ΟΠλήρες μέλος πλέον της Εθνικής ομάδας, ο Λαρεντζάκης σκαρφαλώνει ένα ένα τα σκαλοπάτια

Το πέλαγος και το ποτάμι

Ο Νίκος Παπαδογιάννης σχολιάζει το μακροβούτι του Γιαννούλη Λαρεντζάκη στα βαθιά νερά της Euroleague.

λαρεντζακης

Tην τελευταία φορά που επέλεξα ένα κοντινό νησί για σύντομo σκασιαρχείο τριημέρου μακριά από μουσάτους ρακετομάχους, βρέθηκα περικυκλωμένος από -συνήθως ξυρισμένους- Λαρεντζάκηδες.

Λαρεντζάκης στην πανσιόν, Λαρεντζάκης στο πρακτορείο ακτοπλοϊας, Λαρεντζάκης στο μίνι μάρκετ, μέχρι που είδα και μία πινακίδα «Γιαννούλης Λαρεντζάκης» και μπήκα για να πω ένα γεια! 

Εν τέλει δεν ήταν …αυτός, ο λεγάμενος αλλά κάποιο συγγενάκι με πανομοιότυπο ονοματεπώνυμο. 

«Το νησί μας είναι πολύ όμορφο, να περάσετε καλά», μου ευχήθηκε ευγενικά ο διεθνής μπασκετμπολίστας, όταν επικοινώνησα μαζί του, για να ρωτήσω αν υπάρχει στα σκαριά σχέδιο μπασκετικής ανάπτυξης ανάλογο με αυτό του Γιώργου Πρίντεζη στη γειτονική Σύρο.

Μα και βέβαια υπάρχει. Καταστρώθηκε πριν από δύο χρόνια, όταν ο τοπικός ήρως Γιαννούλης επισκέφτηκε τον τόπο του, για να τιμηθεί από τις αρχές, ως πρωταθλητής του Basketball Champions League.

Συνεχίζοντας την περιήγηση, εντόπισα το τοπωνύμιο «Δρυοπίδα» και ανακάλυψα ότι η Κύθνος έχει και δεύτερο σημείο αναφοράς, σχετικό με το μπάσκετ.

Ο σύλλογος που ξάφνιασε το στερέωμα τους τελευταίους μήνες με την πρόκρισή του στα ημιτελικά του Κυπέλλου και τον προβιβασμό του στην Α1 ιδρύθηκε στο Αιγάλεω μεν, από Κύθνιους δε. «Θερμιώτες», όπως αυτοαποκαλούνται. 

Ο πρόεδρος της ομάδας ονομάζεται Γιαννούλης Καλλίλας και αυτό είναι το πλέον θερμιώτικο όνομα που θα ακούσετε ποτέ. Μαζί με το Γιαννούλης Λαρεντζάκης.

Σε έναν ιδανικό κόσμο, ο Διαγόρας θα κατοικοέδρευε στην Κύθνο, θα γέμιζε το γήπεδό του με ντόπιους φιλάθλους και θα είχε για αστέρι το χρυσό παιδί του νησιού.

Αλλά ας μη μιλάμε για ουτοπίες. Ο υδροκεφαλισμός της Ελλάδας, σε αθλητικό επίπεδο και όχι μόνο, δεν επιτρέπει τέτοιες ονειροπολήσεις.

Τα έφερε έτσι η ζωή, ώστε ο Θερμιώτης Λαρεντζάκης και ο Συριανός Πρίντεζης να γίνουν συμπαίκτες στον Ολυμπιακό, εν μέσω πανδημίας. Και πιο πριν στην Εθνική ομάδα.

Εάν μοιραστούν το ίδιο δωμάτιο, θα γεμίσουν τους τοίχους με νησιώτικους τραγουδιστούς ιδιωματισμούς και με αιγαιοπελαγίτικο αεράκι. Μπορεί να μην ανήκουν στην ίδια γενιά, αλλά ξεπήδησαν από την ίδια θαλασσινή γειτονιά.

Πάλι καλά που υπάρχουν και αυτοί, οι μεμονωμένοι πρεσβευτάδες, διότι το μπάσκετ των νησιών πάει να αποψιλωθεί ξανά, με μοναδικό πυρήνα αντίστασης τη Ρόδο.

Η Λήμνος εγκατέλειψε απογοητευμένη την κούρσα, ενώ η Κρήτη θα μείνει δίχως ομάδα Α1 για πρώτη φορά μετά από δεν ξέρω πόσα χρόνια.

Η μεταγραφή του Γιαννούλη Λαρεντζάκη στον Ολυμπιακό δεν πρόκειται να αλλάξει την ιστορία του συλλόγου, ωστόσο είναι σίγουρα μία από τις κινήσεις της χρονιάς.

