Τα φρούτα και τα λαχανικά χάνουν θρεπτικά συστατικά τους: Τι δείχνουν οι επιστημονικές μελέτες

Επιμέλεια:  Κωνσταντίνα Βεργώνη
Τα φρούτα και τα λαχανικά χάνουν θρεπτικά συστατικά τους: Τι δείχνουν οι επιστημονικές μελέτες
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του gazzetta.gr στην Google
Η αύξηση της αγροτικής παραγωγής εξασφάλισε περισσότερες θερμίδες για τον παγκόσμιο πληθυσμό, όμως η θρεπτική αξία των τροφίμων δεν ακολούθησε την ίδια πορεία

Για δεκαετίες, τα φρούτα και τα λαχανικά αποτελούν βασικό πυλώνα μιας ισορροπημένης διατροφής. Ωστόσο, επιστημονικές μελέτες έχουν καταγράψει μειώσεις σε ορισμένα θρεπτικά συστατικά των καλλιεργειών, ενώ νέα έκθεση προειδοποιεί ότι η κλιματική αλλαγή και οι πιέσεις στο αγροτικό σύστημα ενδέχεται να επιδεινώσουν το πρόβλημα.

Η «Πράσινη Επανάσταση» και η έμφαση στην ποσότητα

Μία από τις μελέτες που έφεραν το ζήτημα στο προσκήνιο δημοσιεύτηκε το 2004 στοJournal of the American College of Nutrition και εξέτασε δεδομένα για 43 καλλιέργειες κηπευτικών, συγκρίνοντας στοιχεία διατροφικής σύστασης του αμερικανικού υπουργείου Γεωργίας από το 1950 και το 1999. Οι ερευνητές κατέγραψαν μειώσεις σε συγκεκριμένα θρεπτικά συστατικά: το ασβέστιο εμφανιζόταν μειωμένο κατά 16%, ο σίδηρος κατά 15% και ο φώσφορος κατά 9%. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η περιεκτικότητα σε θρεπτικά συστατικά ήταν έως και 38% χαμηλότερη σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες. Τα ευρήματα δεν σημαίνουν ότι όλα τα φρούτα και τα λαχανικά έχουν χάσει τα ίδια συστατικά στον ίδιο βαθμό. Δείχνουν, ωστόσο, ότι η αύξηση της αγροτικής παραγωγής δεν συνεπάγεται αυτομάτως και ανάλογη αύξηση της θρεπτικής αξίας των τροφίμων.

Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η ανάγκη να τραφεί ένας διαρκώς αυξανόμενος παγκόσμιος πληθυσμός οδήγησε στην εξάπλωση νέων ποικιλιών καλλιεργειών υψηλής απόδοσης, στη μαζική χρήση συνθετικών λιπασμάτων και στην ευρύτερη αξιοποίηση φυτοφαρμάκων. Η περίοδος αυτή έγινε γνωστή ως «Πράσινη Επανάσταση» και άλλαξε ριζικά τη γεωργία. Σύμφωνα με έκθεση της εταιρείας Deep Science Ventures, η απόδοση των σιτηρών ανά εκτάριο αυξήθηκε κατά 215%, ενώ η έκταση της καλλιεργούμενης γης αυξήθηκε μόλις κατά 15%. Η αύξηση της παραγωγής υπήρξε σημαντική για την επισιτιστική επάρκεια. Ωστόσο, η επιλογή ποικιλιών με βασικό κριτήριο την υψηλή απόδοση ενδέχεται να λειτούργησε εις βάρος της συγκέντρωσης ορισμένων θρεπτικών συστατικών. Ένας από τους μηχανισμούς που εξετάζουν οι επιστήμονες είναι το λεγόμενο «φαινόμενο αραίωσης»: όταν ένα φυτό παράγει μεγαλύτερη ποσότητα καρπών ή σπόρων, η συγκέντρωση ορισμένων μετάλλων και άλλων θρεπτικών συστατικών μπορεί να είναι χαμηλότερη ανά μονάδα βάρους.

