«Να ξαναγινόμαστε πάλι πιτσιρίκοι...» (vids)
Την αφορμή για τα «ρετρό ακούσματα» αυτής της Πέμπτης, μου την έδωσε η ανιψιά μου, η Βασιλική, η οποία τον Γενάρη θα κλείσει τα τέσσερα (τα λέω χοντρικά γιατί δεν μπορώ τα «3,5 χρονών και κάτι» ή τα «45 μηνών», λες και το παιδί είναι άτοκες δόσεις). Η Βασιλική, λοιπόν, τις μέρες του Ευρωμπάσκετ πέρασε εκπαίδευση. Τη στήναμε στον καναπέ και βλέπαμε όλοι μαζί τα ματς της Εθνικής, μαθαίνοντάς την να λέει «βάλ΄το, αγόρι μου» όταν είχαν την μπάλα «οι μπλε» (κάποιες φορές το έλεγε κι όταν είχαν την μπάλα οι πράσινοι, κόκκινοι κτλ - είπαμε ...45 μηνών είναι), ενώ με την ευγένεια που μας διακρίνει, την εκπαιδεύσαμε και να φωνάζει «ουουου» παρατεταμένα όταν έκαναν επίθεση οι ...οχτροί. Όταν μετά από κάμποσα ματς άρχισε να φωνάζει τα σωστά, η Εθνική είχε πάρει το στραβό το δρόμο, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας...
Η Βασιλική, για να υποστεί όλο αυτό το μαρτύριο, ζητούσε ως αντάλλαγμα μια γαβάθα ποπκόρν. Μόλις τα έπαιρνε στα χέρια της, ξάπλωνε ξένοιαστη στον καναπέ και τότε, ενώ τραβούσα φωτογραφίες, τραβούσα μαζί από μέσα μου όσα νόμιζα πως καλό θα ήταν να μένουν εκεί, στα βαθιά της μνήμης. Το Βασιλικάκι μου θύμιζε όσα πιθανώς ήθελα να ξεχάσω κι όσα τελικά έπρεπε να θυμηθώ.

Γιατί, άλλωστε, να θέλω να ξεχάσω πως υπήρξαν και χρόνια ξέγνοιαστα, χρόνια χαμογελαστά, χρόνια που οι πολλές μικρές απολαύσεις γέμιζαν την καρδιά και οι λίγες μεγάλες την έκαναν να βροντοχτυπά; Μήπως γιατί έτσι μάθαμε τελικά; Μήπως γιατί έτσι γίναμε, έτσι μας έκαναν; Να μην είμαστε ευχαριστημένοι με τίποτα, να μην μας φτάνει η 40άρα τηλεόραση, το 1600άρι αυτοκίνητο, να μην μας φτάνει το καλό αν δεν μπορούμε να ΑΓΟΡΑΣΟΥΜΕ το καλύτερο, αν δεν μπορούμε να ΞΕΠΟΥΛΗΘΟΥΜΕ για μία ίντσα ή ένα κυβικό παραπάνω, για ένα ΤΙΠΟΤΑ που που υποτίθεται πως θα μας έκανε πιο ευτυχισμένους, για ένα ΤΙΠΟΤΑ που αν δεν το αποκτήσουμε θα είμαστε μίζεροι και θα αισθανόμαστε «λούζερς», χαμένοι από χέρι. Η ευτυχία τελικά είναι η Βασιλική. Η γαβάθα με τα ποπκόρν της. Η μικρή απόλαυση που έχουμε ξεχάσει. Μια βόλτα με φίλους, όπου μας αρέσει, χωρίς κακοποιούς ...νομιμοποιημένους κάτω από μια κομματική σημαία. Μια βόλτα και πλάκες. Κι άλλες πλάκες. Μια μπίρα εκτός προγράμματος. Ένας καφές στο μπαλκόνι κοιτάζοντας τη βροχή να πλένει την απέναντι ταράτσα ή, ακόμα καλύτερα, μια γέρικη μουριά. Καθημερινές, μικρές απολαύσεις που δεν κοστίζουν τίποτα. Ή, κοστίζουν λίγο. Οι απολαύσεις που πάψαμε να αξιολογούμε επειδή πιστέψαμε πως η ευτυχία (εξ)αγοράζεται...
Μια ευτυχία που η γενιά μου την έζησε, κι όχι μόνο ως ...45 μηνών. Την έζησε και στην εφηβεία, αλλά και μετά, για χρόνια πολλά, πριν ο άκρατος καταναλωτισμός -μαζί με τα νέα χούγια και τη νέα «ευτυχισμένη κοινωνία»- μας κλειδώσει στα σπίτια, με το συναγερμό οπλισμένο, δύο αποκωδικοποιητές, τρεις τηλεοράσεις, έναν υπολογιστή, έναν ...ανθυπολογιστή-λάπτοπ, τρία κινητά τηλέφωνα, δύο σταθερά με ίντερνετ, δύο -ακίνητα- αυτοκίνητα στο γκαράζ και έναν τύπο ακάλεστο στο σαλόνι, να θέλει σώνει και ντε να μας πουλήσει μια «έξυπνη σίτα». Για να «ασφαλιστούμε» περισσότερο, να κλειδωθούμε κι άλλο, μακριά από τη φύση κι από τη ζωή...
