Ο Σούλης Μαρκόπουλος πάντα πορευόταν με τη δουλειά του

Βασίλης Βλαχόπουλος Βασίλης Βλαχόπουλος
Ο Σούλης Μαρκόπουλος πάντα πορευόταν με τη δουλειά του

bet365

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του gazzetta.gr στην Google
Ο Βασίλης Βλαχόπουλος γράφει για τον Σούλη Μαρκόπουλο όπως τον έζησε μέσα από την καθημερινότητα του ρεπορτάζ.

Ο πληθυντικός χρησίμευε στην τήρηση αποστάσεων, συνάμα όμως αντανακλούσε στις ηθικές αξίες και στην έμφυτη ευγένεια που είχε ως άνθρωπος. Οι χαμηλοί τόνοι ήταν ζήτημα χαρακτήρα, προσωπικότητας, ίσως όμως και γνώσης του αδηφάγου περιβάλλοντος εργασίας του. Από την παρθενική μέρα του στην «αρένα» της Α1, ο Σούλης Μαρκόπουλος διάβασε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, μαζί με τις διαθέσεις των προσώπων που την περιβάλλουν.

Υποσυνείδητα αναπτύσσονται ανασφάλειες, αυτές οδηγούν στη δημιουργία ζώνης προστασίας και στην αυστηρή επιλογή προσώπων εμπιστοσύνης. Κι έτσι, πάντα φρόντιζε να μην βρίσκονται πολλά στον δικό του κλειστό κύκλο. Τούτο, ως ένα βαθμό, τον έκανε να δείχνει απρόσιτος και «κλειστός».

Γράφοντας επί του προσωπικού, η σχέση με τον Σούλη Μαρκόπουλο κινήθηκε στο πλαίσιο της επαγγελματικής επαφής μεταξύ προπονητή και ρεπόρτερ ομάδας. Υπήρξαν στιγμές ταύτισης αλλά και το αντίθετο. Ο ρόλος του ρεπόρτερ είναι να μαθαίνει και να γράφει κι αυτός του προπονητή, η διαφύλαξη των στεγανών. Απαράβατος κανόνας.

Έζησα την ταπεινότητά του σε στιγμές δόξας και συλλογικής αποδοχής όπως και το άγχος του όταν τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά. Τώρα είναι αργά, αλλά θα ήθελα να κάνουμε μια τελευταία συνέντευξη ή έστω μια συζήτηση δίχως χρονικό περιορισμό. Μιλώντας για συνεντεύξεις του, η κορυφαία ήταν στη συνάδελφο Ρούλα Αβραμίδου στο ΑΠΕ. Εκεί μάθαμε και οι λοιποί το ζήτημα της υπερκινητικότητάς του, αυτό τον οδήγησε στον αθλητισμό καθώς κάπου έπρεπε να απελευθερωθεί. Σε αυτή μάθαμε ότι το πρώτο και μεγάλο απωθημένο ήταν η ανάγκη πρόωρης αποχώρησης από την ενεργό δράση λόγω βαριάς μορφής πνευμονίας.

 

Τυχαία συναντηθήκαμε, για τελευταία φορά, στα μέσα του περασμένου Ιούνη στον Χορτιάτη. «Πέρασαν τα χρόνια», του είπα έπειτα από 32 χρόνια γνωριμίας, δείχνοντάς του τα παιδιά. Η χαμογελαστή και πάντα γλυκιά Σταματία, πραγματικός βράχος στη σπουδαία καριέρα του συζύγου της, ρώτησε για τις ηλικίες και ο Σούλης για τον Σπανούλη. «Έχει και έτοιμη ομάδα», του απάντησα με σιγουριά.

Κακώς δεν καθίσαμε πέντε-δέκα λεπτά να ανταλλάξουμε δύο-τρεις κουβέντες παραπάνω. Λίγες βδομάδες μετά άρχισε η μάχη επιβίωσης κι ένα κακό κοινό μυστικό απλώθηκε στην μπασκετική Θεσσαλονίκη. Μετά ήρθε η μεγάλη απώλεια.