Σπανίζουν πλέον οι μεταγραφές Ελλήνων παικτών επιπέδου Εθνικής ομάδας, εκτός αν μιλάμε για αποχωρήσεις προς τα ξένα, σαν αυτή -την επικείμενη- του Νικ Καλάθη.

Ο Λαρεντζάκης επιστρέφει στην πατρίδα του μετά από μία ολιγόμηνη θητεία στην Ισπανία, χρήσιμη νομίζω για την προσωπική του ωρίμανση. Θα μπορούσε να επιστρέψει νωρίτερα, αλλά απ’ ό,τι γνωρίζω δεν το θέλησε ο ίδιος.

Πριν τη Μούρθια, δεν είχε ζήσει ποτέ εκτός Ελλάδας. Η μεταγραφή του στη Σαραγόσα το 2016 δεν τελεσφόρησε, αφού η ΑΕΚ την «εξαγόρασε» και έντυσε τον παίκτη στα κίτρινα.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες όσων γνωρίζουν τον Λαρεντζάκη, πρόκειται για έναν άνθρωπο εργατικό μέχρι μονομανίας, απίστευτα προσηλωμένο στην αποστολή του και με τυφλή πίστη στις δυνατότητές του.

Αυτό είναι το ιδανικό εχέγγυο, στον χώρο που καταπίνει τόσο εύκολα όσους τραβούν το βλέμμα από τον στόχο. Χαμηλών τόνων δεν σημαίνει απαραίτητα μαλθακός.

Ομολογώ, ότι εντυπωσιάστηκα από την απόδοσή του στο Μουντομπάσκετ του 2019. Τον υπολόγιζα για την άκρη του πάγκου, αλλά αυτός έπαιξε αρκετά, σε όλα τα ματς πλην ενός.

Δεν είναι και τόσο συνηθισμένο φαινόμενο να κερδίσει ρόλο με το σπαθί του στην Εθνική Ανδρών ένας ρούκι χωρίς σκληραγώγηση στο δίπολο Παναθηναϊκού-Ολυμπιακού και δίχως θητεία στην Euroleague.

Ο Λαρεντζάκης μπορεί να είχε περιορισμένο χρόνο συμμετοχής στο Παγκόσμιο Κύπελλο (9,5 λεπτά), αλλά έπαιξε σωστά τις νότες που του δόθηκαν και ουδέποτε έμοιασε με ξένο σώμα.

Σούταρε με αυτοπεποίθηση, πάσχισε στην άμυνα, κοίταξε στα μάτια συμπαίκτες και αντιπάλους, ενώ ήταν παρών στο παρκέ σε ορισμένα από τα καλύτερα πεντάλεπτα της Εθνικής.

Θυμηθείτε το χρονικό σημείο της παρ’ ολίγον ανατροπής απέναντι στην Τσεχία και θα συμφωνήσετε. Τότε και μόνο τότε έμοιαζε η ομάδα με Εθνική Ελλάδας, όπως τη μάθαμε.

Εάν το προφίλ του Λαρεντζάκη ήταν πιο κοντά στο «1» παρά στο «2», θα κέρδιζε λεπτά και θα βοηθούσε την Εθνική να ανοίξει το γήπεδο ώστε να επωφεληθεί ο Γιάννης. Άλλον παίκτη με αυτά τα χαρακτηριστικά δεν είχαμε, με εξαίρεση τον ασφαλώς ανώτερο Σλούκα.

Ο 27χρονος Λαρεντζάκης εντάσσεται σε ένα πρόγραμμα που ξαναμπαίνει στον ίδιο δρόμο, με μέντορες που ελάχιστες ομάδες διαθέτουν: Σπανούλη, Πρίντεζη, Μπαρτζώκα, Παπανικολάου, ενδεχομένως και Σλούκα.

Ο αρχικός ρόλος του δεν θα είναι πολύ διαφορετικός από αυτόν που του ανατέθηκε στο Μουντομπάσκετ, αλλά ευκαιρίες θα υπάρξουν μέσα στη σεζόν. 

Η εξέλιξή του θα κριθεί από τη δική του ικανότητα στο κολύμπι, αλλά το τριετές συμβόλαιο που του πρόσφερε ο Ολυμπιακός είναι ψήφος εμπιστοσύνης.

Θα ήταν φυσικά προτιμότερο για τον ίδιο (και για αρκετούς άλλους παίκτες) να υπήρχε η δυνατότητα συμμετοχής του στο ελληνικό πρωτάθλημα, αλλά ας μην ανοίξουμε ξανά αυτή τη θλιβερή συζήτηση.

Σε έναν ιδανικό κόσμο, ο Λαρεντζάκης θα δινόταν δανεικός στον Διαγόρα κάθε Σαββατοκύριακο για να παίζει πρώτο βιολί και θα κατηφόριζε το ποτάμι τις Δευτέρες, έτοιμος για ευρωπαϊκά ιντερμέτζα.