Ο Παναθηναϊκός στριφογυρίζει γύρω από τον εαυτό του και κινδυνεύει να πληρώσει τη ζαλάδα

Τυφλό μακροβούτι σε θολά νερά

O Nίκος Παπαδογιάννης ανοίγει την αυλαία της εποχής Κάτας διατυπώνοντας βασανιστικά ερωτήματα και ζωηρές αμφιβολίες. 

katas

Ο Όντεντ Κάτας ξεκίνησε την «πράσινη» προπονητική καριέρα του με ένα παράξενο unfair απέναντι στους προκατόχους του: αποφάσισε να κοουτσάρει την ομάδα πριν καλά καλά μάθει τα ονόματα των παικτών του.

Μιλάω για unfair, διότι μία τέτοια κατάσταση είναι win-win. Ουδείς θα επιρρίψει ευθύνες στον ρούκι προπονητών σε περίπτωση ήττας, ενώ θα γίνει και ήρωας χάρη στη δουλειά άλλων, εάν με κάποιον τρόπο η ομάδα κερδίσει.

Δεν ήταν καλό σημάδι, αυτή η πρώτη κίνηση του Ισραηλινού, μολονότι προδίδει φιλοδοξία και αυτοπεποίθηση. Αλλά ας είναι αυτό το μοναδικό φάουλ του.

Το πρόβλημα για τον Παναθηναϊκό δεν έγκειται στο φαίνεσθαι και στη σημειολογία, αλλά στην ουσία του πράγματος. Και είναι ένα νόμισμα με δύο διαφορετικές όψεις.

Χρειαζόταν στ’ αλήθεια ένα ηλεκτροσόκ ο Παναθηναϊκός σε αυτή τη χρονική στιγμή; Εγώ νομίζω πως όχι. Το πρόβλημα σε αυτή την ομάδα, εδώ και χρόνια, είναι η έλλειψη υπομονής, μεθοδικότητας και ρεαλισμού.

Η απόλυση του Γιώργου Βόβορα ήταν εξωφρενικά βιαστική, μία ξεκάθαρη ήττα της λογικής, ακόμα και αν μπορεί -που αμφιβάλλω- να στοιχειοθετηθεί με μπασκετικά κριτήρια.

Πέρα από τα υπόλοιπα, ο Παναθηναϊκός του 2020-1 χρειαζόταν, όχι δόσεις ξενόφερτου μοντερνισμού, αλλά μία σαφή ελληνοκεντρική κατεύθυνση, χτισμένη γύρω από τους 3+3+2 Έλληνες παίκτες που θα αποτελέσουν τον πυρήνα του στη συνέχεια: Παπαπέτρου, Παπαγιάννη, Μήτογλου, αλλά και Κασελάκη, Μποχωρίδη, Όγκαστ και Καλαϊτζάκη, Μαντζούκα.

Αμφιβάλλω αν θα μπορέσει να συντονιστεί μαζί τους ένας ξένος προπονητής με ισχνές περγαμηνές, εσωστρεφής, ουσιαστικά αδοκίμαστος στη διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού.

Από τους ξένους παίκτες της ομάδας, ο μοναδικός παίκτης που δείχνει ικανός να δώσει πολύ περισσότερα πράγματα με κατάλληλο κοουτσάρισμα είναι ο Σαντ-Ρόος. Στην περίπτωσή του, ναι, υπάρχει περιθώριο βελτίωσης.  

Ωστόσο, ο Νέντοβιτς θα παίξει το δικό του μπάσκετ όποιον προπονητή και αν έχει για προϊστάμενο, με στόχο το επόμενο συμβόλαιό του (άσχετα αν απόψε παρουσιάστηκε παγωμένος και παγερός), ενώ οι Μακ, Ουάιτ, Μπεντίλ και Φόστερ δεν έχουν ιδιαίτερο upside.

H άλλη όψη του ίδιου νομίσματος αφορά τον ίδιο τον Κάτας και την προπονητική του φιλοσοφία, στο βαθμό τουλάχιστον που μπορεί να κριθεί με βάση το έως τώρα δείγμα γραφής της καριέρας του.

Όταν ζήτησα από τον εξαίρετο Στέφανο Δέδα (της Χάποελ Χολόν) μία σκιαγράφηση του Όντεντ Κάτας για λoγαριασμό του Over FM, τον άκουσα να χρησιμοποιεί ως σημείο αναφοράς τον Πίνι Γκέρσον. Σταθείτε, μη φεύγετε.

Ο Κάτας φτιάχνει ομάδες με καλή επιθετική ροή, ενθαρρύνει τον αυτοσχεδιασμό, διδάσκει επίθεση και αφήνει την άμυνα στους βοηθούς του. Επίσης, αποφεύγει να πιέζει τους παίκτες του και ποντάρει πρωτίστως στον δικό τους επαγγελματισμό.

Συγγνώμη, κιόλας, αλλά: αυτό χρειάζεται ο νεανικός και άγουρος Παναθηναϊκός;

Προσωπικά πιστεύω ότι στο παρόν υλικό θα ταίριαζε περισσότερο ένας πιο παρεμβατικός δάσκαλος, με γνώση των ιδιαιτεροτήτων και με χιλιόμετρα μέσα σε αποδυτήρια ελληνικής ομάδας, κατά προτίμηση του ίδιου του Παναθηναϊκού.

Ένας καλύτερος Βόβορας, αν θέλετε.

Το προφίλ του Κάτας δεν ταιριάζει καθόλου με τις παραπάνω προδιαγραφές, εκτός πια αν μετράει στα προσόντα του το πέρασμα από έναν Παναθηναϊκό άλλης εποχής, πριν από 20 χρόνια.

