«Και τώρα, μπουγελώστε με άφοβα!»
Όταν ο Γιάννης Αντετοκούνμπο κάθισε για πρώτη φορά μπροστά στους δημοσιογράφους του Μαϊάμι, αντικρύζοντας επιτέλους λινά πουκάμισα και πέδιλα μετά από μία δεκαετία ψύχρας και παγωνιάς, δήλωσε ότι τα μαυροκόκκινα λάβαρα έφερναν στο μυαλό του την εποχή των Big Three: Λεμπρόν, Γουέιντ και Μπος. «Αυτών που νικήσαμε στη Σαϊτάμα», θα πρόσθετε ο Βασίλης Σπανούλης. εάν καθόταν δίπλα του.
«Πότε ήταν, 2012, 2013; Πιο πριν, δεν παρακολουθούσα το ΝΒΑ», ομολόγησε, με τα ωραία –αν και με ελληνικότατη προφορά- αγγλικά του. Ο Πατ Ράιλι, καθισμένος δίπλα στον Γιάνναρο, αναστέναξε με νόημα. Ο τίτλος του 2006, με τον ακόμη 24χρονο Ντουέιν Γουέιντ μπροστάρη, παραμονές της Σαϊτάμα, τείνει να γίνει αστερίσκος στην ιστορία της ομάδας.
Ο πολύς Ράιλι είχε κατέβει τότε από το γραφείο του προέδρου στο ισόγειο για να ξαναφορέσει τη φόρμα του προπονητή μετά τους πρώτους 21 αγώνες της σεζόν και να οδηγήσει τους (ή την) Χιτ στην κατάκτηση του πρωταθλήματος, εκπαραθυρώνοντας τον ανεπαρκή Σταν Βαν Γκάντι. Η ομάδα ήταν δικό του δημιούργημα, οπότε ουδείς είχε δικαίωμα να τον χαρακτηρίσει αριβίστα. Μη βλασφημούμε κιόλας, ο Πατ Ράιλι είναι το ίδιο το μπάσκετ.
Όταν το Μαϊάμι κατέκτησε τον τίτλο του 2006 στην American Airlines Arena του Ντάλας, ο Έρικ Σπόλστρα ήταν ασίσταντ, με βασική αρμοδιότητα να βελτιώσει το κάπως πέτρινο τζαμπ σουτ του Ντουέιν Γουέιντ. Πύργος της ομάδας ήταν ο Σακίλ Ο’Νιλ, απόκτημα του προηγούμενου καλοκαιριού από τους Λέικερς, όπου ήταν αδύνατο να συνυπάρξει στο ίδιο αποδυτήριο με τον Κόμπι.
Ο Πατ Ράιλι είχε σχηματίσει στο Μαϊάμι μία στρατιά από μπαρουτοκαπνισμένους βετεράνους. Ο Γκάρι Πέιτον, ο Τζέισον Γουίλιαμς, ο Αλόνζο Μόουρνινγκ, ο Αντουάν Γουόκερ και ο Τζέιμς Πόζεϊ μετακόμισαν στη Φλόριντα για να γίνουν, από σκέτο παιχταράδες, πρωταθλητές. Ήταν και ο «αιώνιος» Ουντόνις Χάσλεμ στην ομάδα. Και ο Σάντον Άντερσον, μικρότερος αδελφός του δικού μας Γουίλι. Και ο Τζέισον Καπόνο. Aλλά οι Big Three του 2006, της προ ΛεΜπρόν εποχής, ήταν ο Γουέιντ, ο Σακ και ο Ράιλι.
Λησμόνησα να σας πω, ότι ήμουν κι εγώ εκεί. Και ότι το φλύαρο κείμενο που διαβάζετε είναι μία φτηνούτσικη δικαιολογία για να δημοσιεύσω τα ενσταντανέ που τράβηξα από τα αποδυτήρια, με μία μίνι κάμερα χειρός που δεν είχε καν λειτουργία «σέλφι».
Μάλιστα το ταξίδι δεν ήταν αυτονόητο. «Δεμ υπάρχουν λεφτά, οπότε θα πας Αμερική μόνο αν οι τελικοί φτάσουν σε έκτο και έβδομο παιχνίδι», ήταν η απόφαση της Nova. Θυμάμαι να πανηγυρίζω έξαλλα μέσα στη νύχτα της Αθήνας το καλάθι με το οποίο ο Πέιτον σφράγισε τη νίκη των Χιτ στο τρίτο ματς. Εάν οι Μάβερικς είχαν γράψει το 3-0 εκείνο το βράδυ στο Μαϊάμι, αντίο ζωή και αντίο Αμερική. Με τη σειρά στο 2-1 και τα επόμενα δύο παιχνίδια στην έδρα των Χιτ, όμως, το πρόωρο φινάλε έμοιαζε απίθανο.
Και πράγματι, το 0-2 έγινε 3-2 με τρεις σερί εντός έδρας νίκες των Χιτ, την τελευταία στην παράταση. Όταν με τα πολλά μπήκα στο αεροπλάνο για την υπερατλαντική πτήση, γνώριζα ότι η ομάδα του Ράιλι χρειαζόταν μία νίκη σε δύο αγώνες στο Ντάλας για να κουρσέψει τα δαχτυλίδια. Όπως εύκολα αντιλαμβάνεστε, ήμουν ολόψυχα με τον Ντιρκ.
