Στον καθρέφτη του μιλούσε στον πληθυντικό
Λένε ότι τα καλά παιδιά τερματίζουν στην τελευταία θέση. Όχι. Ο Σούλης Μαρκόπουλος μπορεί να μη κατέκτησε τον Κόσμο, ενώ είχε τις δυνατότητες, αλλά έκοψε το νήμα πρώτος. Διότι στη διάρκεια του βίου του, αλλά και στο φευγιό του, δεν βρέθηκε και δεν θα βρεθεί άνθρωπος να πει κακή κουβέντα για το πρόσωπό του. Και αυτή είναι η τέλεια πρωτιά.
Το ανάστημα του μακαριστού Σούλη δεν μετριέται με τον ίσκιο του, όπως συνηθίζεται αλλού, αλλά με το πραγματικό του μέγεθος. Εάν ο Σούλης Μαρκόπουλος είχε το «εγώ» του Ντούσαν Ίβκοβιτς, θα ήταν αυτός ο Ίβκοβιτς. Στα παπούτσια του Σέρβου πάτησε άλλωστε για να ζήσει (από βοηθός, πρώτος) τη μεγαλύτερη νύχτα της καριέρας του.
Όπως επισήμανε ο συγκινημένος Παντελής Μπούτσκος στο σημερινό Gazz Floor, η παρακαταθήκη του ανδρός δεν ήταν μόνο η προπονητική αξία του, αλλά το απροσμέτρητο ήθος του. Ακόμα και στον εαυτό του, στον καθρέφτη του, ο Σούλης μιλούσε στον πληθυντικό. «Νιώθω την ταπεινότητα του δασκάλου και όχι του προπονητή, του ανθρώπου που έχει χώρο για όλους στην καρδιά του», είπε σε συνάδελφο, όταν εκείνος παρατήρησε ότι η υπερβολική ταπεινοφροσύνη μπορεί και να είναι ελάττωμα στην εποχή μας.
Ο Σούλης Μαρκόπουλος ήταν ο πρώτος Έλληνας προπονητής που κέρδισε ευρωπαϊκό τρόπαιο στη σύγχρονη εποχή, το 1994, όταν οδήγησε τον ΠΑΟΚ στην κατάκτηση του Κυπέλλου Κόρατς στον διπλό τελικό με τη Στεφανέλ Τριέστε: 75-66 στη Θεσσαλονίκη, 100-91 στη Τεργέστη. Δύο σβουριχτές νίκες μέσα-έξω.
Πόσοι θυμούνται ότι καθόταν αυτός στον πάγκο εκείνης της εξαίρετης ομάδας; Ελάχιστοι. Ακόμα και εμείς οι επαγγελματίες το διπλοψάχνουμε όταν χρειάζεται να γράψουμε κάποιο ρετρό αφιέρωμα. Βρε μπας και ήταν ο Σάκοτα; Ή μήπως ο Σβι Σερφ; Και καπάκι η γνωστή επωδός: «Ομάδα με Μπέρι και Μπάνε και Σάβιτς και Κόρφα και Γαλακτερό δεν χρειαζόταν προπονητή». Ναι, καλά, εντάξει. Και τα παιδάκια τα φέρνει ο πελαργός.
Το καλοκαίρι του 2015, ο Μαρκόπουλος βρέθηκε πολύ κοντά στον πάγκο του Παναθηναϊκού, ο οποίος ήταν ακέφαλος μετά το διαζύγιο με τον Ντούσκο Ιβάνοβιτς. Δεν πολύ-ήθελε να εγκαταλείψει την αγαπημένη του Θεσσαλονίκη, ένιωθε όμως έτοιμος για το μακροβούτι στα βαθιά, με βοηθό τον γιο του τον Χάρη, ο οποίος εργαζόταν ως πρώτος προπονητής στον Κόροιβο.
«Όλα είναι μέσα στο παιχνίδι. Γιατί να πω όχι σε μια καλή πρόταση; Πολλές φορές βέβαια το timing και οι περιστάσεις παίζουν ρόλο», δήλωνε τότε ο Σούλης. Το timing και οι περιστάσεις οδήγησαν τη διοίκηση του Παναθηναϊκού στον έτερο υποψήφιο, τον Σάσα Τζόρτζεβιτς. Ήταν μια βουτιά στο κενό, ένας μάταιος γάμος που διαλύθηκε μέσα σε λίγους μήνες, αλλά ο Μαρκόπουλος είχε πια συνηθίσει.
Μια ζωή, αυτός ο καλός καγαθός άνθρωπος έβλεπε τις πλάτες εκείνων που είχαν ηχηρότερο όνομα και ήξεραν να πλασάρουν τον εαυτό τους, μέσω μανατζαραίων ή και δίχως αυτούς. Μπορεί να μη μιλούσε καλά τα αγγλικά, αλλά η γλώσσα του μπάσκετ είναι διεθνής. Δεν έδινε δα στα ελληνικά ο Σούλης τις οδηγίες στον Γουόλτερ Μπέρι.
Λίγους μήνες νωρίτερα, τον Οκτώβριο του 2014, ο Σούλης είχε συμφωνήσει με τον Ολυμπιακό, αλλά αναγκάστηκε να υπαναχωρήσει μετά από οργισμένη «παρέμβαση» οπαδών του ΠΑΟΚ στα γραφεία της ΚΑΕ στη Θεσσαλονίκη. Κάποιοι τον φαντάστηκαν στο αεροπλάνο για τον Πειραιά και τον αποκάλεσαν «προδότη» και «φιλοχρήματο μισθοφόρο». Ο ίδιος πικράθηκε πολύ, αφού άλλωστε η στάση του ήταν άψογη. «Θα πρέπει να τα βρείτε και με τον ΠΑΟΚ», είπε στους Αγγελόπουλους. «Εχω συμβόλαιο μέχρι το 2019».
