«Πρόεδρε, δεν ήσουν ούφο τελικά»

Νίκος Παπαδογιάννης Νίκος Παπαδογιάννης
«Πρόεδρε, δεν ήσουν ούφο τελικά»

bet365

Ο Νίκος Παπαδογιάννης ταξιδεύει νοερά στις υπώρειες των Άλπεων και θυμάται τον τελικό ΑΕΚ-Κίντερ, που έγινε ακριβώς πριν από 20 χρόνια στη Λωζάννη.

Κυριακή βουλευτικών εκλογών στην Ελλάδα, το σωτήριον έτος 2000, προσγειώθηκα στη Λωζάννη με το ψηφοδέλτιο στα δόντια. Ξάπλωσα να κοιμηθώ με πρωθυπουργό Καραμανλή αντί του Σημίτη και ξύπνησα με πρωθυπουργό Σημίτη αντί του Καραμανλή, αφού το εκλογικό αποτέλεσμα τούμπαρε μέσα στη μαύρη νύχτα, με διαφορά 72.400 ψήφων.

«Η κάλπη πέφτει για ύπνο γκαστρωμένη», είπε, κάποτε, κάποιος σοφός.

Οι περισσότεροι ψηφοφόροι κατέφτασαν στην Ελβετία τη Δευτέρα, παραμονή του τελικού ΑΕΚ-Κίντερ για το Κύπελλο Κυπελλούχων που τότε λεγόταν Σαπόρτα, και με βρήκαν σε κατάσταση νιρβάνας.

Μπορεί να γνώριζα καλά τη Λωζάννη από το προ τριετίας ταξίδι μου για τη διαδικασία ανάληψης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, αλλά δεν χρειάστηκε να τριγυρίσω στα παροιμιώδους υπνηλίας νυχτερινά στέκια της για να την απολαύσω.

Το παλαιομοδίτικο ξενοδοχείο που μου είχαν κλείσει από την Αθήνα βρισκόταν μέσα στο μεσαιωνικό κέντρο και δεν έκαιγε καρδιές με την πρώτη ματιά. Όταν όμως ζήτησα δωμάτιο «όσο ψηλότερα γίνεται» ώστε να έχω ορίζοντα, είδα το φως, των Άλπεων, το αληθινό.

Ο κυριούλης της ρεσεψιόν μου έριξε μία ερευνητική ματιά, κατάλαβε ότι δεν σκόπευα να οργανώσω λυσσαλέα πάρτι στο τριήμερο της διαμονής μου και μου παραχώρησε το κλειδί του παραδείσου.

Το μονόκλινο του 6ου ορόφου ήταν ένα μικροσκοπικό ρετιρέ, με απέραντη βεράντα μεγαλύτερη από το δωμάτιο, προσανατολισμένη πάνω από τις πέριξ στέγες έτσι ώστε να θαυμάζει τη λίμνη Λεμάν, με φόντο τις χιονισμένες κορυφές των Ελβετικών Άλπεων.

Τσιμπήθηκα με δύναμη για να βεβαιωθώ ότι το φαντασμαγορικό πανόραμα ήταν αληθινό και επέστρεψα στη ρεσεψιόν, για να ρωτήσω αν θα τους ενοχλούσε να εγκατασταθώ μόνιμα στην ευάερη αετοφωλιά τους. Χαμογέλασαν με το ύφος του ανθρώπου που έχει ξανακούσει εκατοντάδες φορές την ίδια φράση.

Στις μέρες που ακολούθησαν, εγκατέλειψα την ταράτσα μου μόνο για τα απολύτως απαραίτητα. Δηλαδή για να πάω στο γήπεδο και για να τσιμπήσω κανένα φοντύ, σε κοντινό σαλέ.

Όχι καραβίδας, όπως αυτό που γευτήκαμε για επιδόρπιο στο «Ούζου Μέλαθρον» τις μέρες του φάιναλ-φορ της Θεσσαλονίκης. Mπουργκινιόν σε τσιτσιριστό λάδι ή έστω ελβετικών λιωμένων τυριών.

