Η Δανία βυθίζει 89 γιγάντια τμήματα στη θάλασσα: Χτίζει τη μεγαλύτερη υποθαλάσσια σήραγγα της Ευρώπης
Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται ένα από τα πιο φιλόδοξα έργα υποδομής στην Ευρώπη, καθώς η Δανία ξεκίνησε τη βύθιση των πρώτων γιγάντιων τμημάτων της υποθαλάσσιας σήραγγας Fehmarnbelt, η οποία θα συνδέσει απευθείας τη Δανία με τη Γερμανία.
Το πρώτο τμήμα της σήραγγας, μήκους 217 μέτρων και βάρους περίπου 73.500 τόνων, τοποθετήθηκε ήδη στον βυθό κοντά στο νησί Lolland, σηματοδοτώντας μια κρίσιμη φάση για το έργο που χαρακτηρίζεται ως τεχνολογικό επίτευγμα.
Η Fehmarnbelt αναμένεται να αποτελέσει τη μεγαλύτερη συνδυασμένη οδική και σιδηροδρομική υποθαλάσσια σήραγγα στον κόσμο, με συνολικό μήκος περίπου 18 χιλιομέτρων. Για την ολοκλήρωσή της θα τοποθετηθούν συνολικά 89 τεράστια προκατασκευασμένα τμήματα από σκυρόδεμα, τα οποία θα βυθίζονται σταδιακά στον πυθμένα της Βαλτικής Θάλασσας.
Η τεχνική διαδικασία θεωρείται εξαιρετικά απαιτητική. Πέντε ρυμουλκά μετέφεραν το πρώτο στοιχείο από το εργοστάσιο παραγωγής στο Rødbyhavn έως το σημείο εγκατάστασης, όπου ειδικές πλατφόρμες το τοποθέτησαν με ακρίβεια χιλιοστών σε ειδικά διαμορφωμένη τάφρο στον βυθό.

Η σήραγγα θα περιλαμβάνει δύο λωρίδες κυκλοφορίας για αυτοκίνητα σε κάθε κατεύθυνση, δύο σιδηροδρομικές γραμμές, αλλά και ξεχωριστό διάδρομο για συστήματα συντήρησης και ασφάλειας.
Με την ολοκλήρωση του έργου, η διαδρομή ανάμεσα στο Αμβούργο και την Κοπεγχάγη θα μειωθεί εντυπωσιακά: το ταξίδι με τρένο θα διαρκεί περίπου δυόμισι ώρες αντί για πέντε, ενώ η διέλευση με αυτοκίνητο θα περιοριστεί σε μόλις 10 λεπτά, αντικαθιστώντας το σημερινό 45λεπτο ταξίδι με φέρι.
Το συνολικό κόστος έχει πλέον ξεπεράσει τα 7,5 δισεκατομμύρια ευρώ, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να συνεισφέρει περίπου 1,3 δισεκατομμύρια. Παράλληλα, το έργο έχει ήδη καθυστερήσει περίπου δύο χρόνια σε σχέση με τον αρχικό σχεδιασμό.
Η εξέλιξη της Fehmarnbelt αναδεικνύει και τις μεγάλες διαφορές μεταξύ Δανίας και Γερμανίας ως προς την υλοποίηση μεγάλων έργων. Ενώ η δανική πλευρά προχώρησε γρήγορα τις εργασίες από το 2020, στη Γερμανία κατατέθηκαν περισσότερες από 12.000 ενστάσεις και προσφυγές, προκαλώντας σημαντικές καθυστερήσεις στις διαδικασίες αδειοδότησης και κατασκευής.