Δεν το λες και …«μαύρο Πάσχα»!

Miltos+
Δεν το λες και …«μαύρο Πάσχα»!

bet365

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του gazzetta.gr στην Google
Εκτάκτως και για να είμαστε στο πνεύμα των ημερών, η στήλη φιλοξενεί μια πασχαλινή ρετρό ιστορία, κι ας μην είναι Τρίτη. Η παλιοπαρέα των έιτις ψήνει αρνιά και το ψάρι στα χείλη των γύρω της...

Εκείνο το Πάσχα, αρχές των νάιντις ήταν, η παλιοπαρέα κατάφερε να οργανωθεί και να συγκεντρωθεί για τελευταία φορά ολόκληρη στην παλιά μας γειτονιά. Ο Πέτρος ο Αρμένης είχε απολυθεί από φαντάρος κι είχε πιάσει δουλειά στο οικοδομικό συνεργείο του νονού του, του Πέτρου της Κουφής. Ο Παππούς είχε έρθει να δει τους δικούς του, αφού είχε κλείσει λόγω εορτών το πανεπιστήμιο στην Αθήνα. Ο Φώτης, εγώ κι ο Δεμπασκαλάς, παραμέναμε κάπου εκεί γύρω. Κι ο Πατούσας σίγουρα μας έβλεπε να ψήνουμε από ψηλά και ευχόταν να μείνει έστω λίγη πέτσα -από το μισό αρνί ...τουλάστιχον- για να λαδώσει το ανεπτυγμένο άντερό του...

Το πρόγραμμα περιλάμβανε δύο εορταστικές εκδηλώσεις. Μία στην πλατεία μπροστά στο δημαρχείο, όπου ο δήμαρχος ο Γιωργομάκος έψηνε αρνιά και είχε κουβαλήσει και τη ...φιλαρμονική της Παγώνας. Κι άλλη μία στην πίσω αυλή του συνεργείου του Μαστρομανέλου, εκεί που ξεκίναγε το λιβάδι με τα λουλούδια της γυναίκα του της Πολυξένης, η οποία πλέον είχε γίνει βασικός προμηθευτής όλων των επαρχιακών μπουζουξίδικων της γύρω περιοχής, όπως φυσικά και του Μακιγιέ, του νεκροθάφτη.

Ο Μαστρομανέλος επίτηδες συνεννοήθηκε με τον Πέτρο της Κουφής, τον Σαυρογιώργη και κάτι άλλες μπεκροκανάτες, να ψήσουν μοναχοί τους («πού μας πάτε μόνους, δυο χιλιάδες άντρες;»), επειδή εκείνη την περίοδο τα είχε σπάσει με τον Γιωργομάκο, με αφορμή το γεγονός ότι ο τελευταίος δεν πήγαινε τα οχήματα του Δήμου στο συνεργείο του για επισκευή. Ο Μαστρομανέλος ισχυριζόταν πως ο Γιωργομάκος έστελνε τον δημοτικό στόλο σε γκαράζι στα Γιάννενα για να παίρνει μίζες. Πράμα που ήταν αλήθεια! Ο Γιωργομάκος, από την άλλη, έλεγε πως ο Μαστρομανέλος ήταν «ντιπ άχρηστος» και είχε βγάλει βρώμα πως την τελευταία φορά που του πήγε το υπηρεσιακό αυτοκίνητο του Δημάρχου για σέρβις, αντί να αλλάξει μπουζί και πλατίνες, του άλλαξε τα ...πετρέλαια. Πράμα που επίσης ήταν αλήθεια!

 

Εν πάση περιπτώσει, είχαμε δύο επιλογές. Από του Μαστρομανέλου θα πέρναγαν σίγουρα ο Φώτης (επειδή θα ήταν εκεί ο πατέρας του) και ο Πέτρος (επειδή θα ήταν εκεί ο νονός του), ενώ ο Παππούς κι εγώ θα περνάγαμε οπωσδήποτε από το Δημαρχείο, αφού εκεί θα ήταν οι γονείς μας, αλλά και ο Δεμπασκαλάς εν υπηρεσία, καθώς ο καφενές του Μπάφα είχε αναλάβει να κουβαλάει τα υγρά καύσιμα: μπίρες, κρασιά και τσίπουρα. Η αλήθεια είναι πως όλοι ξέραμε πως θα περνάγαμε καλύτερα στου Μαστρομανέλου, ωστόσο εκεί δεν θα είχε ούτε λάιβ κλαρίνα ούτε προοπτική άλλων ...κλαρίνων, αφού όλες οι υποψήφιες σολίστ θα βρίσκονταν στην πλατεία. Μπρος γκρεμός και πίσω γκόμενες, που τραγούδαγε εκείνη την εποχή ο Βασίλης...

