Σακιέλ ΜακΚίσικ: Ένας ορκισμένος προστάτης, ένας «τρελός» game changer

Σακιέλ ΜακΚίσικ: Ένας ορκισμένος προστάτης, ένας «τρελός» game changer

«Το να είμαι σε αυτή τη ομάδα, δεν θέλω κάτι παραπάνω, δεν θα μπορούσα να ζητήσω κάτι παραπάνω», δήλωνε τον Δεκέμβριο στην κάμερα της Euroleague. Έχοντας πριν μιλήσει για μια ζωή στο απόλυτο μηδέν. Για την προσωπική του άβυσσο που καθόριζαν τα ζόρια, οι κακόφημες γειτονιές, το ανελέητο κυνηγητό με την αστυνομία, η φτώχεια κι οι γκρίζοι τοίχοι φυλακών. Αυτή την άβυσσο που έμαθε να κοιτάζει κατάματα και να διασχίζει σαν σε transition.

Ο Σακιέλ ΜακΚίσικ μεγάλωσε σ' αγκάθια, έτσι διδάχθηκε να εκτιμάει. Με τον δύσκολο τρόπο. Ένας αφροαμερικανός έφηβος σε μια ζόρικη γειτονιά του Σιάτλ γεμάτη όπλα, ναρκωτικά και συμμορίες. Ένα παιδί που μεγάλωσε απότομα και χάθηκε. Ένας ενήλικας που διδάχθηκε να εκτιμάει με διαφορετικό τρόπο από τον σύνηθες. Να εκτιμάει τη ζωή, τις ευκαιρίες κι οτιδήποτε μοιάζει με οικογένεια και του προσφέρει λίγη ασφάλεια να αναπτύξει τις δυνατότητές του. Να είναι ευγνώμων και να προστατεύει τους «δικούς του».

Ένα ρόδο απ' αγκάθια

Τον βιολογικό του πατέρα δεν τον γνώρισε ποτέ, η μητέρα του προσπαθούσε να εξασφαλίσει μια αξιοπρεπή διαβίωση για εκείνους, δουλεύοντας από τα χαράματα, μέχρι τη Δύση του ήλιου. Παντρεύτηκε έναν πάστορα με τον έφηβο «Σακ» να βλέπει το τρομακτικό πρόσωπο της ενδοοικογενειακής βίας. Στα 14 είδε τον κολλητό του να δολοφονείται σε ένα πάρτι. Το μυαλό του ποτίστηκε με όσα βίωσε. Βάδισε παίζοντας το κεφάλι του καθημερινά. Σε ληστείες και βανδαλισμούς που του κόστισαν την ελευθερία του, τον οδήγησαν στη φυλακή.

Ενα κατάμαυρο ποινικό μητρώο, μια παιδική κι εφηβική ζωή με δεκάδες πληγές κι όμως, ένα όνειρο είχε φωλιάσει στην καρδιά του και θέριευε. Ήταν 18 όταν στάθηκε ακόμα μια φορά στο εδώλιο και άκουσε τον δικαστή απέναντί του να τον ρωτά:

-«Τι θες να κάνεις με τη ζωή σου;»

- «Θέλω να παίξω μπάσκετ στην Divison I (κορυφαία κατηγορία σε επίπεδο κολεγίων)»

Κι αυτός γέλασε και του απάντησε ότι στοιχηματίζει ότι θα τον δει ξανά σύντομα σε αυτή την αίθουσα. Κι εκείνη η αμφισβήτηση, εκείνη η ειρωνεία που του έφτυσε στα μούτρα ο δικαστής τον ατσάλωσαν. Του προσέφεραν ένα εφαλτήριο να χτίσει τη ζωή του. Ξανά, από την αρχή. Από το μηδέν. Αλλιώς.

