακρά καριέρα και είμαι ευγνώμων γι’ αυτό».

image

«Η μεγαλύτερη αλήθεια που μου είπε ποτέ ο Πόποβιτς»

Ποιο από αυτά τα περιβάλλοντα θεωρείς ότι σε διαμόρφωσε περισσότερο ως άνθρωπο, όχι μόνο ως παίκτη;

«Πιθανότατα η Ευρώπη. Όπως είπα, η Ελλάδα και η Ιταλία. Αυτά είναι τα μέρη που μου ταιριάζουν. Ως άνθρωπος, με τον τρόπο ζωής που μου αρέσει».

Οι Σπερς είναι γνωστοί για λέξεις όπως ταπεινότητα, ομάδα και μεθοδικότητα. Πώς ήταν η καθημερινότητα σ’ αυτό το περιβάλλον;

«Ήταν εύκολο. Ο Γκρεγκ Πόποβιτς ήταν φοβερός προπονητής. Σου έδινε να καταλάβεις από την πρώτη μέρα πού βρίσκεσαι, και κάθε μέρα σου μιλούσε στα ίσια. Η σχέση δεν ήταν απλώς κόουτς-παίκτης, ήταν πιο πολύ σαν οικογένεια. Φρόντιζε τους παίκτες του με τον καλύτερο τρόπο. Τα καλύτερα ξενοδοχεία, το καλύτερο φαγητό. Ήθελε πριν και μετά τους αγώνες να νιώθουμε όλοι σαν μια οικογένεια. Ας πούμε, όταν παίζαμε εκτός έδρας, σε πόλεις όπως το Πόρτλαντ ή το Σιάτλ, μετά το ματς άνοιγε ένα από τα καλύτερα εστιατόρια και πήγαιναν όλοι οι κόουτς εκεί για φαγητό, άσχετα από το αποτέλεσμα. Το παιχνίδι τελείωσε, θα τα πούμε γι' αυτό αύριο. Και έλεγε στους παίκτες: "Όποιος θέλει, ελάτε. Φέρτε τις γυναίκες σας, τις κοπέλες σας, φίλους. Όλοι ευπρόσδεκτοι." Αυτό ήταν μόνιμο αστείο: προσπαθούσαμε να μαντέψουμε πού θα πάει για φαγητό πριν τον αγώνα, γιατί ξέραμε ότι θα πληρώσει εκείνος. Πηγαίναμε λοιπόν ξαφνικά και του λέγαμε “ευχαριστούμε”, κι εκείνος γελούσε γιατί μας είχε ήδη καταλάβει. Δεν σε άφηνε ποτέ να πληρώσεις. Είχε μια δόση από το ευρωπαϊκό στυλ, το βαλκανικό, το οικογενειακό. Γι' αυτό και κράτησα τόσες φιλίες από εκεί: με τον Μάνου, τον Σον Μαρκς, τον Τόνι... Τους είδα και πρόσφατα. Περάσαμε πραγματικά υπέροχα».

Πόσο διαφορετική είναι η πειθαρχία του Πόποβιτς σε σχέση με Ευρωπαίους προπονητές όπως ο Μεσίνα ή ο Ίβκοβιτς;

«Είναι πιο διαφορετικός σε σχέση με τους υπόλοιπους NBA προπονητές, παρά με αυτούς τους δύο! Είναι πιο κοντά στον Ντούντα και τον Έτορε, παρά στους Αμερικανούς. Εντελώς διαφορετική νοοτροπία. Άλλη προσέγγιση. Μπορεί να γίνει πολύ σκληρός, πολύ απαιτητικός, πραγματικά δύσκολος. Αλλά ξέρεις γιατί το κάνει. Τα θέλει όλα από όλους. Από τον πρώτο, τον Τίμι (Ντάνκαν), μέχρι τον δωδέκατο παίκτη. Η αντιμετώπιση είναι ίδια για όλους. Αυτός είναι ο τρόπος του».

Ποια ήταν η καθοριστική στιγμή για σένα εκεί, μπασκετικά ή και προσωπικά;

«Σίγουρα το πρωτάθλημα. Το 2005. Πω πω, πέρασαν 20 χρόνια... Ναι, σίγουρα το πρωτάθλημα. Αυτή ήταν η στιγμή».

Ο Πόποβιτς δίνει τεράστια σημασία στον χαρακτήρα, όχι μόνο στο ταλέντο. Πώς καλλιεργούσε αυτό το στοιχείο στην ομάδα;

«Το έκανε πολύ καλά. Πάντα διάλεγε, εκείνη την εποχή τουλάχιστον, παίκτες με χαρακτήρα που ταίριαζε με του Τίμι. Γιατί αν ταίριαζες με τον Τίμι, τότε αυτόματα ταίριαζες και με τον Πόποβιτς. Και με τον Μάνου, και με τον Τόνι, και με όλους. Ήταν ένα πολύ ξεχωριστό γκρουπ ανθρώπων. Ο Ρόμπερτ Χόρι, για παράδειγμα. Έχει εφτά δαχτυλίδια. Εσύ το ξέρεις γιατί είσαι μπασκετικός, αλλά πολλοί που βλέπουν μπάσκετ δεν το γνωρίζουν. Πολλοί νέοι δεν έχουν ιδέα ποιος είναι ο Χόρι. Κι όμως, είναι ίσως ο παίκτης που έχει κρίνει περισσότερους τελικούς από οποιονδήποτε άλλον»!