Αποφασίσαμε πως θα κινούμασταν ομαδικά. Θα πηγαίναμε πρώτα στην πλατεία να κοζάρουμε κατάσταση (και να ακούσουμε από κοντά την Παγώνα), μετά θα ανηφορίζαμε στου Μαστρομανέλου και θα καταλήγαμε όπου μας έκανε περισσότερο κέφι. Στην πλατεία, ωστόσο, πήγαμε μόνο τρεις, αφού ο Φώτης ήταν εξαφανισμένος κι ο Δεμπασκαλάς κουβάλαγε τις μπίρες με τα κασόνια κι όταν μας ζήτησε να βάλουμε κανένα χεράκι, του απαντήσαμε όλοι με μια φωνή, σαν να άκουγε τον αντίλαλό του: «Δεν πας καλά». Η Παγώνα βούιζε τα δικά της, οι ...σολίστ που αναζητούσαμε προφανώς δεν είχαν ξυπνήσει ακόμα από το ξενύχτι, οπότε γρήγορα δραπετεύσαμε για του Μαστρομανέλου, περιμένοντας ότι θα βρίσκαμε εκεί τον τρελο-Φώτη ή, έστω, ότι θα μαθαίναμε πού γύρναγε από τον πατέρα του, τον Σαυρογιώργη. Ο οποίος δήλωσε άγνοια, λέγοντας «νόμιζα πως ήτανε μαζί σας». Πάντως, ο Σαυρογιώργης πλέον δεν απειλούσε τον Φώτη με τη ζωστήρα, ούτε ούρλιαζε «θα σ΄ αρπάξω και θα τις αρπάξεις». Όχι γιατί μεγάλωσε ο Φώτης, αλλά γιατί είχε γεράσει απότομα ο ίδιος, μετά το έμφραγμα που λίγο έλειψε να τον στείλει πρόωρα να βρει τον Πατούσα, λίγο καιρό πριν.

Προφανώς, όμως, ο Φώτης είχε αποφασίσει να στείλει παρέα στον αδικοχαμένο φίλο μας. Γιατί όταν εμφανίστηκε μετά από λίγο, ο Σαυρογιώργης χρειάστηκε υπογλώσσιο και ξάπλα στον ...γρασαρισμένο καναπέ που είχε ο Μαστρομανέλος μέσα στο συνεργείο για να συνέλθει. «Πατέρα, από ΄δώ η αρραβωνιαστικιά μου», είπε μόλις τον είδε και του σύστησε την ...Αμάντα! Δεν θυμάμαι αν ήταν η 6η ή η 34η αρρεβωνιάρα του Φώτη, αλλά ήταν σίγουρα η πιο ξεχωριστή. Η Αμάντα ήταν μαύρη.