Για τον Σούλη Μαρκόπουλο μπορώ να γράψω πραγματικά πάρα πολλά. Τον προπονητή που έκοβε χιλιόμετρα μπροστά από τον πάγκο, υψώνοντας τα χέρια ή ακουμπώντας τα δάχτυλα του δεξιού χεριού του στο στόμα σε στιγμές σκέψης και περισυλλογής. Ή ακόμη τον άνθρωπο πίσω από τους προβολείς. Είναι τόσες πολλές οι ιστορίες μέσα από την καθημερινή τριβή του ρεπορτάζ.

Ο Σούλης ήταν καλός άνθρωπος. Ακέραιος, αυθεντικός και προσεκτικός σε κάθε λέξη που έβγαινε από το στόμα του. Σιχαινόταν τις δημόσιες σχέσεις, πορευόταν με όπλο τη δουλειά του κι αυτό έπαιξε ρόλο στη σταδιοδρομία του. Κάποτε ο Γιώργος Σιγάλας μου είχε πει ότι ήταν από τους κορυφαίους προπονητές στην προετοιμασία ενόψει αγώνα, ως προς την πληροφορία, τον ρόλο και τον τακτικό στόχο. Αποφεύγοντας τα σαλιαρίσματα με διοικήσεις και παρατρεχάμενους, ήξερε ότι ήταν ευάλωτος στα δύσκολα, αλλά αυτός ήταν. Δεν άλλαξε την κοσμοθεωρία του για κανέναν και για τίποτε. Διστακτικός σε κάποιες αποφάσεις, σίγουρος σε άλλες.

Ο Μαρκόπουλος

Ο Σούλης Μαρκόπουλος, όπως πολλοί Έλληνες προπονητές, υπήρξε θύμα της ξενομανίας παραγόντων και δημοσιογράφων. Χρειάστηκαν χρόνια επίμονης προσπάθειας για να καταλάβουμε όλοι εμείς ότι οι Έλληνες προπονητές είναι απόλυτα καταρτισμένοι και πρωτοποριακοί – σε σύγκριση με αρκετούς ξένους – για να υποστηρίξουμε και να προβάλλουμε το έργο τους.

Ήταν οικουμενικός με πειστήριο τον αριθμών των φορών που πέρασε από τον πάγκο του Άρη και του ΠΑΟΚ και επαγγελματίας γιατί κανείς – μα κανείς – δεν ήξερε τι «έγραφε» η ψυχούλα του. Η προσέγγιση ήταν πάντα επαγγελματική, μακριά από οπαδικές παρωπίδες και δίχως διαχωρισμούς περί «δικών μας» και «των άλλων». Κι άφηνε τους άλλους να νομίζουν.

Εστιάζοντας στις τέσσερις διαφορετικές θητείες του στον Άρη, τότε έγινε η πρώτη αντάμωση. Προς τα τέλη της σεζόν 1994-95, κυρίως όμως την επομένη όπου με πενταροδεκάδες έκανε μια εκπληκτική ομάδα. Αυτή είχε τρυπήσει το ταβάνι της στην κανονική διάρκεια αλλά η αγωνιστική αλήθεια ήρθε και την «πλάκωσε» στα Playoff.

Ο Σούλης αδικήθηκε στον Άρη. Τόσο επί του αείμνηστου Ζαφείρη Σαμολαδά και μετά, επί Κοντομηνά. Ειδικά στη δεύτερη περίπτωση, οι σύμβουλοι λειτούργησαν καταστροφικά προς το club σε διοικητικό και αγωνιστικό επίπεδο. Θυμάμαι ακόμη εκείνη την επικοινωνία μετά το παιχνίδι με τον Παπάγο στην Αθήνα και τη νίκη που δεν στάθηκε αρκετή για να τον κρατήσει. Αδυνατούσε να συμβιβαστεί με την ανθρώπινη αγνωμοσύνη.

