Η Μπαρτσελόνα πανηγυρίζει σαν να κέρδισε τίτλο και οι πληβείοι του ευρωπαϊκού μπάσκετ μελαγχολούν

Τα όρια του παραλόγου

Ο Νίκος Παπαδογιάννης σχολιάζει τη μετακίνηση του Σάρας στη Βαρκελώνη και το τοπίο που διαμορφώνεται στο ευρωπαϊκό μπάσκετ.

σαρας

Kαθώς ο «Τιτανικός» βυθιζόταν, οι επιβάτες του βρήκαν σωσίβια και πήδηξαν στις κουλούρες πανηγυρίζοντας. Το μέλλον είναι ευοίωνο, είπαν μόλις συνήλθαν από την ψυχρολουσία. Για το μπάσκετ της Μπαρτσελόνα, η απόσταση από το ναδίρ στο ζενίθ ήταν ένας Σάρας δρόμος.

Τα γλέντια των Καταλανών είναι φυσικά για γέλια. Το μαγαζί που ξόδεψε μία καραβιά δολάρια και ευρώ για να φτιάξει ανίκητη ντριμ-τιμ κατόρθωσε να χάσει το πρωτάθλημα Ισπανίας, από έναν αντίπαλο που καλά καλά δεν είχε ούτε παίκτες ούτε προπονητή ούτε τίποτε.

Να γελάσει η Μπάρτσα με το –τρισχειρότερο- στραπάτσο της Ρεάλ, που δεν μπήκε ούτε στην τετράδα, αυτό ναι, το καταλαβαίνω. Να γλεντάει προκαταβολικά την επιστροφή στους θριάμβους μόνο και μόνο επειδή προσέλαβε το «ανφάν τερίμπλ» των πάγκων, αγγίζει τα όρια του παραλόγου.

Λίγο ακόμα και θα μας πουν ότι έχασαν επίτηδες από τη Βασκόνια, για να διώξουν αβασάνιστα τον γερο-Πέσιτς και να ξαναφέρουν στις ράμπλας το αγαπημένο τους παιδί...

Μέχρι αποδείξεως του εναντίου, ο Σαρούνας Γιασικέβιτσιους είναι ένας προπονητής για τη Ζαλγκίρις. Το «πρέπει» που επωμίζεται είναι δυσβάσταχτο, η συνεννόηση με τις φίρμες που τον περιμένουν στριφνή και η διαφορά τού εντός με το εκτός έδρας χαώδης.

Όποιος δυσκολεύεται να καταλάβει πόσο δύσκολο είναι το άλμα που επιχειρεί ο περιζήτητος Λιθουανός δεν έχει παρά να θυμηθεί το ναυάγιο του Ντούσκο Βουγιόσεβιτς, όταν αυτός εγκατέλειψε το Βελιγράδι για την ΤΣΣΚΑ, μετά το φάιναλ-φορ του 2010.

Το πείραμα εγκαταλείφθηκε μέσα σε ένα σκάρτο εξάμηνο και η γη που άφησε πίσω του ο Μαυροβούνιος ήταν κατάμαυρη. Στη Μόσχα έμοιαζε βγαλμένος από άλλον πλανήτη.

Βεβαίως, ο Σάρας δεν είναι αλεξιπτωτιστής ούτε μονόχνωτος ούτε μονολιθικός. Και σεβασμό στους παίκτες εμπνέει και χιλιόμετρα στα παρκέ έχει γράψει και τα κατατόπια του «Παλάου Μπλαουγράνα» γνωρίζει. Κατά πάσα πιθανότητα, θα πετύχει και θα γράψει ιστορία, προϊόντος του χρόνου.

Ωστόσο, είναι υπερβολικό και πρόωρο να μιλήσει κάποιος για νέο Ομπράντοβιτς ή νέο Μεσίνα. Ο Σάρας βρίσκεται ακόμη σε στάδιο καθημερινών εξετάσεων. Θα ήταν ίσως πιο βολικό για τον ίδιο να αναλάμβανε μία ξένη ομάδα σε φάση αναδόμησης, όπως ο φετινός Παναθηναϊκός ή η φετινή Φενέρ.

Τα μικρά θαύματα της Ζαλγκίρις έκαναν πολύ θόρυβο επειδή ακριβώς ουδείς περίμενε το παραμικρό από τους Λιθουανούς. Ερχόταν από το πουθενά και επέστρεφε στο πουθενά, μόλις έσβηναν οι προβολείς. 