Η μεγαλύτερη αλήθεια που σου είπε ποτέ ο Πόποβιτς, ακόμα κι αν πόνεσε εκείνη την ώρα;

«Μείνε ταπεινός. Ποτέ πολύ ψηλά, ποτέ πολύ χαμηλά. Ναι, θυμάμαι πως θύμωνε πολύ αν δεν σεβόσουν τον αντίπαλο. Αν ήσουν μπροστά με 20 πόντους και έκανες τρέλες, τρελαινόταν. Γι’ αυτό τον σέβομαι. Ήταν πάντα σεβαστικός σε όλους, είτε σε καλές είτε σε κακές στιγμές. Αυτό προσπαθώ να διδάξω και στα παιδιά μου: μην κάνεις στους άλλους ό,τι δεν θέλεις να σου κάνουν. Αυτή ήταν η βασική του διδασκαλία».

image

«Ο Ντούντα χρειαζόταν εκείνη τη σεζόν για να καθαρίσει τον Ολυμπιακό»

Ο Ιβκοβιτς είχε τη φήμη ότι ήταν αυστηρός αλλά και «σοφός». Πώς τον έζησες εσύ;

«Ναι, ήταν πολύ αυστηρός, αλλά πιστεύω ότι είχε μεγάλο ταλέντο στο να αναγνωρίζει τους νέους παίκτες. Επιλογές όπως ο Παπανικολάου, ο Σλούκας και ο Κατσιβέλης δείχνουν αυτό. Για παράδειγμα, τον Σλούκα τον έστειλε στον Άρη εκείνη την εποχή, που ήταν πολύ καλύτερο για εκείνον. Αν έμενε μαζί μας, πιθανότατα δεν θα έπαιζε πολύ, γιατί είχαμε τον Μπίλι Σπανούλη, τον Παπαλουκά και τον Γιοτάμ Χαλπερίν. Οπότε, μάλλον ήταν καλύτερα για εκείνον που πήγε στον Άρη, εκεί ξεκίνησε και μεγάλωσε ως παίκτης. Πιστεύω πως ήταν πολύ καλός στο να εντοπίζει ταλέντα και ταυτόχρονα εξαιρετικός ψυχολόγος, ήξερε πώς να προσεγγίζει τον κάθε παίκτη με διαφορετικό τρόπο».

Η σεζόν εκείνη ήταν ξεχωριστή για τον Ολυμπιακό. Ήταν το καλοκαίρι που ήρθε ο Βασίλης Σπανούλης στην ομάδα. Νομίζω ήσουν η δεύτερη ή τρίτη μεταγραφή του Ολυμπιακού. Πώς ήταν η ατμόσφαιρα στην ομάδα εκείνη την περίοδο;

«Εγώ ακόμα σκεφτόμουν αν θα μείνω στο NBA ή όχι, οπότε... Μίλησα με τον Ντούντα και ήθελα να δοκιμάσω ξανά, αλλά ήμουν λίγο μεγάλος σε ηλικία. Ήμουν σε καλή φόρμα, αλλά δεν μπορούσα πια να ανακάμψω τόσο γρήγορα, ξέρεις. Σιγά σιγά το κατάλαβα... Τότε συνειδητοποίησα ότι ίσως ήρθε η ώρα να αρχίσω να σκέφτομαι την πάθος μου για το παιχνίδι με άλλο μάτι. Είχαμε καλές και κακές στιγμές. Νομίζω ο Ντούντα χρειαζόταν εκείνη τη χρονιά για να καθαρίσει την ομάδα, να την βάλει στη σωστή πορεία, όπως ήθελε. Και έκανε καταπληκτική δουλειά την επόμενη χρονιά, όταν και κατακτήσαμε τον τίτλο της EuroLeague».

Τι σου άρεσε περισσότερο από το ελληνικό μπάσκετ και τι σου φάνηκε αρχικά πρωτόγνωρο;

«Όταν ήρθα, ο Ολυμπιακός κουβαλούσε τιμωρία… Από τον τελικό της προηγούμενης χρονιάς, είχαν τιμωρηθεί με έξι ή επτά αγώνες χωρίς κόσμο. Θυμάσαι; Έτσι παίξαμε όλο το πρώτο γύρο στο ΣΕΦ με 12.000 θέσεις και δεν υπήρχε κανείς. Ήταν περίεργο. Μετά, σιγά σιγά αρχίσαμε να κινούμαστε, να αλλάζουμε τα πράγματα. Και μετά τον πρώτο γύρο της EuroLeague, όταν παίξαμε στο TOP-16 με Ζαλγκίρις, Βαλένθια, Φενέρ, τότε άρχισαν να έρχονται οι φίλαθλοι και η ατμόσφαιρα έγινε πραγματικά καλή. Αυτό μου άρεσε πολύ, όπως λέγαμε πριν, ο κόσμος που είναι πραγματικοί φίλαθλοι. Αυτό που δεν μου αρέσει, όμως, είναι όταν γίνεται πολύ επικίνδυνο, καταλαβαίνεις; Για όλους, για τους φιλάθλους, για τους παίκτες, για όλους. Είναι υπέροχο να φωνάζουν, να γκρινιάζουν, ακόμα και να με βρίζουν, αλλά να μη βάζουν σε κίνδυνο εμένα ή κάποιον άλλον».

