ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Ο Μίκης, ο Ντέμης και η... Μοσχολιού!

Ο Μίκης, ο Ντέμης και η... Μοσχολιού!

Ο Μίκης, ο Ντέμης και η... Μοσχολιού!

Με αφορμή τα 88α γενέθλια του Μίκη Θεοδωράκη, ο Αλέξης Σπυρόπουλος θυμάται την συνάντηση του κορυφαίου μουσικοσυνθέτη με την «εθνική του 2004»!  

Το τηλεφώνημα του Νίκου Μάλλιαρη, ενός παλαιού σέντερ-φορ του Εθνικού Αστέρα και της Προοδευτικής που έγραψε στον χώρο, κι ακόμη γράφει, πιο πολύ ακτιβιστική παρά ποδοσφαιρική ιστορία, ομολογώ πως με διέγειρε. «Είναι επιθυμία του Μίκη Θεοδωράκη να συναντήσει την ομάδα του 2004. Μπορείς να το οργανώσεις; Θέλεις;» Θέλω. Φυσικά, ήθελα. Και το ‘θελα, περισσότερο για…μένα. Οι διεθνείς μου χρησίμευαν, σαν πρόσχημα!

Εφτιαξα στο μυαλό μια λίστα. Ποιοι απ’ τους «23» ζουν στην Αθήνα, ποιοι θα ήταν εφικτό να έλθουν, με ποιους έχω κρατήσει επαφή. Νικοπολίδης, Φύσσας, Νικολαίδης, Δέλλας, Γιαννακόπουλος, Καραγκούνης, Κατσουράνης. Εφτά κλήσεις, εφτά φορές το ίδιο ποίημα, μισή ώρα δουλειά. Οι απαντήσεις ήταν ναι, θα έρθω, ναι, θα έρθω, ναι, ναι, ναι. Περίμεναν μονάχα ένα sms. Ημέρα, ώρα, διεύθυνση. Σκέφτηκα πως αν κυνηγούσα να τους κλείσω για μία κοινή τηλεοπτική εμφάνιση, μπορεί να έπαιρνε, όχι μία ώρα, ίσως ένα χρόνο…

 

Πήγαμε, ένα παγερό χειμωνιάτικο πρωινό. Με απώλειες της ύστατης στιγμής. Ο Στέλιος κι ο Αντώνης είχαν τρεχάματα, δικαστήρια νομίζω, για τον ΠΣΑΠ. Πρόεδροι! Μπήκαμε σ’ ένα δίπατο σπίτι, στο κέντρο της Αθήνας, απερίγραπτα δωρικό. Λες, εδώ μένει ένας μεροκαματιάρης των 500, το πολύ, ευρώ το μήνα. Δωρικό, με μία και μοναδική πολυτέλεια. Ένα στενό, για δύο άτομα μάξιμουμ, εσωτερικό ασανσέρ. Η εξωτερική σκάλα προς το υπερώον, τον χώρο της εργασίας του, δεν είναι για τα τσακισμένα πόδια του Γίγαντα. Ανεβαίνεις και, απ’ τη μπαλκονόπορτα, ατενίζεις τον Παρθενώνα. Ανεκτίμητο.

Εξω, στο κρύο, καθώς περιμέναμε ο ένας τον άλλον να μαζευτούμε και να μπούμε όλοι μαζί, συνειδητοποιήσαμε πως είχαμε φτάσει…με άδεια χέρια. Αντρες, τι περιμένεις; Αλλά, πάλι, τι παίρνεις πηγαίνοντας επίσκεψη στο σπίτι του Μίκη; Ένα ταψί μπακλαβά; Λουλούδια; Κρασί; Το ‘σωσε ο Τάκης, που είχε προνοήσει για μια τσάντα με αναμνηστικά δώρα. Γεννημένος τιμ-μάνατζερ! «Φίλε, έχω πάθει πλάκα. Εδώ ζει ο ενδέκατος πιο σημαντικός Ελληνας της ιστορίας». Είχε κάνει, ο Φύσσας, homework στο Διαδίκτυο. Μάλλον, το είχε βρει σ’ εκείνη τη σφυγμομέτρηση του ΣΚΑΙ για τους μεγάλους Ελληνες. Πόσες φορές έκτοτε, όποτε βρισκόμαστε με την Εθνική, δεν αναπόλησε, αναπολήσαμε, το πρωινό στον λοφίσκο του Φιλοπάππου. «Τι ακούσαμε…»