Άλλο, όμως, ήθελα να γράψω. Η δραστηριότητα των 5-6 μνηστήρων του ευρωπαϊκού τίτλου στο καλοκαιρινό παζάρι δείχνει ότι γεννιέται μία Euroleague δύο ταχυτήτων.

Η -ήδη αισθητή- απόσταση ανάμεσα στους πατρίκιους και στους ολοένα περισσότερους πληβείους εξακολουθεί να μεγαλώνει. Ορισμένες ομάδες κινούνται σαν να μην υπάρχει οικονομική κρίση και αβεβαιότητα.

Οι Ρώσοι και οι Ισπανοί ξοδεύουν πακτωλούς, η Αρμάνι ακολουθεί την κούρσα των εξοπλισμών με καινούριο κουμπαρά, η Εφές έχει γρόσια για ξόδεμα και όλοι οι υπόλοιποι κοιτάζουν με το πρόσωπο κολλημένο στη βιτρίνα, σαν το κοριτσάκι με τα σπίρτα.

Η Φενέρ μετά τον Ομπράντοβιτς μίλησε με τον Σαρίτσα (αν και φαίνεται ότι έπιασε την καλή με τον Κοκόσκοφ) ο Παναθηναϊκός πηγαίνει από τον Πιτίνο στον Βόβορα, η Ζαλγκίρις από τον Γιασικέβιτσιους στον Κεμζούρα. Θα πρέπει να θεωρηθούν τυχεροί όσοι έχουν ήδη πρωτοκλασάτο προπονητή, επιπέδου Μπαρτζώκα. Ή μάλλον, προνοητικοί και διορατικοί.

Δυστυχώς για τους μικρομεσαίους, η επόμενη Εuroleague δεν πρόκειται να κριθεί σε αγώνες νοκ-άουτ, όπως η σπανιόλικη ACB του 2020. Δεν θα είναι κύπελλο, αλλά πρωτάθλημα.  

Το φάιναλ-φορ μπορεί να αφήνει περιθώριο για εκπλήξεις της μίας νύχτας, αλλά ο μαραθώνιος που οδηγεί στην Κολωνία (ή όπου αλλού διεξαχθούν τα τελικά) είναι το λημέρι των ισχυρών.

Φοβάμαι ότι είναι θέμα χρόνου να υιοθετηθεί το μοντέλο της ανάδειξης πρωταθλητή μέσα από σύστημα πλέι-οφ όπως στο ΝΒΑ.  Η ΤΣΣΚΑ το απαιτεί εδώ και χρόνια και δεν είναι πλέον μόνη. 

Το φλερτ του Ολυμπιακού με τον Κώστα Σλούκα είναι ίσως η μοναδική ένδειξη ότι κάποια ομάδα από το δεύτερο ράφι μπορεί να αντέξει στο μεταγραφικό χρηματιστήριο αυτού του παράξενου καλοκαιριού, ώστε να παλέψει με τα άγρια θηρία.

Ακόμα και αυτή η «ανορθογραφία» θα πρέπει να θεωρηθεί συγκυριακή. Ποιος πιστεύει ότι ένα κασέ και μία αξία βεληνεκούς Σλούκα θα ερχόταν στην Ελλάδα του 2020, αν δεν υπήρχε το συναισθηματικό δέσιμο; Ουδείς αποκλείει άλλωστε να συμβεί «πειρατεία» της τελευταίας στιγμής.

Τον Νικ Καλάθη, που εδώ και χρόνια κουβαλούσε στις πλάτες του Παναθηναϊκού θα τον ξαναδούμε σε ελληνικό γήπεδο ως αντίπαλο και -καλώς εχόντων- με τη φανέλα της Εθνικής ομάδας. Έστω για έναν τελευταίο χορό, το καλοκαίρι του 2021.  

Σε ό,τι αφορά την Euroleague, καλό θα είναι να υποδεχθούμε τη νέα εποχή με τα πόδια καρφωμένα στο έδαφος και δίχως πτήσεις στα σύννεφα. Ιδίως ο Παναθηναϊκός, που βρίσκεται σε κενό αέρος.

Εάν η πρόκριση στα πλέι-οφ της Εuroleague ήταν για τις ομάδες μας δύσκολη με όρους 2019-20, τα χρόνια που έρχονται προμηνύουν βασανιστικό σκαρφάλωμα. Kαι άφθονα τραύματα.