Ο Ιβκοβιτς είχε ιδιαίτερο χιούμορ και έναν ξεχωριστό τρόπο να περνάει τα μηνύματά του. Υπάρχει κάποια αξέχαστη στιγμή που σου έχει μείνει;

«Ω, ναι, υπάρχουν πολλές… Είχε απίστευτη μνήμη. Θυμόταν τι είχε γίνει πριν τρεις μήνες σε κάποιο παιχνίδι! Για παράδειγμα, αν έκανα εγώ λάθος ή κάποιος άλλος, έλεγε πάντα: "Θυμάμαι σε εκείνο το ματς…" με τη φωνή του. Εγώ είχα ήδη ξεχάσει ότι παίζαμε με τη Ρεάλ και εκείνος έλεγε: "Θυμάσαι τότε που…" Δεν ξέρω, κάποια αλλαγή στην άμυνα. Πώς το θυμόταν αυτό; Είχε μνήμη υπολογιστή, καταλαβαίνεις; Ήταν απίστευτος σε αυτό. Ήξερε τα πάντα. Απίστευτος. Τόση εμπειρία. Και νομίζω ότι δεν τον κούραζε καθόλου όλο αυτό, απλά έτσι ήταν για εκείνον».

image

«Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα τελείωνα με τραυματισμό»

Θυμάσαι τη στιγμή του τραυματισμού στην Καβάλα; Τι ένιωσες εκείνη τη στιγμή; Πόνο, φόβο ή μια διαίσθηση ότι κάτι τελείωσε;

«Απλώς φανταζόμουν ότι θα έπαιζα στους τελικούς και ξαφνικά, όλα καταστράφηκαν… Ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι θα τελείωνα την καριέρα μου με έναν τραυματισμό. Στην αρχή ένιωσα πόνο… Δεν είχα ποτέ σοβαρό τραυματισμό, καταλαβαίνεις; Οπότε σκέφτηκα, ίσως σε δύο εβδομάδες να είμαι πίσω. Αλλά όταν οι γιατροί μου είπαν ότι χρειάζεται εγχείρηση, κατάλαβα ότι αυτό ήταν… Πρακτικά τελείωσα».

Πότε κατάλαβες ότι αυτός ο τραυματισμός δεν ήταν απλώς απουσία μερικών εβδομάδων, αλλά... το τέλος;

«Όχι αμέσως. Ήμουν ακόμα αισιόδοξος ότι θα επιστρέψω. Αλλά όταν γεννήθηκε η κόρη μου στην Αθήνα, το τρίτο μου παιδί, κατάλαβα κάτι. Μετά το τέλος της σεζόν πήγαμε στη θάλασσα, στη Μύκονο ή τη Ρόδο, δεν θυμάμαι ακριβώς και κοίταξα τον ώμο μου. Λέω, "ρε φίλε, τώρα με τρία παιδιά, για να επιστρέψω, μάλλον θα χρειαστώ πέντε με έξι μήνες τουλάχιστον για αποθεραπεία". Και σκέφτηκα, "δεν ξέρω αν αξίζει να ρισκάρω αυτούς τους έξι μήνες και να χάσω χρόνο με τα παιδιά μου". Γι’ αυτό αποφάσισα ότι ίσως ήταν η ώρα να σταματήσω πριν γίνει κάτι χειρότερο. Δεν το μετάνιωσα ποτέ. Έχουν περάσει, ας πούμε, ήδη 14 χρόνια που τα πέρασα με την οικογένειά μου, με τα παιδιά μου, τα είδα να μεγαλώνουν. Κάποιες φορές παίζεις, κάνεις προπονήσεις και ξαφνικά ξυπνάς και τα παιδιά σου είναι 18 χρονών. Ο χρόνος πετάει. Ήμουν κομμάτι αυτού του χρόνου. Είμαι ακόμα. Δεν το μετάνιωσα ποτέ. Το μόνο που μετανιώνω είναι που δεν ήμουν στην ομάδα του Ολυμπιακού που κέρδισε. Αυτό είναι το μεγαλύτερο μου παράπονο. Είτε στην Ευρωλίγκα, είτε στο ελληνικό πρωτάθλημα. Να βγάλουμε μετά όλη την ομάδα στα μπουζούκια! Μ’ αρέσουν τα μπουζούκια, είναι τέλεια».

Πόσος χρόνος χρειάστηκε να το αποδεχτείς ψυχολογικά; Πώς διαχειρίστηκες το κενό μετά το σοκ;

«Εγώ δεν είμαι άνθρωπος που μένει στο... γκρίζο. Είμαι στο άσπρο ή στο μαύρο, ξέρεις, σε όλα στη ζωή. Δεν υπάρχει μέση οδός. Οπότε, αν αποφασίσω ότι τελείωσε, τότε τελείωσε. Απλώς το είπα και το δέχτηκα. Και ποτέ δεν είπα "ωχ, πρέπει να πάω προπόνηση". Όχι. Αμέσως άρχισα κάτι εντελώς διαφορετικό. Ένα διαφορετικό ρυθμό ζωής. Ταξίδευα περισσότερο γιατί πριν δεν μπορούσα. Άρχισα να κάνω πάλι σκι, να πηγαίνω στο χιόνι και τέτοια. Όπως σου είπα, δεν το μετάνιωσα ποτέ».