Πώς συνδέεται η κλιματική αλλαγή με το πρόβλημα

Η υποβάθμιση της θρεπτικής αξίας δεν αποδίδεται μόνο στις γεωργικές πρακτικές. Η αύξηση του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα μπορεί επίσης να επηρεάσει τη σύσταση ορισμένων καλλιεργειών. Μελέτη του 2018, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Science Advances, εξέτασε την επίδραση αυξημένων συγκεντρώσεων διοξειδίου του άνθρακα σε βασικές καλλιέργειες ρυζιού. Τα αποτελέσματα έδειξαν μειώσεις σε πρωτεΐνες, σίδηρο και ψευδάργυρο σε αρκετές από τις ποικιλίες που εξετάστηκαν. Παράλληλα, η υποβάθμιση των εδαφών και η συνεχιζόμενη χρήση εντομοκτόνων, μυκητοκτόνων και ζιζανιοκτόνων συγκαταλέγονται στους παράγοντες που εξετάζονται στο πλαίσιο της ευρύτερης συζήτησης για τη βιωσιμότητα της γεωργίας και τη διατροφική ποιότητα.

 

Η μειωμένη πρόσληψη απαραίτητων βιταμινών και μετάλλων μπορεί να οδηγήσει σε αυτό που οι ειδικοί αποκαλούν «κρυφή πείνα». Πρόκειται για μια κατάσταση κατά την οποία κάποιος μπορεί να καταναλώνει αρκετές θερμίδες, ακόμη και να αισθάνεται χορτάτος, αλλά να μην προσλαμβάνει επαρκείς ποσότητες βασικών θρεπτικών συστατικών. Μελέτη του 2024, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Foods, αναφέρει ότι περισσότεροι από δύο δισεκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως αντιμετωπίζουν ανεπάρκεια σε ένα ή περισσότερα μικροθρεπτικά συστατικά.

Μια έκθεση της Deep Science Ventures προειδοποιεί για τον κίνδυνο ενός πιθανού «σημείου καμπής»: η μείωση της θρεπτικής πυκνότητας των τροφίμων μπορεί να γίνει ακόμη πιο επιβαρυντική για ανθρώπους που βρίσκονται ήδη κοντά στα όρια διατροφικής ανεπάρκειας. Μεταξύ των ομάδων που ενδέχεται να επηρεαστούν περισσότερο είναι τα παιδιά, οι γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, οι ηλικιωμένοι και οι πληθυσμοί που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από βασικά δημητριακά. Η έκθεση αναφέρει, επίσης, ότι σε ορισμένες καλλιέργειες και συγκεκριμένες συνθήκες έχουν καταγραφεί μειώσεις της θρεπτικής πυκνότητας που ξεπερνούν το 40% μετά την Πράσινη Επανάσταση. Πρόκειται για εκτιμήσεις που δεν μπορούν να γενικευθούν σε όλα τα τρόφιμα.

Μπορεί η επιστήμη να ενισχύσει ξανά τα θρεπτικά συστατικά;

Μία από τις προσεγγίσεις που εξετάζονται είναι ο βιοεμπλουτισμός, δηλαδή η ανάπτυξη καλλιεργειών με αυξημένη περιεκτικότητα σε συγκεκριμένα θρεπτικά συστατικά. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με επιλεκτικές διασταυρώσεις φυτών, κατάλληλες γεωργικές πρακτικές, εμπλουτισμένα λιπάσματα ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, γενετικές τροποποιήσεις. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας καταγράφει ενθαρρυντικά αποτελέσματα από προγράμματα βιοεμπλουτισμού. Το ρύζι με αυξημένη περιεκτικότητα σε σίδηρο έχει συνδεθεί με βελτίωση των επιπέδων σιδήρου σε γυναίκες και παιδιά στις Φιλιππίνες και την Ινδία, ενώ οι γλυκοπατάτες με αυξημένη περιεκτικότητα σε βιταμίνη Α έχουν συμβάλει στην αντιμετώπιση σχετικών ελλείψεων σε χώρες της Αφρικής.

Η μέθοδος, ωστόσο, δεν αποτελεί από μόνη της οριστική λύση. Επιστήμονες επισημαίνουν ότι ορισμένες παρεμβάσεις μπορεί να επηρεάσουν τις αποδόσεις των καλλιεργειών ή να περιορίσουν τη γενετική ποικιλότητα, αυξάνοντας ενδεχομένως την ευπάθεια απέναντι σε ασθένειες των φυτών. Το βασικό συμπέρασμα δεν είναι ότι τα φρούτα και τα λαχανικά έπαψαν να είναι υγιεινά. Παραμένουν απαραίτητα σε μια ισορροπημένη διατροφή. Το ερώτημα που απασχολεί πλέον τους επιστήμονες είναι πώς μπορεί η γεωργία να συνεχίσει να παράγει επαρκείς ποσότητες τροφίμων, διατηρώντας παράλληλα την ποιότητα και τη θρεπτική τους αξία.

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΕΤΑΙ