ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Από τη σταύρωση του υποβιβασμού, στην ποδοσφαιρική ανάσταση

Από τη σταύρωση του υποβιβασμού, στην ποδοσφαιρική ανάσταση

Από τη σταύρωση του υποβιβασμού, στην ποδοσφαιρική ανάσταση

Ο Δημοσθένης Γεωργακόπουλος παρουσιάζει πέντε ευρωπαϊκές ομάδες των τελευταίων 50 ετών, που τη μία χρονιά αγωνίζονταν στη δεύτερη κατηγορία και την αμέσως επόμενη κατέκτησαν το πρωτάθλημα στα «μεγάλα σαλόνια».

Τσέλσι - Φούλαμ: Ειδικά στοιχήματα σε όλη τη διάρκεια των αγώνων και ενισχυμένες αποδόσεις. |21+

Ίπσουιτς (1961-62)
Από την ίδρυσή της, το 1878, δεν είχε αγωνιστεί ποτέ στην πρώτη κατηγορία του αγγλικού ποδοσφαίρου. Πρώτη φορά τα κατάφερε το 1961, υπό την καθοδήγηση του Αλφ Ράμσεϊ. Ο ίδιος, ως ποδοσφαιριστής, είχε κατακτήσει με την Τότεναμ το πρωτάθλημα το 1951, αμέσως μετά την επιστροφή των «πετεινών» στην πρώτη κατηγορία. Ακριβώς το ίδιο, ο Άγγλος το έκανε και ως προπονητής, αυτή τη φορά με την Ίπσουιτς. Οι «τρακτεράδες» στέφθηκαν πρωταθλητές Αγγλίας στην παρθενική τους παρουσία στα «μεγάλα σαλόνια», παίζοντας μάλιστα ελκυστικό ποδόσφαιρο. Ένα χρόνο μετά, ο Ράμσεϊ ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της εθνικής Αγγλίας, οδηγώντας τη στην κατάκτηση του Μουντιάλ του 1966.

Σεντ Ετιέν (1963-64)
Μπορεί στον 21ο αιώνα να έχουν κυριαρχήσει η Λυών (αρχικά) και η Παρί Σεν Ζερμέν (στη συνέχεια), όμως πολυνίκης του γαλλικού πρωταθλήματος είναι η Σεντ Ετιέν, με δέκα κατακτήσεις τίτλων. Το μακρινό 1962 ήταν μια «τρελή» χρονιά για την ομάδα, αφού από τη μία στέφθηκε κυπελλούχος Γαλλίας και από την άλλη υποβιβάστηκε. Στη δεύτερη κατηγορία έμεινε μόλις μία σεζόν και η άμεση άνοδός της στα «μεγάλα σαλόνια» την έφερε στην κορυφή. Με πρωταγωνιστή τον Αντρέ Γκι, που σημείωσε 28 τέρματα, έφτασε στην κατάκτηση του τίτλου. Ένα πρωτάθλημα που ήταν τότε το δεύτερο στην ιστορία της και άνοιξε το δρόμο για την κυριαρχία της εντός συνόρων τη δεκαετία του ’60 και του ’70.

Νότιγχαμ Φόρεστ (1977-78)
Ο άνθρωπος που συνέδεσε το όνομά του με τις μεγαλύτερες επιτυχίες του συλλόγου δεν είναι άλλος από τον Μπράιαν Κλαφ. Ανέλαβε τα ηνία της ομάδας το 1975 και την εκτόξευσε στην κορυφή της Ευρώπης μέσα σε λίγα χρόνια. Όταν ο Άγγλος τεχνικός βρέθηκε στο τιμόνι της, η Νότιγχαμ ήταν στη δεύτερη κατηγορία. Δύο χρόνια μετά, το 1977, την ανέβασε στην πρώτη κατηγορία, όμως τα καλύτερα ήταν μπροστά. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τι θα επακολουθούσε, αρχής γενομένης από την κατάκτηση του αγγλικού πρωταθλήματος, τη σεζόν 1977-78. Αυτό το πρωτάθλημα (το πρώτο και μοναδικό) έδωσε στη Νότιγχαμ το εισιτήριο για το κύπελλο πρωταθλητριών, το οποίο και κατέκτησε δύο σερί χρονιές, το 1979 και το 1980.

Μονακό (1977-78)
Ο Λουσιέν Λεντούκ είχε οδηγήσει την ομάδα στους πρώτους τίτλους στην ιστορία της, στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Μετά τη φυγή του Γάλλου τεχνικού, η Μονακό άρχισε σταδιακά να χάνει τη δυναμική της, με αποτέλεσμα να υποβιβαστεί λίγα χρόνια αργότερα. Το επόμενο διάστημα, οι Μονεγάσκοι είχαν μετατραπεί σε «ασανσέρ», με την αλλαγή στη διοίκηση να φέρνει και πάλι στο τιμόνι τον Λεντούκ. Στην επιστροφή του, η ομάδα βρισκόταν στη δεύτερη κατηγορία, με τον ίδιο να την οδηγεί άμεσα στα «μεγάλα σαλόνια». Οι επιτυχίες δε σταμάτησαν εκεί, αφού το comeback της ομάδας του πριγκιπάτου συνδυάστηκε με την κατάκτηση του τίτλου τη σεζόν 1977-78. Ένα πρωτάθλημα που ήταν το τρίτο στην ιστορία του συλλόγου, όλα με τον ίδιο προπονητή στον πάγκο.

Καϊζερσλάουτερν (1997-98)
Η μεγαλύτερη επιτυχία στην καριέρα του ήταν η κατάκτηση του Euro 2004 με την εθνική μας ομάδα. Ωστόσο, λίγα χρόνια πριν, ο Ότο Ρεχάγκελ είχε οδηγήσει μία ακόμη ομάδα σε ένα ποδοσφαιρικό «θαύμα», έστω και μικρότερο από αυτό της «γαλανόλευκης». Ο «Όθωνας» ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της Καϊζερσλάουτερν το 1996, σε μία δύσκολη χρονική συγκυρία, καθώς είχε υποβιβαστεί στη δεύτερη κατηγορία της Γερμανίας, για πρώτη φορά στην ιστορία της. Με το... μαγικό του ραβδάκι, ο Ρεχάγκελ ανέβασε άμεσα την ομάδα στην Bundesliga, όμως δεν έμεινε εκεί. Το «θαύμα» ολοκληρώθηκε τη σεζόν 1997-98, όταν η Καϊζερσλάουτερν στέφθηκε πρωταθλήτρια Γερμανίας, έχοντας στο ρόστερ της το νεαρό – τότε – Μίκαελ Μπάλακ και τον παγκόσμιο πρωταθλητή, Αντρέας Μπρέμε.