Την επόμενη χρονιά, ο Ολυμπιακός κατέκτησε την EuroLeague με μια απίθανη ανατροπή. Πιστεύεις ότι, αν δεν είχες τραυματιστεί, θα είχες ρόλο σε αυτή την ομάδα; Όχι μόνο αγωνιστικά, αλλά και ως ηγέτης, ψυχολογικά ή σαν μέντορας;

«Δεν ξέρω. Ίσως αν είχα μείνει... Έφεραν και μερικούς καλούς παίκτες τότε. Έφεραν τον Τζόι Ντόρσεϊ, έναν εξαιρετικό παίκτη. Ποτέ δεν ξέρεις πώς θα πάει. Μου άρεσε πολύ να παίζω με τον Παπαλουκά ή με τον Σπανούλη. Ιδιαίτερα με αυτούς τους δύο γκαρντ, καταλαβαίνεις. Τα πόδια μου δεν ήταν πια τόσο δυνατά, οπότε κυρίως έπαιζα στο pick and roll. Και στο pick and roll, αν έχεις πασέρ όπως ο Παπαλουκάς και ο Σπανούλης, είναι εύκολο. Πάντα λέω, ο σέντερ αν αργήσει μισό δευτερόλεπτο, είναι η λεπτή διαφορά ανάμεσα στο εύκολο καλάθι και στο λάθος, να κάνεις βήματα. Αν του περάσουν τη μπάλα αμέσως, απλά κάνεις λέι απ. Οπότε, ένιωθα πολύ τυχερός που έπαιξα με αυτά τα παιδιά σε αυτό το τελικό στάδιο της καριέρας μου, όταν ήμουν λίγο πιο φθαρμένος και όχι όπως όταν ήμουν νεότερος».

Πώς αλλάζει ένας άνθρωπος όταν ξαφνικά σταματάει από κάτι που έκανε όλη του τη ζωή;

«Όπως σου είπα, απλά πρέπει να πάρεις την απόφαση. Εγώ απλώς αποφάσισα τέλος και είπα τελείωσε, και αυτό ήταν. Αν θες να τελειώσεις, το λες και τελειώνει εκεί. Αν όμως σκέφτεσαι ναι ή όχι, τότε καλύτερα να συνεχίσεις να παίζεις. Γιατί μετά αρχίζεις να σκέφτεσαι "τι θα γινόταν αν…", και εγώ ποτέ δεν είχα τέτοια σκέψη».

Πώς σε άλλαξε εκείνος ο τραυματισμός, όχι σαν παίκτη, αλλά σαν άνθρωπο;

«Ο τραυματισμός με άλλαξε γιατί συνειδητοποίησα ότι όλα, ακόμα και τα πιο αυτονόητα, έχουν όριο στον χρόνο. Από εκεί και πέρα, άρχισα να φροντίζω το σώμα μου με διαφορετικό τρόπο. Πριν, έδινα το 100% και προσπαθούσα απλώς να είμαι σε φόρμα, μετά άρχισα να κάνω περισσότερα για πρόληψη, για να προστατεύσω τον εαυτό μου».

image

«Το ελληνικό διαβατήριο με βοήθησε να φύγω για τη Βίρτους»

Πώς προέκυψε η επαφή με τον ΠΑΟΚ; Ποιος σε έφερε στην Ελλάδα και τι σου είχαν υποσχεθεί τότε;

«Μέσω του Ντούντα. Νομίζω μέσω του αδερφού του, Πίβα, και του Ντούντα. Κάποιοι παίκτες είχαν ήδη φύγει για τον Πανιώνιο, όπως ο Γέλιτς. Ή ο Τάρλατς και ο Τόμιτς που πήγαν στον Ολυμπιακό. Οπότε ο Ντούντα άνοιξε την πόρτα, πήρε τον Στογιάκοβιτς, εμένα και τον Ρέλιτς. Αλλά εγώ δεν μπορούσα να τακτοποιήσω τα χαρτιά μου, είχαν "κολλήσει" στη Σλοβενία. Οι άλλοι ήταν από τη Σερβία, οπότε ήταν πιο εύκολο για αυτούς να τακτοποιήσουν τις διαδικασίες με τη FIBA. Για μένα ήταν αδύνατο. Μετά από τρεις μήνες γύρισα πίσω. Παρόλα αυτά, είχα το διαβατήριο, το οποίο το ’97 με βοήθησε να φύγω. Το ’97 ήμουν σε μια κατάσταση μετά από μια σεζόν στην Ολίμπια Λιουμπλιάνα, όπου ήμουν ασταθής και δεν έπαιζα πολύ, λόγω κάποιων καταστάσεων, δεν ήθελα να υπογράψω μακροχρόνιο συμβόλαιο, οπότε δεν με έβαζαν να παίζω. Κανείς δεν ήθελε να με πάρει ως ξένο. Έτσι πήρα το διαβατήριο και άρχισα να παίζω. Και όπως πάντα λέω, η ζωή είναι γεμάτη εκπλήξεις. Τον Μάιο του ’97 ήμουν στο Final Four με την Ολίμπια στη Ρώμη, αλλά δεν έπαιξα καθόλου, ήμουν πολύ απογοητευμένος. Και τον Μάιο του ’98 έγινα πρωταθλητής Ευρώπης με την Κίντερ Μπολόνια, έπαιξα 30 λεπτά. Αλλά αυτές οι καταστάσεις σου μαθαίνουν να είσαι ταπεινός και να μην νομίζεις ποτέ ότι είσαι κάτι ιδιαίτερο».

Έχεις ακόμα το διαβατήριο;

«Ναι, το παλιό. Με τη φωτογραφία από το ’93, το παλιό, ξέρεις… Το έχω στο σπίτι. Σκεφτόμουν κάποια μέρα να πάω να το ανανεώσω εδώ στην πρεσβεία, απλώς για να το έχω, καταλαβαίνεις».