Στο μυαλό του Σούλη Μαρκόπουλου, ο πάγκος καθεμίας εκ των μεγάλων ομάδων της Θεσσαλονίκης αποτελούσε ύψιστη τιμή. Γιατί γαλουχήθηκε με την ιδέα της «Μητρόπολης του μπάσκετ». Στην πραγματικότητα, ήταν και κατάρα. Για τις εργατοώρες που ξόδευε, ήταν για παραπάνω. Υποψιάζομαι ότι αυτό ήταν και το μπασκετικό παράπονό του. Με εξαίρεση τις δύο χρονιές που προαναφέρθηκαν, στις υπόλοιπες όλες έγιναν με μετρημένα κουκιά. Και οι δύο εκείνες ομάδες (1996-97 και 1998-99) ήταν εξαιρετικά φτιαγμένες. Κι ας μην πήρε τον Όλντεν Πόλινις που περίμενε ένα καλοκαίρι.

Λένε πολλοί ότι το απωθημένο ήταν η δουλειά σε ομάδα της Euroleague. Όταν του παρουσιάστηκε, κάποιοι θέλησαν να τον προβάλουν σαν προδότη. Τι ντροπή. Τότε πλήρωσε την κόντρα στη «φουτμπαλέρα» και τελικώς έμεινε Θεσσαλονίκη.

Δεν ξέρω αν η προοπτική μιας δουλειάς στην Euroleague υπερίσχυε του ονείρου του πάγκου της Εθνικής. Κάποια στιγμή το όνομά του ήταν εντός των φαβορί αλλά και πάλι – αρχές της περασμένης δεκαετίας – έγινε μια επιλογή από τη δεξαμενή των ξένων.

Ο Σούλης Μαρκόπουλος ήταν, είναι και θα παραμείνει κεφάλαιο (ειδικά) για το μπάσκετ της Θεσσαλονίκης γιατί ήταν κάτι παραπάνω από ένας προπονητής. Ο Παντελής Μπούτσκος τον χαρακτήρισε «δάσκαλο» και δεν είναι ο μοναδικός που του απέδωσε αυτόν τον χαρακτηρισμό. Όποιον κι αν ρωτήσει κανείς, είτε από τον Άρη είτε από τον ΠΑΟΚ, θα νομίσει ότι όλοι είναι συνεννοημένοι. Η αλήθεια δεν κρύβεται. Έγραψε κάτι υπέροχο ο συνάδελφος και φίλος Δημήτρης Δραγώγιας για τον Σούλη Μαρκόπουλο. «Όσα περισσότερα αξίζει να πεις, τόσο πιο λίγες φαίνονται οι λέξεις. Γιατί, πράγματι υπήρξε ένας άνθρωπος με κύρος και ήθος χωρίς να χρειάζεται να επιδεικνύει».

Καλό Παράδεισο.

@Photo credits: INTIME
 

Διάβασε όλα τα τελευταία νέα της αθλητικής επικαιρότητας. Μάθε για όλους τους live αγώνες σήμερα και δες τις αθλητικές μεταδόσεις της ημέρας και της εβδομάδας μέσα από το υπερπλήρες Πρόγραμμα TV του Gazzetta. Ακολούθησέ μας και στο Google News.

Βασίλης Βλαχόπουλος
Βασίλης Βλαχόπουλος

Ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία στα τελευταία χρόνια της… λαδόκολλας. Χάριν οικονομίας, το λευκό χαρτί χρησιμοποιούταν σε έκτακτες και ιδιαιτέρως σοβαρές καταστάσεις, ούτως ή άλλως ήταν δυσεύρετο. Πρόλαβε τη διαδικασία αποστολής των φαξ, αλλά και τις πρώτες συσκευές κινητής τηλεφωνίας με τη λαστιχένια κεραία που θύμιζαν στρατιωτικούς ασυρμάτους.

Παρακολουθεί όλες… τις μπάλες, αλλά η αδυναμία του είναι η πορτοκαλί, η σπυριάρα, λόγω της ειδοποιού διαφοράς μεταξύ ποδοσφαίρου και μπάσκετ. Στο μπάσκετ ΠΑΝΤΑ κερδίζει ο καλύτερος. Στο ποδόσφαιρο, μπορεί να κερδίσει ο πιο τυχερός.

ΥΓ: Οσα χρόνια κι αν περάσουν, όσα περιοδικά κι αν πέσουν στα χέρια του, το «Τρίποντο» ήταν, είναι και θα είναι το κορυφαίο forever and ever.