Το άστρο Θήτα του Ηριδανού έχασε τη λάμψη του: Η νέα θεωρία που λύνει ένα αστρονομικό μυστήριο 2.000 ετών
- Η νέα εξήγηση
- Γιατί το άστρο εξασθένησε
- Από το σημαντικότερο άστρο του Ηριδανού σε έναν συνηθισμένο αστέρα
Το Θήτα του Ηριδανού (Acamar), που σήμερα μοιάζει με ένα συνηθισμένο άστρο τρίτου μεγέθους, καταγραφόταν στην αρχαιότητα ως ένα από τα λαμπρότερα του νυχτερινού ουρανού. Ο Πτολεμαίος το συμπεριέλαβε στα 13 πιο φωτεινά άστρα στην Αλμαγέστη, ενώ αντίστοιχες αναφορές είχαν κάνει νωρίτερα ο Ίππαρχος και αργότερα ο Αμπντ αλ-Ραχμάν αλ-Σούφι.
Ωστόσο, μέχρι τα τέλη του 16ου αιώνα είχε ήδη χάσει μεγάλο μέρος της λαμπρότητάς του, δημιουργώντας ένα αστρονομικό μυστήριο που παρέμενε άλυτο επί αιώνες.
Η νέα εξήγηση
Σε νέα μελέτη, η οποία δεν έχει ακόμη αξιολογηθεί από ομότιμους κριτές, ο Δρ Ίντελ Βάισμπεργκ και ο καθηγητής Μποάζ Κατς του Ινστιτούτου Επιστημών Weizmann προτείνουν ότι η απάντηση βρίσκεται στην ύπαρξη ενός τρίτου άστρου στο σύστημα του Θήτα του Ηριδανού.
Το τρίτο αυτό άστρο βρίσκεται τόσο κοντά στο φωτεινότερο μέλος του συστήματος ώστε διακρίθηκε μόλις τα τελευταία χρόνια. Ενδείξεις για την ύπαρξή του είχαν καταγραφεί ήδη πριν από περισσότερο από έναν αιώνα μέσω φασματοσκοπικών παρατηρήσεων. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι τα δύο κοντινά άστρα απέχουν μεταξύ τους μόλις περίπου το ένα όγδοο της απόστασης Γης-Ήλιου και ολοκληρώνουν μία περιφορά κάθε τέσσερις ημέρες.
Σύμφωνα με το προτεινόμενο σενάριο, το μεγαλύτερο άστρο είχε μόλις αρχίσει να εγκαταλείπει την κύρια ακολουθία της εξέλιξής του. Τότε η τροχιά των δύο άστρων ήταν πολύ πιο ελλειπτική από ό,τι σήμερα, με αποτέλεσμα να πλησιάζουν εξαιρετικά κοντά μεταξύ τους. Σε κάθε κοντινή διέλευση, ύλη μεταφερόταν από το ένα άστρο στο άλλο. Η ενέργεια της τροχιάς θερμαινόταν μέσα στο ρεύμα της μεταφερόμενης ύλης, παράγοντας τόσο έντονη ακτινοβολία ώστε το υλικό αυτό ξεπερνούσε σε λαμπρότητα και τα δύο άστρα μαζί. Οι επιστήμονες υπολογίζουν ότι μεταφέρθηκε ποσότητα ύλης ίση με περίπου το ένα εικοστό της μάζας του Ήλιου, αρκετή όμως ώστε το σύστημα να παραμείνει εξαιρετικά φωτεινό για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Γιατί το άστρο εξασθένησε
Η διαδικασία αυτή δεν μπορούσε να συνεχιστεί επ' άπειρον. Με την πάροδο του χρόνου, οι παλιρροϊκές αλληλεπιδράσεις εξομάλυναν την τροχιά των δύο άστρων, μειώνοντας την εκκεντρότητά της. Έτσι, τα άστρα έπαψαν να πλησιάζουν αρκετά ώστε να συνεχίζεται η μεταφορά ύλης και η επιπλέον πηγή φωτός εξαφανίστηκε. Το σύστημα απέκτησε τελικά τη φυσιολογική λαμπρότητα που αναμένεται για τρία άστρα με παρόμοια χαρακτηριστικά, χωρίς έντονες αλληλεπιδράσεις.
Η απότομη αύξηση της φωτεινότητας λόγω μεταφοράς ύλης είναι γνωστή στην αστρονομία και συνήθως προκαλεί τα φαινόμενα των καινοφανών αστέρων (novae). Ωστόσο, αυτά διαρκούν συνήθως εβδομάδες ή μήνες και αφορούν συστήματα με λευκό νάνο. Αν η νέα ερμηνεία είναι σωστή, το Θήτα του Ηριδανού αποτελεί μια διαφορετική και εξαιρετικά σπάνια περίπτωση, όπου η αυξημένη λαμπρότητα διατηρήθηκε για σχεδόν μία χιλιετία.

Οι ίδιοι οι ερευνητές σημειώνουν ότι αυτή η φάση διήρκεσε μόλις ένα εκατομμυριοστό της συνολικής ηλικίας του άστρου, γεγονός που καθιστά εξαιρετικά σπάνιο το να συνέβη σε ένα από τα περίπου 1.000 άστρα που είναι ορατά με γυμνό μάτι. Παρ' όλα αυτά, θεωρούν ότι η εξήγησή τους είναι πιθανότερη από όλες τις προηγούμενες και προτείνουν την αναζήτηση παρόμοιων συστημάτων σε μεγαλύτερες αποστάσεις.
Από το σημαντικότερο άστρο του Ηριδανού σε έναν συνηθισμένο αστέρα
Την εποχή του Πτολεμαίου, το Acamar ήταν το μοναδικό πραγματικά λαμπρό άστρο του αστερισμού του Ηριδανού. Αργότερα, όταν οι Ευρωπαίοι εξερευνητές παρατήρησαν τον νοτιότερο ουρανό, προστέθηκε στον αστερισμό το πολύ φωτεινότερο Achernar, το οποίο ονομάστηκε Άλφα του Ηριδανού.
Παραμένει άγνωστο γιατί το Θήτα του Ηριδανού έλαβε το όγδοο γράμμα της ελληνικής αλφαβήτου στις επίσημες ονομασίες, αν και δεν αποκλείεται εκείνη την περίοδο να ήταν προσωρινά πιο αμυδρό από ό,τι είναι σήμερα. Ένα άλλο γνωστό άστρο του ίδιου αστερισμού είναι το Έψιλον του Ηριδανού, σε απόσταση περίπου 10,5 ετών φωτός, το οποίο θεωρείται ένας από τους πλησιέστερους αστέρες παρόμοιους με τον Ήλιο και αποτελεί σημαντικό στόχο στην αναζήτηση δυνητικά κατοικήσιμων πλανητών.
ΔΙΑΒΑΣΕ ΑΚΟΜΗ:
- Η Tianwen-2 κατέγραψε για πρώτη φορά τον μυστηριώδη ημιδορυφόρο της Γης: Το δείγμα που ίσως αποκαλύψει τη σχέση του με τη Σελήνη
- Πέντε τρόποι με τους οποίους μπορεί να φτάσουμε στο «τέλος του κόσμου»: Τα επικρατέστερα σενάρια των επιστημόνων
- Ανακάλυψη-σταθμός στον Άρη: Βρήκαν θαμμένα ορυκτά που δείχνουν ότι υπήρχε ωκεανός για 1,5 εκατ. χρόνια