Τι σου είχαν υποσχεθεί τότε;

«Ήμασταν μια νεανική ομάδα. Ήμασταν σε μικρή ηλικία… Με παίκτες όπως ο Ρεντζιάς. Η ιδέα ήταν πως μέσα σε ένα-δύο χρόνια κάποιοι από εμάς θα ξεκινούσαμε να παίζουμε στην πρώτη ομάδα και να εξελισσόμαστε, με νέους παίκτες πλάι στους έμπειρους. Με έναν καλό πυρήνα Ελλήνων παικτών, μαζί με Σέρβους και κάποιους διεθνείς παίκτες. Αυτό είχε σχεδιαστεί έτσι, αλλά τελικά δεν πήγε όπως περιμέναμε. Φυσικά, ο Πέτζα έκανε σπουδαία καριέρα στον ΠΑΟΚ. Αυτή ήταν η αρχική πρόθεση, αλλά τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως τα φαντάζεσαι. Οι καταστάσεις αλλάζουν. Αλλά στο τέλος, όλα γύριζαν πάντα γύρω από το ελληνικό διαβατήριο. Πιθανόν γι’ αυτό άλλαξαν όλα».

Με αυτό το διαβατήριο;

«Ναι. Για μένα, η μεγαλύτερη αλλαγή στη ζωή μου ήταν πιθανότατα όταν έφυγα από εδώ για την Παρτίζαν, το 1992. Ξέρεις, στη Σλοβενία έκανα προπονήσεις, αλλά δεν ήταν ούτε καν κοντά στο επίπεδο που έφτασα όταν πήγα στην Παρτίζαν, τη δεύτερη χρονιά του Ζέλικο Ομπράντοβιτς. Μετά πήγα για δύο μήνες στον ΠΑΟΚ και μετά γύρισα πίσω».

Νομίζεις ότι αν είχες μείνει στον ΠΑΟΚ, θα είχε αλλάξει η πορεία της καριέρας σου; Ίσως να είχες μείνει πιο... Βαλκάνιος και λιγότερο NBA material;

«Πιστεύω ότι αν είχα την ευκαιρία να δουλέψω με τον Ντούντα σε εκείνη την ηλικία, θα ήμουν ακόμα καλύτερος παίκτης. Πολλοί παίκτες που πέρασαν από τον Ντούντα έγιναν σπουδαίοι. Ποτέ δεν ξέρεις. Αλλά σίγουρα πιστεύω ότι ίσως πιο νωρίς, έναν ή δύο χρόνια νωρίτερα, θα ξεκινούσα να παίζω σε ένα πιο υψηλό επίπεδο».

Αν το ʼ94 ερχόταν κάποιος και σου έλεγε ότι τελικά δεν θα παίξεις ποτέ στον ΠΑΟΚ, αλλά θα γινόσουν πρωταθλητής NBA με τους Σπερς, τι θα απαντούσες;

«Ε, τότε δεν ξέραμε τίποτα για το ΝΒΑ. Το μόνο που ξέραμε ήταν ότι είχε παίξει εκεί ο Πάσπαλι με τους Σπερς. Αυτή ήταν η μόνη επαφή. Ή ότι είχε πάει ο Ντίβατς, νωρίτερα... Και φυσικά ο Ντράζεν. Αλλά δεν είχαμε ίντερνετ, δεν είχαμε ενημέρωση. Έπαιζαν ένα ματς και το σκορ το μαθαίναμε τρεις μέρες μετά. Δεν ξέραμε καν ποιοι έπαιξαν! Δεν υπήρχαν τότε πολλοί Ευρωπαίοι που να έχουν ρόλο στο ΝΒΑ. Οπότε για μένα το όνειρο ήταν απλό: να παίξω σε μια καλή ευρωπαϊκή ομάδα και στην εθνική Γιουγκοσλαβίας. Αυτό ήταν το ταβάνι στο μυαλό μου τότε. Όχι το ΝΒΑ».

image

«Στον ΠΑΟΚ ήμουν δύο μήνες σε ξενοδοχείο και άκουγα συνέχεια: "Αύριο, αύριο!"»

Θυμάσαι εκείνη την εποχή; Τον νεαρό Ράσο, που ήρθε μόνος του στην Ελλάδα, να κυνηγήσει το όνειρό του, να παίξει σε μια μεγάλη ομάδα με προπονητή τον Ντούσαν Ίβκοβιτς. Ποιες εικόνες, ποιες στιγμές σου έχουν μείνει;