Τελικά ο Μαρκόπουλος υπέγραψε νέο, πενταετές συμβόλαιο με τον «Δικέφαλο» του βορρά (που πλέον είχε πρόεδρο τον Μπάνε Πρέλεβιτς), ενώ ο ορφανός μετά την απόλυση Μπαρτζώκα Ολυμπιακός κατέληξε στον συμπολίτη Γιάννη Σφαιρόπουλο, αφού πρώτα απέρριψε τον αγαπημένο της κερκίδας Μίλαν Τόμιτς. Διαβάστε αν θέλετε εδώ αυτά που έγραφα τότε στο Gazzetta. Ο τίτλος του σχολίου: «Αν ο Σούλης είχε πιο μεγάλο στόμα…».
Το όνομα του Μαρκόπουλου συζητήθηκε σε μία τουλάχιστον περίπτωση για το τιμόνι της Εθνικής ομάδας, νομίζω τότε που προτιμήθηκε εκ των ενόντων (Εθνική Γυναικών) ο Κώστας Μίσσας, ένεκα του δόγματος Βασιλακόπουλου «έχουμε παίκτες και δεν χρειαζόμαστε προπονητή». Δεν ήταν γραφτό του Σούλη να γίνει ούτε Ομοσπονδιακός.
Αλλεργικός στα παχιά λόγια και στις μηχανορραφίες, παθιασμένος με το μπάσκετ και με τίποτε άλλο, γεννημένος στρατιώτης και όχι στρατηγός, ο Σούλης Μαρκόπουλος φαινόταν «λίγος» στα μάτια των οπαδών και των παραγόντων, εκείνων που δεν τον γνώριζαν τουλάχιστον, και δεν ήξερε πώς να ανοίγει μισόκλειστες πόρτες. Το σταρ σύστεμ δεν ήταν για αυτόν.
Στον ΠΑΟΚ, βέβαια, εργάστηκε (στην τρίτη και τελευταία θητεία του) οχτώ χρόνια στη σειρά, από το 2009 μέχρι το 2017. Σήμερα ακούγεται αδιανόητο αυτό το σερί, αλλά ήταν πέρα για πέρα αληθινό και έφερε τον Μαρκόπουλο στην κορυφή της λίστας των προπονητών με τους περισσότερους αγώνες στο ελληνικό πρωτάθλημα.
Σε αυτή την οκταετία, των πολλών οικονομικών προβλημάτων και οικονομικών κλυδωνισμών, ο ΠΑΟΚ τερμάτισε τέσσερις φορές 3ος και τρεις 5ος. Και παρέδωσε σεμινάρια νοικοκυροσύνης στο παρκέ, όσους παίκτες και αν έχανε λόγω ανέχειας. Είναι βέβαιο ότι ο δημιουργός αυτής της θαυμάσιας ομάδας συχνά δούλευε απλήρωτος ή για ψίχουλα.
Προπονητής της χρονιάς ο Μαρκόπουλος αναδείχθηκε όχι μόνο το 2014, όταν έγινε μήλον της έριδος για τους νότιους «αιωνίους», αλλά και τότε που δούλεψε στο Μαρούσι, το 2008, συνεχιστής της κληρονομιάς του Παναγιώτη Γιαννάκη. Επί των ημερών του, η ταπεινή ομάδα από τα βόρεια προάστια της Αθήνας αναρριχήθηκε στην 3η θέση της κατάταξης.
Η θητεία του στην ΑΕΚ ήταν βραχύβια, αλλά σε κάθε περίπτωση το όνομα Σούλης (από το Αθανάσιος, αν δεν απατώμαι) ήταν, είναι και θα παραμείνει συνώνυμο του μπάσκετ της Θεσσαλονίκης. Πόσοι άλλοι μπορούν να ισχυριστούν ότι φόρεσαν όλες τις βαριές φανέλες της πόλης χωρίς να δημιουργήσουν έχθρες και αντιπάθειες;
Ο Μαρκόπουλος μέτρησε τρεις θητείες στον ΠΑΟΚ (δέκα χρόνια συνολικά), τρεις στον Άρη (τέσσερα χρόνια και φινάλε καριέρας το 2019), μία στον Ηρακλή (τρία χρόνια) και δύο στον Μακεδονικό. Στα νιάτα του υπήρξε και καλός παίκτης στον Δημόκριτο, όπου ξεκίνησε την προπονητική καριέρα του το μακρινό 1978. Όλο και κάτι μου έχει ξεφύγει. Τέτοιο βιογραφικό δεν έχουν πολλοί.
Ο Σούλης Μαρκόπουλος αναχώρησε στα 77 του, τρία χρόνια μετά από τον σχεδόν συνομήλικο Γιάννη Ιωαννίδη, μέσα σε κλίμα γνήσιας συγκίνησης και οδύνης. Το μπάσκετ θα τον ξεπροβοδίσει πάνδημο. Και εκείνος, από τους ουρανούς, θα χαμηλώσει το βλέμμα όπως συνήθιζε και θα μας αποχαιρετήσει έναν έναν, μιλώντας μας σε άπταιστο πληθυντικό.
Διάβασε όλα τα τελευταία νέα της αθλητικής επικαιρότητας. Μάθε για όλους τους live αγώνες σήμερα και δες τις αθλητικές μεταδόσεις της ημέρας και της εβδομάδας μέσα από το υπερπλήρες Πρόγραμμα TV του Gazzetta. Ακολούθησέ μας και στο Google News.