image

Το κυνήγι του ονείρου

Το 2011 έχοντας συμπληρώσει πλέον τα 20 και με τον εφιάλτη της φυλακής παρελθόν πια, βρίσκει μια θέση στο δημόσιο κολέγιο «Edmonds Community College». Έμενε κρυφά σε σπίτια φίλων, κοιμόταν σε αμάξι σε ένα parking εστιατορίου ή στο πεζοδρόμιο. Πόσο εύκολα βρίσκει δουλειά ή στέγη κάποιος που κουβαλά τη ρετσινιά του «φυλακόβιου»;

Με επιμονή βρήκε δουλειά σε ένα κατάστημα επίπλων κι αργότερα σε μία ψαροταβέρνα, έβγαζε χρήματα τόσα ώστε να μπορεί να πληρώνει το νοίκι. Παράλληλα βιντεοσκοπούσε τα παιχνίδια του, τα έστελνε σε βοηθούς προπονητών των μεγαλύτερων κολεγίων. Κυνηγούσε σκυλιασμένα τη μία στο ένα εκατομμύριο. Τη μία ευκαιρία να δείξει ότι μπορεί, ότι αξίζει. Είχε 22,5 πόντους, 10 ριμπάουντ και 4 ασίστ κατά μέσο όρο. Είχε πατήσει πλέον τα 22.

Κι επιτέλους!

Ο Χερμπ Σέντεκ τον στέλνει στο Πανεπιστήμιο του Αριζόνα Στέιτ. Το NCAA ενέκρινε τη συμμετοχή του στο πρωτάθλημα και είχε για τα επόμενα δύο χρόνια 10,7 πόντους, 5 ριμπάουντ και 2,1 ασίστ κατά μέσο όρο σε 66 συμμετοχές. Δεν ήταν ποτέ ο σταρ, ο πρώτο σκόρερ. Ήταν εκείνος που φρόντιζε την «οικογένειά» του, γιατί η ομάδα του ήταν εκείνο το δίχτυ ασφαλείας που ποτέ δεν είχε, κι ένιωθε την ιερή υποχρέωση να προστατεύει. Ήταν η σπίθα στη φωτιά. Η κινητήριος δύναμη.

Ολοκληρώνοντας τις σπουδές του ευχαρίστησε κάθε άνθρωπο που τον πίστεψε, που τον στήριξε, που τον βοήθησε. Δεκάδες από καρδιάς «ευχαριστώ» από έναν άνθρωπο που έκαψε για χρόνια το κερί της ζωής του κι απ΄τις δύο πλευρές. Αιώνια ευγνώμων για όλα όσα του έδωσαν γιατί «με δίδαξαν πώς να μεγαλώσω, με πίστεψαν και με προκάλεσαν να γίνω σπουδαίος, με καθοδηγούσαν κάθε μέρα να γίνω καλύτερος».

Το 2005 δήλωσε συμμετοχή στο Draft και το γεγονός ότι δεν επιλέχθηκε από κάποια ομάδα δεν στρίμωξε στο μυαλό του ηττοπάθεια. Η ιταλική Πεζάρο -την ίδια χρονιά- ήταν η πρώτη του επαγγελματική στέγη, προτού ταξιδέψει στη Νότια Κορέα και τους Changwon LG Sakers. Ακολούθησαν οι: Ουσάκ Σπορτίφ, η Γκραν Κανάρια, η Άβτοντορ. Κι έπειτα η Γκαζιαντέπ και η Μπεσίκτας. Στην Τουρκία ήρθε και η μπασκετική άνθιση. Η απόδειξη σε εκείνο τον δικαστή. Η απόδειξη την οποία έχτισε δια πυρός και σιδήρου.

