Προσεγγίζοντας τη νέα μπασκετική πραγματικότητα!

O Αντώνης Καλκαβούρας σχολιάζει τις πρώτες εικόνες που εξέπεμψαν οι «ερυθρόλευκοι» κόντρα στην Βιλερμπάν κι επικεντρώνεται στην προσπάθεια του Γιώργου Μπαρτζώκα να φτιάξει μία ομάδα στον μέσο όρο της αθλητικότητας που διαθέτουν οι υπόλοιπες 17 ομάδες της Euroleague.

Προσεγγίζοντας τη νέα μπασκετική πραγματικότητα!

Να ξεκινήσουμε από κάποια δεδομένα που δεν επιδέχονται αμφισβήτησης. Ο περυσινός Ολυμπιακός είχε ελάχιστη έως μηδενική αθλητικότητα μέσα στο καλάθι κι ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετώπιζε, ήταν η άμυνα στο pick'n'roll, που αποτελεί τον βασικό τρόπο με τον επιτίθενται οι ομάδες (σε set παιχνίδι) στο σύγχρονο μπάσκετ.

Χωρίς ψηλό με γρήγορα πόδια και καλά χέρια, που να μπορεί να βγει στην περιφέρεια για να δυσκολέψει το μακρινό σουτ (από pop-out) ή να προλάβει το κόψιμο του παίκτη που κάνει το screen, ώστε να αποφύγει το εύκολο καλάθι, πλέον καμία δεν μπορεί να αμυνθεί αποτελεσματικά και φυσικά στο υψηλότερο επίπεδο να έχει βλέψεις για κάτι καλό.

Αυτός είναι και ο λόγος που οι σημερινοί προπονητές προτιμούν ολοένα και περισσότερο τους αθλητικούς ημίψηλους για την θέση του σέντερ και που τα παραδοσιακά βαριά “πεντάρια” τείνουν να εξαφανιστούν. Κοινώς, μεγαλύτεροι πέραση έχουν οι αθλητές-μπασκετμπολίστες από τους μπασκετμπολίστες που μπορεί να είναι σούπερ ταλαντούχοι, αλλά δεν έχουν έκρηξη ή δεν μπορούν να τρέξουν και να πηδήξουν.

Αν παράλληλα συνδυάζουν και το μπασκετικό IQ, τότε διαθέτουν σχεδόν το πλήρες πακέτο του Κάϊλ Χάϊνς, που θεωρείται παίκτης πρότυπο στο μυαλό των απανταχού τεχνικών για την συγκεκριμένη θέση! Και φυσικά, αν μαζί με όλα τα παραπάνω τυγχάνει να είναι και 2,11 με άνοιγμα χεριών 2,21, τότε να είστε σίγουροι ότι δεν θα περάσουν απαρατήρητοι και θα έχουν την ευκαιρία που είχε και αξιοποίησε ο Γιάννης Αντετοκούνμπο!

Υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις όπως ο «μπουχέσας» σωματικά και αργός, Νίκολα Γιόκιτς, που είναι ο κορυφαίος ψηλός “play & decision maker” που έχουμε δει εδώ και δεκαετίες, αλλά ας μην επεκταθούμε περισσότερο, επειδή στην περίπτωσή του, η μπασκετική-αθλητική επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά.

Η αθλητικότητα, επομένως, είναι το Α και το Ω στον σύγχρονο αθλητισμό και φυσικά έχει κυριαρχήσει και στα παρκέ! Πολύ λογικά, λοιπόν, προς αυτήν την κατεύθυνση κινήθηκαν οι οι μετεγγραφικές επιλογές του 55χρονου προπονητή των «ερυθρολεύκων», σε μία προσπάθεια να βάλει τις βάσεις για να χτίσει το νέο πρόσωπο της ομάδας του Πειραιά.

Η λογική των μετεγγραφών

Τι έκανε το καλοκαίρι ο Μπαρτζώκας; Έχοντας υπογράψει έναν Αμερικανό σέντερ (Έλις) που συνδυάζει σε ικανοποιητικό βαθμό τα παραπάνω στοιχεία με το ύψος (2,08), κάλυψε το κενό του Ρούμπιτ με τον κοντύτερο αλλά αθλητικό κι εξαιρετικό ριμπάουντερ, Χασάν Μάρτιν και πρόσθεσε λίγο ύψος αλλά και μπόλικη αθλητικότητα, επιλέγοντας τον Γάλλο power-forward, Ζαν-Σαρλ Λιβιό, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο “4” και στο “5”.

Με άλλα λόγια, ο έμπειρος τεχνικός δεν μπήκε στη λογική να αντικαταστήσει τον Μιλουτίνοφ με έναν seven-footer, θέλοντας να παρουσιάσει μία ομάδα, που θα έχει τα εχέγγυα να παίρνει σταθερά καλό βαθμό στο ριμπάουντ και την αμυντική οικονομία (κλεψίματα, κοψίματα και deflections) από όλους τους ψηλούς της.

Η επιστροφή του Σλούκα προσέδωσε περισσότερη κίνηση και δημιουργία στην επίθεση, ενώ η παρουσία του ΜακΚίσικ (άμυνα κι επίθεση), του Τζένκινς (περισσότερο στα μετόπισθεν) και του Χάρισον (υπό προϋποθέσεις), αύξησαν τον δείκτη της αθλητικότητας και στην περιφέρεια.