Τα ποπκόρν της Βασιλικής. Τα πακοτίνια του Μίλτου. Του φουντούνια του άλλου παλιόφιλου, του Παππού. Του Πέτρου του Αρμένη. Του Δεμπασκαλά. Τα κλεμμένα πιτσίνια του Φώτη. Λαδωμένα δάχτυλα που γυρίζουν τις σελίδες του «Μπλεκ». Ο τερματοφύλακας - γιατρός Μπεν Λίπερ της Μάνκαστορ Γιουνάιτεντ. Ο καθηγητής Μυστήριος. Ο Μικρός Σερίφης. Ο Κάπτεν Μαρκ και ο Όμπραξ. Ανοικτά παράθυρα κι ένα φιδάκι να σιγοκαίει. Και νάτη τώρα η μυρουδιά του, η βαριά, απαίσια μυρουδιά του, κολώνια Ζιβανσί στα ρουθούνια μου. Όλοι μαζί, αμέτρητα παιδιά, στην αλάνα. Μπάλα και ματωμένα γόνατα. Κι άλλη μπάλα. Κι όταν ερχόταν η ώρα να «μυρίσουμε» από κοντά τα κορίτσια, να δούμε τα βρακάκια τους όταν εκείνα χοροπηδούσαν παίζοντας ...λάστιχο ή κουτσό, προτείναμε εκείνο το παιχνίδι με τα πλακάκια. «Τζαμί» νομίζω το έλεγαν. Σημαδεύαμε με την μπάλα για να ρίξουμε το «τζαμί» που χτίζαμε με τα πλακάκια και μετά τρέχαμε για να το ξαναστήσουμε, ενώ η άλλη ομάδα πάλευε να μας πετύχει με την μπάλα και να μας βγάλει εκτός παιχνιδιού. Αγόρια - κορίτσια. Ανταγωνισμός και λευκά βρακάκια. «Αγόρι» και «Μανίνα». Δωμάτια στολισμένα με αφίσες τραγουδιστών και ηθοποιών. Χαλκομανίες! Τι θυμήθηκα πάλι;
Μια ζωή αλλιώς. Μια Ελλάδα αλλιώς. Μια ευτυχία ...τζάμπα. Ή, σχεδόν τζάμπα. Γειτονιές, σπίτια με τις πόρτες ανοιχτές και τις καρδιές ορθάνοιχτες. Ανέμελα παιδιά κι οι γονείς, ανέμελοι κι αυτοί. Μύριζε κεφτέ ο μαχαλάς κι όλοι τρέχαμε στη νοικοκυρά που τους τηγάνιζε. Κι εκείνη, σαν να το ΄χε προβλέψει (μήπως το ΄χε;), ήταν έτοιμη να προσφέρει από έναν στον καθένα. Μπουκωμένοι με τον ζεστό κεφτέ, πίσω στην αλάνα, πίσω στη ζωή που δεν τα ΄χε μ΄ άλλον, αλλά ήταν ερωτευμένη με τον καθένα μας κι εμείς μαζί της. Η ευτυχία της Βασιλικής, η ευτυχία που είχα ξεχάσει. Ένα και μόνο τραγούδι στο μυαλό. «Να ξαναγινόμαστε πάλι πιτσιρίκοι», από την ψυχάρα του Γιώργου Κοινούση...
Ο ίδιος είχε κάνει σουξέ και μια «προφητεία»: «Όλοι θα ζήσουμε, κι εσύ με τα πολλά κι εμείς με τα λίγα». Πριν «τα παιδιά, τα παιδιά, τα φιλαράκια τα καλά» χαθούν στο κυνήγι μιας ευτυχίας που τότε νομίζαμε πως έχει τιμή, αλλά τελικά είχε τίμημα. Βαρύ...
Ξέρω πως διάλεξα μάλλον στενάχωρο θέμα, ξέρω πως η χαρά για αυτή την εικόνα ευτυχίας της Βασιλικής μετατράπηκε μέσα μου σε γλυκόπικρη νοσταλγία, ξέρω πως τα «ρετρό ακούσματα» αυτής της Πέμπτης είχαν περισσότερα λόγια και λιγότερη μουσική, όμως νομίζω πως κάποιες φορές οφείλουμε να ...κάψουμε και κανένα φιδάκι στο μπαλκόνι, είτε ψηθήκαμε είτε όχι να αγοράσουμε την έξυπνη σίτα. Πείτε πως είναι μια σπονδή στο βωμό της ζωής που ζήσαμε κι εκείνης που δεν ζήσαμε...
Μέχρι να βρω τρόπο να εξηγήσω στη Βασιλική γιατί απόψε δεν έχει μπάσκετ και ποπκόρν (άμα θέλει ποπκόρν, τότε θα έχει κι ας βλέπουμε «50-50» σε επανάληψη!!!), εγώ, ο Μίλτος, να ΄μαι καλά...
Υ.Γ.: Τους παλιόφιλους της ιστορίας, μπορείτε να τους γνωρίσετε καλύτερα στο μυθιστόρημά μου, «Είναι στημένο», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εμβιπή (MVPublications) με υπογραφή Χρήστου Ελευθερίου. Για αυτό και ό,τι άλλο επιθυμείτε, θα τα λέμε στην ιστιοσανίδα μου στο φέισμπουκ.