«Ήμουν δύο μήνες σε ξενοδοχείο! Ξέρεις τώρα… Κλασικά: "Αύριο, αύριο". Όλα αύριο. "Το διαμέρισμα αύριο", "τα χαρτιά αύριο", "η προπόνηση κανονικά, αλλά αύριο θα δούμε τι γίνεται με FIBA", τέτοια. Ήταν δύσκολα, γιατί ήμουν και μόνος, μικρός. Δεν ήξερα τη γλώσσα. Δεν ήταν εύκολο. Αλλά ήταν και ωραία. Είχα έρθει για ένα μεγάλο όνειρο, να δουλέψω με τον Ντούντα. Να παίξω για έναν μεγάλο σύλλογο. Είχαμε πολύ ταλέντο στην ομάδα, πολλά νέα παιδιά. Και ένιωθα ότι κάτι καλό μπορεί να γίνει. Απλά δεν ήταν η σωστή στιγμή για μένα. Δεν βγήκαν τα χαρτιά, κόλλησε όλο αυτό με τη Σλοβενία… Κι έτσι έπρεπε να επιστρέψω. Αλλά ακόμα κι έτσι, ήταν μια εμπειρία που με σημάδεψε. Έζησα κάτι τελείως διαφορετικό. Και όταν γύρισα, ήμουν αλλιώς. Πιο ώριμος. Πιο έτοιμος. Όταν ήρθα στην Ελλάδα, πέρασα ωραία. Ειλικρινά. Ήταν δύο άτομα εκεί, ο Γιάννης και ένας ακόμα, δεν θυμάμαι το όνομά του που δούλευαν εκεί, στο γήπεδο. Με φρόντιζαν πραγματικά. Μου στάθηκαν. Αυτοί με στήριξαν».

Ισχύει πως όταν ήσουν στη Σλοβενική Ομοσπονδία, ως Γενικός Γραμματέας, σου ήρθε χαρτί να πας φαντάρος στην Ελλάδα;

«Ναι, αλήθεια είναι! Θα σου πω την ιστορία. Μόλις είχα πάει στη Σλοβενική Ομοσπονδία. Και με πήραν από την πρεσβεία. Και ο πρέσβης μου λέει: "Έλα να τακτοποιήσουμε κάτι, γιατί μέχρι τα 45 υπάρχει υποχρέωση να πας στρατό". Κάτι τέτοιο. Εγώ έμεινα! Τι λέει τώρα; Δεν καταλάβαινα τι συμβαίνει. Ήταν σοκ για μένα. Πήρα τηλέφωνο, νομίζω, τον Πέτζα ή τον Ντράγκαν Τάρλατς. Κάποιος μου είπε να επικοινωνήσω με την πρεσβεία. Τους πήρα. Και ευτυχώς όλα έγιναν γρήγορα. Μα εγώ μετά βίας περπατούσα! Τι να πάω στον στρατό; Να κάθομαι ακίνητος και να με πυροβολούν (γέλια)»;

Τι είναι αυτό που σε κάνει παίκτη; Το ταλέντο, το περιβάλλον ή η πείνα;

«Νομίζω περισσότερο η πείνα και η σκληρή δουλειά. Αυτό είναι που σε κάνει παίκτη. Γιατί έχω δει πολλούς που δεν είχαν τόσο ταλέντο, αλλά με πολλή δουλειά έγιναν σπουδαίοι παίκτες. Και έχω δει άλλους, πολύ πιο ταλαντούχους, ίσως και δέκα φορές πιο ταλαντούχους, αλλά τεμπέληδες, που δεν έκαναν τίποτα. Και δεν έγιναν ποτέ τίποτα. Έχω πολλά παραδείγματα, δεν χρειάζεται να πούμε ονόματα. Αλλά είναι έτσι. Αν δεν έχεις πείνα και μυαλό να δουλέψεις, το ταλέντο μόνο δεν φτάνει».

Είχες την ευκαιρία να παίξεις με τον Ντανίλοβιτς, τον Σάβιτς, τον Σπανούλη... Σε ποια ομάδα ένιωσες τον πιο αυθεντικό ηγέτη; Όχι απαραίτητα τον καλύτερο παίκτη, αλλά τον πιο σταθερό άνθρωπο στα αποδυτήρια;

«Στα τελευταία μου χρόνια, σίγουρα ο Σπανούλης. Ήταν ο πιο δυνατός. Στα πρώτα μου, όμως, σίγουρα ο Ντανίλοβιτς. Και ο Τιμ Ντάνκαν φυσικά, αλλά ο Ντανίλοβιτς είχε αυτό το... βαλκανικό, το "παίζω για όλους". Παίζαμε τότε με την Τιμσίστεμ Μπολόνια και λέει ο Σάσα: "Εγώ θα πάρω τον Κάρλτον Μάγιερς". Και από την άλλη πλευρά ο Μάγιερς: "Εγώ θα παίξω άμυνα στον Ντανίλοβιτς". Ήταν τέτοιο το level. Ήταν αλλιώς. Ήταν πιο βαλκάνιος, πιο εκρηκτικός, πιο loud. Αλλά στην ουσία, ό,τι έκανε, το έκανε για την ομάδα. Μπορούσε να μαρκάρει άσο, δυάρι, τριάρι, ακόμα και ψηλό. Και δεν μιλάμε μόνο για επίθεση, στην άμυνα ήταν κτήνος. Αυτό προσπαθώ να εξηγήσω στους νεότερους: "Ρε φίλε, δεν είναι μόνο να βάλεις 30 πόντους". Κοίτα τον Μάικλ Τζόρνταν, ήταν Αμυντικός της Χρονιάς. Ο Κόμπι, ο ΛεΜπρόν, όλοι τους έπαιζαν άμυνα. Πρέπει να είσαι ολοκληρωμένος, παντού».

image

«Μία μέρα τους έβλεπα στην τηλεόραση, και την επόμενη... κάρφωναν πάνω μου»!