Οι αριθμοί του στην Μπεσίκτας -17.6 πόντοι, 4.4 ριμπάουντ και 3.2 ασίστ σε 17 ματς πρωταθλήματος και 16.6 πόντοι (53.8% δίποντα, 36.1% τρίποντα, 76.5% βολές), 4 ριμπάουντ και 2.8 ασίστ σε 13 ματς στο Champions League- τον έφεραν στο λιμάνι. Ο Γιώργος Μπαρτζώκας του άνοιξε την πόρτα για την ερυθρόλευκη οικογένεια, προσφέροντάς του τη δυνατότητα να αγωνιστεί σε κορυφαίο επίπεδο και ο ΜακΚίσικ δεν ξέχασε. Όπως δεν ξέχασε κανέναν από όλους εκείνους που τον βοήθησαν...

image

Η ζωή στη φαμίλια του Πειραιά 

Την πρώτη του (μισή) σεζόν στο λιμάνι, αγωνίστηκε σε τρία ευρωπαϊκά παιχνίδια σκοράροντας - συνολικά- 41 πόντους με 15/23 δίποντα, 3/11 τρίποντα, 2/5 βολές, 5 ασίστ και 7 λάθη. Την πρώτη του ολοκληρωμένη χρονιά στα ερυθρόλευκα (2020/21) μέτρησε 33 συμμετοχές με 83/161 δίποντα (51,5%), 35/114 τρίποντα (30,7%), 83/116 ελ. βολές (69,8%) και 2,3 ριμπάουντ ανά παιχνίδι.

Οι αριθμοί του, αλλά κυρίως το γεγονός ότι βγήκε μπροστά ουκ ολίγες φορές «σώζοντας» τον Ολυμπιακό σε καταστάσεις που ισορροπούσε σε τεντωμένο σχοινί, αποτελώντας την σπίθα για την πυρκαγιά, τον προστάτη που βάζει πλάτη για τους «δικούς του», έφεραν την πρόωρη ανανέωση του συμβολαίου του. Οι άνθρωποι του Ολυμπιακού του πρόσφεραν ανανέωση της συνεργασίας τους μέχρι το 2023.

Η ομάδα τον κέρδισε, ένιωσε ευγνώμων. Για την εμπιστοσύνη, το δέσιμο με τον προπονητή, τους ανθρώπους του οργανισμού και τους φιλάθλους. Είχε πει ότι νιώθει ασφάλεια. Ότι μπορεί να αποκαλεί τον Πειραιά «σπίτι» του. Κουβέντες που κουβαλάνε τα βιώματά του, κι αυτόματα ζυγίζουν τόνους. Έκτοτε νιώθει ότι «χρωστάει».

Φέτος μετράει σε 35 παιχνίδια της κανονικής διάρκειας της Euroleague 53/96 δίποντα, 25/75 τρίποντα και 54/78 βολές. Προσθέστε ακόμα 54 ασίστ κι 29 κλεψίματα, μας δίνουν: 6,7 πόντους, 1,9 ριμπάουντ, 1,5 ασίστ και 0,8 κλεψίματα κατά μέσο όρο στη σεζόν 2021/22. Στα plays- offs με τη Μονακό με μέσο όρο 14:15 λεπτά χρόνο συμμετοχής, ο «Σακ» έχει 8 πόντους με 53,8% στο δίποντο, 33,3% στο τρίποντο, 88,9% στις ελ. βολές.

Στην παρούσα σεζόν που βλέπουμε έναν «Σακ», «προϊόν» άπειρων ωρών συζήτησης με τον Κώστα Σλούκα, με τον ηγέτη των Πειραιωτών να προσπαθεί να τον πείσει να έχει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στο «χέρι» του, να μην διστάζει να σουτάρει. Το ποσοστό του στο τρίποντο ανέβηκε από 30,7% πέρυσι σε 33,3% φέτος.

Στην Basket League (18 παιχνίδια με μέσο χρόνο συμμετοχής τα 19 λεπτά) έχει 70,6% στο δίποντο, 43,8% στο τρίποντο, 68,7% στις βολές, με 2 ασίστ και 2 ριμπάουντ ανά παιχνίδι.