Αφού μαζέψαμε τον Σαυρογιώργη και τον συνεφέραμε κι αφού η μάνα του Φώτη του ...ευχήθηκε «κακό χρόνο να ΄χεις», ο Μαστρομανέλος κι ο Πέτρος της Κουφής, που είχαν ήδη τσακωθεί με μισή λίμνη τσίπουρο, κύκλωσαν την Αμάντα, η οποία ήταν κορμάρα ατελείωτη με προφανή προέλευση κάποιο από τα ευαγή νυχτερινά ιδρύματα της περιοχής στα οποία εργαζόταν(;) από καιρού εις καιρόν και ο Φώτης. «Πώς σε είπαμε εσένα;», τη ρώτησε ο Μαστρομανέλος. «Αμάντα», του είπε εκείνη. «Δεν πειράζει», της είπε ο Μαστρομανέλος, που πάντα έτσι απαντούσε όταν άκουγε ασυνήθιστα ονόματα. «Και πούθε έρχεσαι ελόγου σου;», επέμεινε να μάθει δημογραφικά στοιχεία ο μάστορας, αλλά η Αμάντα δεν καταλάβαινε τα «πούθε» και τα «ελόγου», με αποτέλεσμα ο Πέτρος της Κουφής να μας κουφάνει όλους σαν τη μάνα του, αναλαμβάνοντας χρέη μεταφραστή. «Πούθε έρχεσαι ελόγου σου, ρωτάει», της ...διευκρίνισε μιλώντας πιο αργά για τον καταλάβει, πριν αναλάβει δράση ο Παππούς και συννεννοηθεί μαζί της στα εγγλέζικα. «Τζαμάικα», είπε τελικά η Αμάντα, «δεν πειράζει», ο Μαστρομανέλος, «από ποιο χωριό;», ρώτησε ο Πέτρος της Κουφής και ήδη είχαμε γίνει από δυο χωριά, μέχρι να εμφανιστεί ο Σαυρογιώργης στην είσοδο του συνεργείου, με τη ζωστήρα λυμένη κι άλλα δέκα χρόνια περασμένα από πάνω του μέσα σε λίγα λεπτά.

Περιμέναμε τα χειρότερα (σίγουρα έναν νέο διαμελισμό των δύο χωριών), αλλά ζήσαμε άλλο σοκ, με μια απόδειξη ότι και τα βουνά αλλάζουν. «Σύρε να φέρεις τους γονείς της να τους γνωρίσουμε τους ανθρώπους, μην μας περάσουν για τουρκόγυφτους», είπε ο Σαυρογιώργης του Φώτη, δίνοντας άλλοθι στον Πέτρο της Κουφής να ξαναρωτήσει, πρώτα την Αμάντα «από ποιο χωριό είπες πως είσαι;» και μετά τον Παππού «πώς λένε, ρε χαϊβάνι, το χωριό στα εγγλέζικα;». Το χαϊβάνι απάντησε κι από εκείνη τη στιγμή και μετά ο Πέτρος της Κουφής έλεγε συνέχεια «βίλατζ» βάζοντας κι ένα ερωτηματικό στην έκφρασή του, ενώ η Αμάντα δεν μπορούσε να σταματήσει να γελάει όταν της εξηγήσαμε τι είχε προτείνει ο Σαυρογιώργης. Ο οποίος με τη σειρά του έκρινε πως «άνθρωπος που γελάει, καλός άνθρωπος», εκτίμησε ιδιαιτέρως τη νύφη και επέμενε «την Πρωτομαγιά να στήσουμε ένα γλέντι για να΄ ρθουν οι γονείς της κοπέλας να δώσουμε λόγο και να γίνουν όλα όπως πρέπει». Μέχρι την Πρωτομαγιά, βέβαια, η Αμάντα είχε προστεθεί στη λίστα με τις παλιές αρρεβωνιάρες του Φώτη. Είχε πάρει ...μετάθεση, για ένα μπαρ στην Αθήνα. Είπαμε, μέτραγε η κοπέλα!

Μέχρι να ξεχάσω την έκφραση του Σαυρογιώργη όταν ο Φώτης του σύστησε την Αμάντα και να σβήσουν οι αναμνήσεις από εκείνο, το τελευταίο Πάσχα της παλιοπαρέας, εγώ, ο Μίλτος, να ΄μαι καλά...

Υ.Γ.: Καλό Πάσχα! Να χαμογελάτε και να θυμάστε: ντον΄τ ντρινκ εντ ντράιβ. Μετά την κοινωνική προσφορά της στήλης σε επίδοξους Μαστρομανέλους, ανανεώνουμε το ραντεβού μας για την Τρίτη του Πάσχα, με μια νέα ρετρό ιστορία. Να είστε όλοι καλά και να περάσετε καλύτερα!

 

Διάβασε όλα τα τελευταία νέα της αθλητικής επικαιρότητας. Μάθε για όλους τους live αγώνες σήμερα και δες τις αθλητικές μεταδόσεις της ημέρας και της εβδομάδας μέσα από το υπερπλήρες Πρόγραμμα TV του Gazzetta. Ακολούθησέ μας και στο Google News.

 

Τελευταία Νέα