Ο Μίκης, με το άλικο πουκάμισό του, μας υποδέχθηκε απλωμένος, όλος αυτός ο όγκος, στην πολυθρόνα. Σ’ ένα μαύρο σκαμπό, μπροστά απ’ την πολυθρόνα, ακουμπούσε κι ανάπαυε, δίχως παπούτσια, μόνο με τις γκρι-μαύρες κάλτσες, τα μακριά ποδάρια. Οι συστάσεις. «Εσύ, Ντέμη, με τη Μοσχολιού δεν είσαι παντρεμένος;» Μια πρώτη αμηχανία. Κοιτάγματα στα μάτια. Ο Ντέμης, χαλαρός και γελαστός, το προσπέρασε εύκολα. «Με τραγουδίστρια, αλλ’ όχι με τη Μοσχολιού, Δέσποινα Βανδή τη λένε». Ο Μίκης, επίσης χαλαρός και γελαστός, το διακωμώδησε. «Πώς μου ήρθε, Μοσχολιού; Μπα σε καλό, η Μοσχολιού ήταν με τον Δομάζο. Ναι, φυσικά, με τη Βανδή». Δεν θυμάμαι ακριβώς πώς, αλλ’ απ’ τη Μοσχολιού και τη Βανδή κατέληξαν με τον Ντέμη σε μια κουβέντα για τον εμφύλιο, τον διχασμό. «Την έχω διαβάσει καλά την ιστορία. Σε πολλά βιβλία, και απ’ τις δύο πλευρές». Ο Ντέμης αποζητούσε την επιπλέον εκδοχή.

Κάποτε, ο Μίκης το γύρισε στα ποδοσφαιρικά. Τους διηγήθηκε πώς γνώρισε ένα βράδι, τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, σ’ ένα ταβερνάκι στη Νίκαια τον Γιάννη Βάζο, ένα θρύλο του Ολυμπιακού, ίνδαλμα της εποχής. Υστερα, τους είπε πώς τους θαύμαζε στην Πορτογαλία, νικητές «μέσα σε τόσους Πορτογάλους». Και για μια συνέντευξη που έδωσε πριν τον ημιτελικό, σε μία τσεχική εφημερίδα. «Η Ελλάδα θα σας νικήσει. Γιατί, εκτός των άλλων, τον ύμνο της ομάδας τον έχω γράψει εγώ!» Ηταν, πράγματι, ένα εμβατήριο που βγήκε μετά το τελευταίο ματς της πρόκρισης, στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας με τη Βόρεια Ιρλανδία. «Το θυμάμαι» έκανε ο Καραγκούνης που, εννοείται, θυμάται ο,τιδήποτε έχει σχέση με Εθνική. «Ο Γιώργος έζησε αρκετά χρόνια στην Πορτογαλία» είπα να βοηθήσω τη συζήτηση. «Πώς είναι οι Πορτογάλοι, Γιώργο;» Ο Γιώργος γέλασε. «Αργοί, κύριε Μίκη!»

Σε μια κουβέντα αντρών, χώρεσε όλο το ρεπερτόριο. Απ’ τη μπάλα ως το σχήμα μονογαμία/πολυγαμία, «εγώ, εξήντα χρόνια, υπήρξα μονογαμικός, το άλλο δεν το ξέρω για να σας συμβουλέψω». Κι απ’ τον Γρηγόρη Λαμπράκη, που τον γιο του, επίσης Γρηγόρη Λαμπράκη, τον έχουμε μόνιμο στον Πανιώνιο, έχει κάνει και το ίδρυμα στη μνήμη του πατέρα του, την άνοιξη ήταν τα πενήντα χρόνια απ’ τη δολοφονία στη Θεσσαλονίκη, ως τους «Λαμπράκηδες», τη νεολαία της οποίας ο Μίκης ήταν αρχηγός. Παρενέβαινα, όποτε ένιωθα πως μιλούσε για κάτι που ενδεχομένως ο ίδιος, βιωματικά, το είχε για αυτονόητο αλλά δεν ήταν οπωσδήποτε αυτονόητο στην παρέα. «Τα παιδιά εδώ είναι όλοι νέοι, γεννημένοι απ’ τη χούντα και μετά. Ισως δεν έχουν ακούσει για τους Λαμπράκηδες…»