Τι είδαμε κόντρα στην Βιλερμπάν

Μ' αυτά και με εκείνα, λοιπόν, ο νέος Ολυμπιακός έγινε περισσότερο κινητικός κι αθλητικός, αλλά τα βαριά πόδια από την προετοιμασία, η μεγάλη περιφερειακή αστοχία (1/14 τριπ. με τουλάχιστον από τα μισά σουτ να είναι χωρίς πίεση) αλλά και το απόλυτο mismatch με τον πλέον αθλητικό αντίπαλο της διοργάνωσης (Βιλερμπάν), νομίζω ότι φτάνουν και περισσεύουν για να εξηγηθεί το χθεσινό 57-74 υπέρ της γαλλικής ομάδας.

Ένα δεύτερο δεδομένο που μοιάζει με θέσφατο, είναι η σημαντική ενίσχυση της περυσινής πρωταθλήτριας Γαλλίας (2019), που φέτος έχει τον μεγαλύτερο προϋπολογισμό στην ιστορία του γαλλικού μπάσκετ (από 10,4 εκατομμύρια Ευρώ πέρυσι, φέτος αγγίζει τα 12 εκατομμύρια) και φαίνεται να έχει βλέψεις να ανέβει επίπεδο.

Ο Τόνι Πάρκερ έβαλε τον αδελφό του T.J. στην θέση του Μίτροβιτς και το όνομα και οι διασυνδέσεις του στο ΝΒΑ, συνέβαλαν στον ερχομό ποιοτικών παικτών – για τα ευρωπαϊκά δεδομένα – όπως ο Γιαμπουσέλε (πρώην των Σέλτικς), o Φρίμαν με την σπουδαία κολεγιακή κσεζόν στο Νορθ Καρολάϊνα Στέϊτ, ο δύο φορές πρωταθλητής του ΝΒΑ (με τους Χιτ) Νόρις Κόουλ, ο Γάλλος διεθνής guard, Πολ Λακόμπ και φυσικά το πρώην «σκιάχτρο» της Τουρκ Τελεκόμ, ο Γάλλος γίγας των 2,18, Μουσταφά Φολ.

Απέναντι σε μία ομάδα που έδειξε ότι τρέχει καλά, κυκλοφορεί σωστά την μπάλα, σουτάρει αποτελεσματικά και πέρα από την αθλητικότητα έχει ένα πανύψηλο σέντερ που είναι καλός δέκτης και μπορεί να πιάσει σωστά την μπάλα και να γυρίσει προς το καλάθι, οι Πειραιώτες μπορούν να υπερηφανεύονται ότι δεν έχασαν την μάχη των ριμπάουντ (31-30)! Ο Μάρτιν είχε 10 με 6 επιθετικά σε 22'32” συμμετοχής, ενώ η απουσία του τραυματία Λιβιό (θα βοηθήσει πολύ στην συλλογή των «σκουπιδιών»), καλύφθηκε με ομαδική δουλειά.

Το τεχνικό επιτελείο κρατάει τα πολλά ελεύθερα σουτ που βγήκαν (άσχετα αν χάθηκαν, σε μία περίοδο με μεγάλο σφίξιμο από την προετοιμασία, αυτό μετράει περισσότερο) και καλύτερη προστασία της μπάλας στο 2ο μέρος.

Κατά τα άλλα, ο Ολυμπιακός έδειξε ακόμη ότι ψάχνεται στο μισό γήπεδο και ότι δεν έχει ακόμη αποκτήσει αυτοματισμούς (το αντίθετο θα ήταν παράλογο κι ανησυχητικό), έκανε 7 λάθη στην 1η περίοδο και συνολικά 10 στο πρώτο 20λεπτο. Στην άμυνα, ξεκίνησε επιθετικά αλλά προοδευτικά και σε σχέση με τα σχήματα που χρησιμοποιήθηκαν, η ένταση έπεσε. Αυτό είχε επίπτωση στις κακές αμυντικές περιστροφές, τις οποίες οι Γάλλοι πλήγωσαν επί το πλείστον έξω από τα 6,75 (12/28 τριπ.).

Σε ατομικό επίπεδο, δεν νομίζω ότι υπάρχει λόγος να σταθούμε σε κάποιον. Όχι γιατί δεν ξεχώρισε κανείς, αλλά γιατί η εξέλιξη του αγώνα ήταν τέτοια, που πλην της κυριαρχίας του Μάρτιν στα ριμπάουντ, της επιθετικότητας που έβγαλε ο ΜακΚίσικ και της δημιουργίας του Σλούκα, δεν είδαμε κάποιον παρουσιάζει κάτι άξιο αναφοράς. Με την παραγωγικότητα στους 57 πόντους, άλλωστε, δεν μπορεί να πει κανείς πολλά...

Την δεδομένη στιγμή κι ενώ απομένουν δύο εβδομάδες για το πρώτο τζάμπολ της Euroleague, κάθε τεστ προετοιμασίας έχει την δική του βαρύτητα και είναι δεδομένο ότι οι προπονητές δεν ενθουσιάζονται καθόλου στις νίκες και θεωρούν χρήσιμες και εποικοδομητικές τις ήττες...