Πήγες στους Τίμπεργουλβς μερικές μέρες μετά το Final Four του 1999 στο Μόναχο. Πώς θυμάσαι εκείνες τις πρώτες μέρες;

«Έπαιξα δύο ματς στη regular season και τέσσερα στα playoffs, κόντρα στους Σπερς. Ήταν σαν ταινία. Μία μέρα τους έβλεπα στην τηλεόραση, και την επόμενη... κάρφωναν πάνω μου! Δηλαδή, εγώ είχα τελειώσει με Final Four στην Ευρώπη, και ξαφνικά, βρέθηκα NBA. Αλλά έτσι είναι το μπάσκετ. Και τώρα, έχουν περάσει 26 χρόνια, κι όμως, το θυμάμαι σαν να ήταν χθες. Όλα ξεκίνησαν απ’ την Παρτίζαν. Και μετά ήρθε η Ελλάδα.. Όλα ήταν συνδεδεμένα. Ο μάνατζέρ μου ήταν ο Ράντε Φιλίποβιτς, που είχε επαφές με την Παρτίζαν και τον Ντούσαν Ίβκοβιτς. Πήρα το ελληνικό διαβατήριο. Ο Ζόραν Σάβιτς ήταν στον ΠΑΟΚ όταν πήγα κι εγώ εκεί· μετά τον ξανασυνάντησα στην Κίντερ Μπολόνια. Ο Σάσα Ντανίλοβιτς, από την Παρτίζαν κι αυτός, τον ήξερα από τότε που η Σερβία ήταν υπό κυρώσεις. Τον ξαναβρήκα αργότερα στη Βίρτους. Όλα ήταν ένας κύκλος. Όλα ξεκίνησαν από την Παρτίζαν... και μετά ήρθε η Ελλάδα. Ο Ντούντα ήξερε τον Πόποβιτς. Ο Πόποβιτς ήρθε στη Λιουμπλιάνα τον Ιούλιο του 2003 από το Βελιγράδι. Ρωτούσε για παίκτες και ο Ντούντα του είπε να πάει εκεί. Και αυτός και ο Ζάρκο με πρότειναν στον Πόποβιτς. Όλα ήταν συνδεδεμένα με κάποιον τρόπο, όλα ήταν ένας κύκλος».

Στην καριέρα σου στο ΝΒΑ, ευστόχησες μόνο σε ένα τρίποντο, τη σεζόν 2007/08 κόντρα στους Χοκς. Δεν σου φαίνεται… εξωφρενικό που πλέον οι σέντερ κάνουν κατάχρηση στα τρίποντα;

«Τότε μπορούσα να σουτάρω καλά τα τρίποντα, απλά δεν ήταν μέρος του παιχνιδιού. Τώρα όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει εντελώς. Θυμάμαι χάσαμε ένα ματς με τους Λέικερς το 2004, όταν ο Ντέρεκ Φίσερ έβαλε εκείνο το τελευταίο καλάθι. Το μπάσκετ έχει αλλάξει πολύ. Τότε χάσαμε με 74-73. Τώρα μπορείς να βάλεις 70 πόντους σε ένα ημίχρονο, ακόμα και 135-145 πόντους στο τέλος του ματς! Τότε ήταν άλλο στυλ παιχνιδιού, πιο αργό, με λιγότερα καλάθια. Όταν μιλάνε για το σήμερα, πρέπει να καταλάβουμε πόσο πολύ έχει αλλάξει το παιχνίδι».

Αντιλαμβάνεσαι ότι τα «παιδιά του πολέμου» που ήρθαν στην Ελλάδα, ο Πέτζα, ο Γιάριτς, ο Τάρλατς και ο Τόμιτς, βοήθησαν το ελληνικό μπάσκετ να ανέβει επίπεδο;

«Ναι, σίγουρα! Με κάποιον τρόπο ο καθένας, άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο. Κέρδισαν τίτλους, δεν ήταν απλώς εκεί να κάθονται. Ο Τόμιτς και ο Τάρλατς κατέκτησαν τίτλους, όλοι τους βοήθησαν τις ομάδες τους να εξελιχθούν, συνέβαλαν ώστε να φέρουν καλύτερους παίκτες, αξιοποιώντας και τα ελληνικά διαβατήρια. Κάποιοι μπορεί να πουν ότι αυτό δεν ήταν καλό για την Εθνική Ελλάδας, αλλά εκείνη την εποχή, στις αρχές των 90s, το 1992/93, και μετά το 2005, οι Έλληνες ήταν πρωταθλητές Ευρώπης και δεύτεροι στον κόσμο την επόμενη χρονιά, δεν ήταν δηλαδή ότι δεν κέρδιζαν τίτλους. Μετά από τους παίκτες που ανέφερες ήρθε μια σπουδαία γενιά, με τον Σπανούλη, τον Διαμαντίδη, μια μεγάλη γενιά για το ελληνικό μπάσκετ».

image

«Το μόνο που με "χάλασε" στον Ολυμπιακό είναι ότι ήμουν πολύ μεγάλος»

Πιστεύεις ότι εκείνη η ομάδα του Ολυμπιακού άξιζε περισσότερα τα προηγούμενα χρόνια; Πριν από τους back-to-back τίτλους στη EuroLeague;