Στο τελευταίο παιχνίδι της regular season με την Μπαρτσελόνα ο «Σακ» ήταν πάλι εκείνος που σήμανε την αντεπίθεση, κλείνοντας το παιχνίδι με 20 πόντους (6/9διπ., 1/2τριπ., 5/6βολ.), 3 ριμπάουντ, 2 ασίστ και 2 κλεψίματα σε 23'39'', λειτουργώντας ως game changer. Ρόλο που του έχει παραχωρήσει ο Γιώργος Μπαρτζώκας. Ήταν αποτελεσματικός, με τη γνωστή του ενέργεια και καθόρισε τη μοίρα της αναμέτρησης.

image

Ο έμφυτος ρόλος του «προστάτη»

Παίρνει την μπάλα και σκοράρει στο transition, διασχίζοντας το παρκέ απ' τη μια άκρη στην άλλη, με το βλέμμα στο καλάθι. Ένας τέλειος εκπρόσωπος του street basketball. Ή την υποδέχεται μετά από πολλές εναλλαγές πάσας και κυκλοφορία της μπάλας στην περιφέρεια, βρίσκει τον αμυντικό του σε ανισορροπία, στο 1 εναντίον 1 είναι κορυφαίος, με «όπλο» τα αθλητικά του προσόντα, με δυνατό πρώτο βήμα, παίρνει τον διάδρομο, φτάνει ως το καλάθι. Καρφώνει εντυπωσιακά. Ή την αφήνει με σιγουριά παίρνοντας το φάουλ του αντιπάλου. Φάσεις που φέρουν την υπογραφή του.

To ranking του έδωσε χθες (04/05) το βραβείο του MVP για το παιχνίδι ζωής και θανάτου το βράδυ της Τετάρτης στο φλεγόμενο ΣΕΦ. Ο Αμερικανός τελείωσε τον αγώνα με 18 πόντους (4/4 δίποντα, 2/3 τρίποντα, 4/4 βολές), 2 ριμπάουντ, 2 ασίστ, 1 κλέψιμο, 1 λάθος και 5 κερδισμένα φάουλ σε 17 λεπτά συμμετοχής. Οι 16 από τους 18 του πόντους ήρθαν, στο δεύτερο δεκάλεπτο.

Όταν ο Ολυμπιακός έψαχνε τρόπο να ξορκίσει το άγχος, να βρει τα πατήματά του, να βρει λύσεις επιθετικά και να κρατήσει την αυτοσυγκέντρωσή του στην άμυνα. Ο «Σακ» ήταν εκεί. Για εκείνον. Να τον προστατέψει. Εννέα διαδοχικά σουτ. 3 στα 3 δίποντα, 2 στα 2 τρίποντα και 4 στις 4 βολές σε κάτι παραπάνω από πέντε αγωνιστικά λεπτα, ατόφιας μαγείας και εκπεφρασμένης υποχρέωσης να είναι εκεί! Ο Ολυμπιακός έκλεισε το πρώτο ημίχρονο με 31 πόντους, (στο -6), ο ΜακΚίσικ είχε βάλει πάνω από τους μισούς! Ναι, τη δουλειά στη συνέχεια την τελείωσαν άλλοι, αλλά την ευκαιρία να το κάνουν, την έδωσε εκείνος.

Στο βιογραφικό δράμα του Τζον Λι Χάνκοκ, «The Blind Side», βλέπουμε την προσωπική ιστορία του Μάικλ Όχερ ενός αφροαμερικανού εφήβου που μεγαλώνει με μία τοξικοεξαρτημένη μητέρα κι ένα πατέρα στη φυλακή που δολοφονείται όταν εκείνος βρίσκεται στο λύκειο μα καταφέρνει να γίνει αστέρας του αμερικανικού φουτμπολ. Ο τίτλος της ταινίας είναι ορολογία του αμερικανικού φούτμπολ, που σχετίζεται με την προστασία της περιοχής που είναι σε αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που βλέπει ο παίκτης. Σχετίζεται συχνά με το τελευταίο τέταρτο του γηπέδου και ένας παίκτης αναλαμβάνει να καλύπτει αυτή την νεκρή οπτική γωνία. Ένας ρόλος για αυτούς που μαθαίνουν να είναι ευγνώμονες με τον δύσκολο τρόπο, αυτούς που μαθαίνουν να προστατεύουν πάντα τους δικούς τους.

@Photo credits: INTIME, eurokinissi