Κόντρα στις επιθυμίες μου, δεν χρειάστηκε έβδομο ματς για να κριθεί η μάχη. Το Μαϊάμι, αν και αουτσάιντερ, κέρδισε τον έκτο τελικό με 95-92 και άφησε τους Μάβερικς ξερούς. «Ήρθαμε στο Ντάλας με μία αλλαξιά, μόνο για ένα ματς», έβαλε ο Ράιλι τη γνώριμη κασέτα. «Ακόμα σουτάρει βολές ο Γουέιντ», γκρίνιαξε ο Μαρκ Κιούμπαν, ο οποίος είχε μετατρέψει τους τελικούς σε προσωπική σταυροφορία ενάντια στους διαιτητές.
Η στατιστική βέβαια του δίνει δίκαιο, αφού ο MVP σούταρε 75/97 από τη γραμμή σε έξι αγώνες. Ολογράφως, ενενηνταεφτά ελεύθερες βολές σε μία σειρά, μέσος όρος δεκάξι και βάλε! Μόνο στο τελευταίο εκτέλεσε 21 και έβαλε 16. Τέτοιο ρεκόρ, θα το ζήλευε και ο Σάι.
Επειδή γνώριζα προκαταβολικά ότι η πρόσβαση στα αποδυτήρια θα ήταν ελεύθερη για τους διαπιστευμένους δημοσιογράφους, είχα φροντίσει να φορέσω ένα παλιό πουκάμισο, που το ‘χε η μοίρα του να καταστραφεί από τον καμπανίτη. Και είχα και εφεδρικό μπλουζάκι στο σακίδιό μου, προσεκτικά διπλωμένο για να μη τσαλακωθεί.
Ο Πατ Ράιλι, φυσικά, ο πιο παλιός από τους παλιούς, με 4+1 τίτλους ήδη στο ενεργητικό του, φρόντισε να αλλάξει ρούχα προτού ανοίξει ο πρώτος φελλός. Το κοστούμι Αρμάνι κλειδώθηκε στην υδατοστεγή γκαρνταρόμπα του γραφείου του, το πουκάμισο Αρμάνι έδωσε τη θέση του σε ένα της λαϊκής, η γραβάτα Αρμάνι αρχειοθετήθηκε σε κάποιο συρτάρι και ο γερόλυκος ήταν πανέτοιμος για τα επινίκια, ντυμένος με ένα φτηνιάρικο τζιν των 500 δολαρίων: «Τώρα, καταβρέξτε άφοβα»!
Το αποδυτήριο των Μάβερικς μετά τον έκτο τελικό ήταν ένα χάος από ζητωκραυγές, μπουγελώματα, μικρόφωνα και κάμερες προστατευμένες με πλαστικό κάλυμμα. Ο τίτλος του 2006 ήταν ο πρώτος στην ιστορία της ομάδας που ιδρύθηκε διστακτικά το 1988 (με πρώτο σταρ τον Ρόνι Σεϊκέλι) και κατακτήθηκε όχι στη Σάουθ Μπιτς, αλλά σε έδαφος αφιλόξενο. Η σειρά του θλιμμένου Νοβίτσκι έφτασε πέντε χρόνια αργότερα, απέναντι μάλιστα στο ίδιο Μαϊάμι την πρώτη χρονιά των Big Three, αλλά αυτό είναι θέμα για κάποιο μελλοντικό σημείωμα.
Μέχρι να έρθει αυτό, απολαύστε τις ερασιτεχνικές φωτογραφίες μου και φανταστείτε ότι ήσασταν κι εσείς εκεί, για να δοκιμάσετε τη γεύση αμερικάνικης σαμπάνιας made in Florida. Πού ξέρετε, μπορεί στο κοντινό μέλλον να αντικατασταθεί με ελληνικό κρασί της παρέας από κάποιο ψιλικατζίδικο των Σεπολίων, σαν αυτά όπου ο Γιάννης μας προσπαθούσε να ξεγελάσει την πείνα του με κάποιο τοστ.
Ναι, για τον Γιάννη που είδαμε να καμαρώνει σε πλήρη οθόνη στη διεθνή τηλεοπτική μετάδοση του ημιτελικού του Μουντιάλ λέω. Για αυτόν που φωτογραφήθηκε να συνομιλεί με τον Μικ Τζάγκερ και που την επόμενη μέρα κάθισε δίπλα στον Πατ Ράιλι. Για το παιδί που κάποτε έτρωγε μισό σουβλάκι για να χορτάσει. Τι θα έλεγε άραγε ο μακαριστός πατέρας Τσαρλς για όλα αυτά;














Διάβασε όλα τα τελευταία νέα της αθλητικής επικαιρότητας. Μάθε για όλους τους live αγώνες σήμερα και δες τις αθλητικές μεταδόσεις της ημέρας και της εβδομάδας μέσα από το υπερπλήρες Πρόγραμμα TV του Gazzetta. Ακολούθησέ μας και στο Google News.