«Δεν ξέρω για πριν από εμένα, γιατί την περίοδο πριν από εμένα, ξόδευαν πάρα πολλά χρήματα. Η φιλοσοφία μου, όπου κι αν πάω, είτε στην Ιταλία, είτε στην Ελλάδα, είναι πρώτα να φτιάξεις έναν πυρήνα με νέους και καλούς γηγενείς παίκτες, που να ξέρουν τι σημαίνει Ολυμπιακός ή Παναθηναϊκός. Και μετά να φέρεις καλούς ξένους. Θα προτιμούσα να φέρω δύο καλούς ξένους αντί για τέσσερις μέτριους. Με αυτούς τους δύο, οι νέοι θα έχουν καλά πρότυπα. Φαντάσου πίσω στα 80s, όταν είχες στην ομάδα σου τον Μάικ Ντ' Αντόνι και τον Μπομπ ΜάκΑντου, τον Ρονάλντο Μπλάκμαν ή τον Κεν Μπάρλοου. Αυτοί είναι αληθινοί επαγγελματίες. Έτσι οι νέοι όταν έρχονταν να παίξουν, όπως π.χ. ο Αντονέλο Ρίβα, που ήταν νέος τότε, έβλεπε αληθινούς NBAer στην Ολίμπια Μιλάνο με τη νοοτροπία και τη δουλειά του NBA. Αυτό είναι άλλο επίπεδο. Όταν πήγα στην Κίντερ Μπολόνια, η φιλοσοφία μου άλλαξε εντελώς, γιατί είδα τον Ντανίλοβιτς, τον Σάβιτς, τον Ριγκοντό και όλους αυτούς πώς προπονούνται, τι νοοτροπία έχουν, είναι εντελώς διαφορετική. Παίζεις σκληρά για έναν και μοναδικό στόχο».

Ποιος ήταν ο μεγαλύτερος killer, ο Σπανούλης ή ο Ντανίλοβιτς; Ποιος σε πίεζε περισσότερο, ποιος σε στρίμωχνε πιο πολύ;

«Ήταν και οι δύο φοβεροί. Ο Σάσα ήταν απίστευτος και στην επίθεση και στην άμυνα. Ο Μπίλι το ίδιο. Ήταν άλλο στυλ παιχνιδιού τότε. Αλλά και οι δύο ήταν killers. Το καλύτερο θα ήταν να έχω παίξει με τους δύο μαζί, θα ήταν το πιο εύκολο να παίζεις! Όταν έχεις παίκτες σαν αυτούς, όλα γίνονται πιο εύκολα. Πάντα λέω, μερικοί παίκτες απλά σουτάρουν το τελευταίο σουτ, σουτάρουν αλλά δεν νοιάζονται και τόσο αν μπει ή όχι. Αλλά παίκτες σαν τον Μπίλι, τον Σάσα, τον Διαμαντίδη... Αυτί σουτάρουν για να νικήσουν. Και αν έχαναν, ήταν σα να ήθελαν να σκοτώσουν όλο το γήπεδο! Κάποιοι λένε, "Ε, είναι το τελευταίο σουτ, θα το ρίξω ούτως ή άλλως". Αλλά αυτοί οι τύποι; Σούταραν για να το βάλουν. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα σε απλούς παίκτες και σε πραγματικούς killers».

Πώς θες να κλείσουμε;

«Ελπίζω σε μερικά χρόνια να κάθομαι στη Γλυφάδα, να πίνω καφέ... Freddo μέτριο! Να καπνίζω ένα πούρο και να απολαμβάνω τη σύνταξή μου, να χαζεύω τη θάλασσα. Με τον Πέτζα... και τον Ντούσαν Βούκσεβιτς. Πάντα περνάμε τέλεια, ποτέ δεν βαριέσαι με αυτόν! Θα σου πω κάτι. Απόλαυσα και τις δύο εποχές, και στον ΠΑΟΚ και στον Ολυμπιακό. Στον ΠΑΟΚ έμεινα λίγο, πολύ λίγο. Το μόνο που με "χάλασε" στον Ολυμπιακό είναι ότι ήμουν πολύ μεγάλος. Δεν μπορούσα να ανέβω τις σκάλες το πρωί, καταλαβαίνεις; Τα πόδια μου με σκότωναν. Είχα θέμα με τα tapes, με πονούσαν πολύ. Μετά ήρθαν τα γόνατα, η μέση... Μόνο εύχομαι να ήμουν 6-7 χρόνια νεότερος, να παίζω εύκολα στον Ολυμπιακό. Αλλά παρ' όλα αυτά, μεγάλη εμπειρία. Σου το είπα, η κόρη μου γεννήθηκε εκεί. Το τρίτο μου παιδί. Γνωρίσαμε υπέροχους ανθρώπους. Με τον Αλεξάνταρ Κέσαρ, βοηθό του Ντούντα... Γνωρίσαμε τον Βασίλη Σπανούλη. Μερικές φορές ήμασταν και συγκάτοικοι! Πάντα αυστηρός όμως, ξέρεις πώς είναι! (γελάει) Του έλεγα, "Μπίλι, κουράστηκα, πάμε για ύπνο!" Αλλά μετά καθόταν και έβλεπε μπάσκετ! Δεν έχω γνωρίσει ποτέ στην καριέρα μου παίκτη τόσο συγκεντρωμένο πριν από αγώνα. Ποτέ! Με τον Πάνο Βασιλόπουλο περάσαμε τέλεια. Δεν έβγαινα πολύ, αλλά το χάρηκα. Η κόρη μου γεννήθηκε Φεβρουάριο, καθόμασταν στο Balux, ήταν εκεί η γυναίκα μου... και ξαφνικά άρχισε να γεννάει! Αυτό μου λείπει. Να κάθεσαι έξω, να τρως με φίλους και να πίνεις μαζί τους».

@Photo credits: INTIME, eurokinissi, NBA/Getty Images
Φόρτωση BOLM...