Τον παρακάλεσα να πει το περιστατικό στη Μακρόνησο, που τον είχαν χτίσει μέσα σ’ ένα λάκκο, δεν μπορούσε να κουνήσει τα χέρια, και πήγαινε ο δεσμοφύλακας κι έχεζε από πάνω κι ύστερα, τη νύχτα, ερχόταν ο ποντικός και τον δάγκωνε στο κεφάλι, και δάγκωνε κι εκείνος τον ποντικό για να τον απομακρύνει. Το είπε. Όχι δραματουργικά. Το είπε, σαν αστείο. Οι άλλοι έμειναν. Αναυδοι. Μια αδρή εικόνα, εσαεί χαραγμένη. Μίλησε έπειτα, σαν σε κρυφό σχολειό, για τη Θεωρία του Σοκ. Ανέλυσε, τι είναι αυτό που ζούμε στον τόπο. «Εσείς, ό,τι ζήσατε, σκληρό, άδικο, ήταν αληθινό. Εγώ αισθάνομαι πως η δική μας γενιά έζησε μέσα σ’ ένα ψέμα. Ολο αυτό, γύρω-γύρω, ήταν ένα ψέμα» έκανε ο Δέλλας. Μερικές μέρες μετά, σε μια εκδήλωση στο «Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης» όπου θα μιλούσαν ο Μίκης, ο Γλέζος, ο καθηγητής Κασιμάτης, είδα στο ακροατήριο τον Τραϊανό. Σαν να είχε βρει ο σπόρος, έδαφος…

Μεσημέριασε. Η ιδέα ήταν, να βγούμε στο μπαλκόνι και με φόντο τον Παρθενώνα να βγάλουμε μια φωτογραφία. Εκεί και τότε, εμφανίστηκε μια ισοϋψής του Μίκη οικιακή βοηθός, σαν Ρωσίδα μπασκετμπολίστρια, βλοσυρή, με τα πόδια ξεκάλτσωτα, του φόρεσε μπουφάν, παπούτσια, με την αυστηρότητα αλλά και τη βαθύτατα αγαπησιάρικη φροντίδα μάνας που ντύνει το παιδί για να μη ξεπαγιάσει, του ‘δωσε το μπαστούνι, τον σήκωσε, διέταξε να μη κρατήσει όλο αυτό πάνω από πέντε λεπτά. «Αυτή είναι η Γκεστάπο μου!» Ο Δέλλας, λόγω σωματότυπου, ανέλαβε να τον κρατήσει αγκαζέ. Εκανα παράμερα, εκτός κάδρου. Ετσι κι αλλιώς, δική μου φωτογραφία-κειμήλιο με τον Μίκη, απ’ τη στιγμή που μας υπέγραφε τα αντίτυπα ενός βιβλίου του σαν ανταπόδοση των δώρων, είχα. Με ξανάβαλαν στο κάδρο, τα παιδιά, με το ζόρι. «Σαν ομάδα ήρθαμε». Ενιωσα, δεν κρύβω, τιμημένος.

Χωρίζοντας, για το ταξίδι πίσω στην καθημερινότητα, άκουσα τον Κατσουράνη. «Δυο ώρες μείναμε, και μάθαμε όλη την ελληνική ιστορία!» Ναι, γιατί δεν ξέρω αν είναι ο ενδέκατος «όλων των εποχών», όμως ξέρω ότι είναι ο πιο σημαντικός Ελληνας εν ζωή. Αυτός που μας έκανε να τραγουδάμε ποίηση, αυτός που την έκανε λαϊκό είδος, δίχως να ‘χουμε καν ανοίξει ποτέ βιβλίο με ποίηση. Τη διάβασε, για μας. Εκανε ν’ ανοίξουμε εκ των υστέρων, αφού μας την έμαθε, το βιβλίο. Ένα τελευταίο δοκάρι, όρθιο, που ίσα-ίσα συγκρατεί ό,τι μπορεί να συγκρατηθεί σ’ ένα ρημαγμένο σπίτι.

Σήμερα, 29 Ιουλίου, ο Μίκης έχει γενέθλια. Τα ογδοηκοστά όγδοα, αισίως. «Ο θάνατος δεν με ήθελε» έχει πει. Πόσες φορές έφτασε να κοιταχτούν κατάματα, αυτός και ο θάνατος, αλλά το δοκάρι ακόμη εκεί, στέκει, κρατάει. Εάν κάποτε με ρωτήσουν τι μου πρόσφερε αυτή η δουλειά, θ’ αναγνωρίσω (και θα πω ένα ευχαριστώ, ή και πολλά ευχαριστώ, για) τα πάντα. Τις διοργανώσεις, τους τελικούς, τα γήπεδα, τις χώρες, τις προσωπικότητες. Ευγνώμων, όμως, στη δουλειά θα είμαι μόνο για ένα. Συνάντησα τον Θεοδωράκη…