Επιπρόσθετα, τα πειράματα ελληνικών ομάδων με προπονητές της ισραηλινής σχολής απέτυχαν όλα ανεξαιρέτως, ακόμα και με προσωπικότητες επιπέδου Μπλατ και Γκέρσον.

Στο Ισραήλ, άλλωστε, εισάγουν προπονητική τεχνογνωσία από την Ελλάδα: Σφαιρόπουλος, Δέδας, Καστρίτης και έπεται, μαθαίνω, συνέχεια. Με ποια λογική ακολούθησε ολόκληρος Παναθηναϊκός αντίστροφη διαδρομή;

Όχι ότι υπάρχουν πολλοί Έλληνες προπονητές πρώτης γραμμής διατεθειμένοι να ακουμπήσουν το κεφάλι τους στον πράσινο ντορβά. O Δημήτρης Πρίφτης ήταν έτοιμος να πει το «ναι», αλλά μπλοκαρίστηκε από το «νιέτ» της Ούνιξ. Δεν θα μπορούσε να τον περιμένει ο Παναθηναϊκός μέχρι το καλοκαίρι;

Οι επόμενοι μήνες θα είναι ένα διαρκές διαγώνισμα για τον Όντεντ Κάτας, με καταληκτικές εξετάσεις τα πλέι-οφ του ελληνικού πρωταθλήματος, που στον Παναθηναϊκό ανεβάζουν και κατεβάζουν κυβερνήσεις.

Φάνηκε και από τις απίστευτες ασυναρτησίες στο αποψινό ματς με τη Φενέρ, ότι η Εuroleague θα χρησιμοποιηθεί από τον Παναθηναϊκό ως πεδίο πειραματισμών.

Απόντος του αναντικατάστατου Παπαπέτρου, ο Κάτας προτίμησε να χρησιμοποιήσει σχήματα με τρεις ψηλούς, παρά λ.χ. να πράξει αυτό που έγινε σημείο αιχμής στην κριτική ενάντια στον Βόβορα.

Ο πολυσύνθετος Σαντ-Ρόος δεν έπαιξε ούτε δευτερόλεπτο στη θέση «3», όπου, αντίθετα, χρησιμοποιήθηκαν ο Ουάιτ και ο Μπέντιλ!

Πώς ακριβώς να μαρκάρει ο βαρύς και δυσκίνητος Μπεν Μπεντίλ τον …Ντε Κολό; Και όμως, αυτή ήταν η αποστολή του στην αρχή του β’ ημιχρόνου.

Στην άμυνα του Παναθηναϊκού κανένας δεν προλάβαινε κανέναν, με αποτέλεσμα να παραχωρηθούν στο άψε σβήσε 5 ομαδικά φάουλ και να εξανεμιστούν οι όποιες ελπίδες ανατροπής από το 48-34.

Ο Γιώργος Παπαγιάννης ήταν και απόψε το μοναδικό σίγουρο και δυνατο χαρτί της ομάδας, αλλά ο Κάτας σταμάτησε το ρολόι στα 17:55, για να δώσει χρόνο στο «5» τόσο στον Μήτογλου (που τελευταία ένιωθε άλλος άνθρωπος σε ρόλο δεύτερου ψηλού), όσο και στον Όγκαστ.

Η γενικά κακή εικόνα έγινε απελπιστική όταν συνυπήρξαν στο παρκέ τέσσερις λεγεωνάριοι, με αποτέλεσμα να πετύχει η Φενέρ το σερί 18-0 που την έκανε αδιαφιλονίκητο αφεντικό μετά το εναρκτήριο πεντάλεπτο.

Ο Μακ ξεκίνησε τη συμμετοχή του με δύο πουλήματα της μπάλας στη σέντρα, ο Νέντοβιτς με 1/9 σουτ και βραδιά τουρισμού, ενώ η γλώσσα του σώματος, όλων ανεξαιρέτως των παικτών, πρόδιδε απογοήτευση και απαισιοδοξία.

Η παράβαση 24 δευτερολέπτων την οποία χρεώθηκε ο Παναθηναϊκός μετά από δικό του τάιμ-άουτ, επειδή ουδείς από τους παίκτες του κοίταζε το χρονόμετρο, ήταν ένα πρώτο ναδίρ για τον νέο προπονητή.

Στην Ευρώπη, μοναδικός στόχος φαίνεται να είναι πια το ντέρμπι με τον Ολυμπιακό, για λόγους ονόρε.

Ο ικανός προπονητής είναι ευπροσάρμοστος και εύπλαστος σαν πλαστελίνη: ανάλογα με το υλικό που παραλαμβάνει και με τις συνθήκες που αντιμετωπίζει, ρυθμίζει και μεταβάλλει ακόμα και τη φιλοσοφία του.

Ο Κάτας, ωστόσο, παρέλαβε μία ομάδα φτιαγμένη από άλλους, με χαρακτηριστικά όχι ακριβώς συμβατά με όσα ο ίδιος διδάσκει. Αποδέχθηκε το ρίσκο και μοιραία θα χρεωθεί τα αποτελέσματα, είτε αυτά είναι θετικά είτε αρνητικά.

Αρχίζοντας, εφ’ όσον αποφάσισε να καθίσει στον πάγκο, από το αποψινό: ένα τυφλό μακροβούτι σε θολά βαθιά νερά. Η συντριβή από τη Φενέρμπαχτσε ήταν ένα βάναυσο καλωσόρισμα στην Euroleague για τον Ισραηλινό.