Κάπως έτσι κόλλησα το μικρόβιο και ερωτεύτηκα τις Άλπεις, τις οποίες πλεύρισα για πρώτη φορά για διακοπές (στην Αυστρία όμως, για να αντέχει το πορτοφόλι) δύο μήνες αργότερα.

Ακόμη, όμως, το καλοκαιράκι απείχε πολύ. Ο τελικός του Κυπέλλου Σαπόρτα, «Κυπελλούχων» το αποκαλούσαμε παλιά, είχε προγραμματιστεί να γίνει όχι σε «Παλατάκι», αλλά σε παγοδρόμιο.

Μετά τις απονομές και τα ταρατατζούμ, οι Ελβετοί χαμήλωσαν τα καλοριφέρ και καταδίκασαν σε κρυοπαγήματα τους δημοσιογράφους που -όπως εγώ- προτίμησαν την ησυχία της εξέδρας Τύπου, για να φιλοτεχνήσουν με ήρεμο κεφάλι τα αριστουργήματά τους.

Προς στιγμή φοβήθηκα ότι θα χρειαζόταν ακρωτηριασμός για να ξεπεράσουν την υποθερμία τα μελανιασμένα μου δάχτυλα. Ωστόσο, ένα ξέχειλο ποτήρι κρασί του Ρήνου ζέστανε τα σωθικά μου και μου επέτρεψε να ξαναβγώ αργά το βράδυ στο μπαλκόνι, για ένα αποχαιρετιστήριο δίωρο στον καθαρό αέρα της λίμνης και του βουνού.

Αγκαλιασμένος με το μπουκάλι, ασφαλώς. To νυχτερινό αγιάζι των Άλπεων δεν χωρατεύει.

Η πόλη ήταν γεμάτη Ιταλούς, οι οποίοι ταξίδεψαν αυθημερόν από την Εμίλια Ρομάνια για να περιμαζέψουν την αδέσποτη κούπα. Αυτοί δεν σκόπευαν να διανυκτερεύσουν στη Λωζάννη ούτε ενδιαφέρονταν για φυσιολατρία.

Η ομάδα τους είχε ήδη κατατροπώσει την ΑΕΚ στον τελικό του 1998 στη Βαρκελώνη και ανυπομονούσε να επιστρέψει στα μεγάλα σαλόνια, όπου την περίμενε το έπαθλο της διχασμένης -παρθενικής- Ευρωλίγκας του 2000-1.

Στη Βίρτους με τ’ όνομα, Κίντερ για να συνεννοούμαστε, έπαιζε τότε ο Νίκος Οικονόμου, ο οποίος με είχε φιλοξενήσει στο σπίτι του στη Μπολόνια, όταν ταξίδεψα στην Ιταλία για να του πάρω συνέντευξη.

Ήταν νέος, ήταν ερωτευμένος, ανακάλυπτε για πρώτη φορά την ξενιτιά, κερνούσε τζελάτο τους Έλληνες φοιτητές και ορκιζόταν ότι δεν υπήρχε δύναμη ικανή να τον ξαναφέρει σύντομα στην Ελλάδα.

Ο Οικονόμου ήταν ο κορυφαίος παίκτης της Κίντερ στον τελικό με 16 πόντους, αν και δίπλα του ακτινοβολούσαν αστέρες επιπέδου Ντανίλοβιτς, Άντερσεν, Σκονοκίνι, Μπινέλι, Στομπέργκας, με μαέστρο τον Έτορε Μεσίνα.

Η Βίρτους προερχόταν από δύο συνεχόμενους τελικούς Κυπέλλου Πρωταθλητριών, έναν κερδισμένο (1998, επί της ΑΕΚ του Ιωαννίδη) και έναν χαμένο (1999, από την υπερηχητική Ζαλγκίρις). Ο Μάνου Τζινόμπιλι κατέφτασε λίγους μήνες αργότερα, για να την οδηγήσει σε άλλους δύο (2001, 2002).

Αλλά η ΑΕΚ είχε στο θυμικό της το κίνητρο της ομάδας που σπανίως αξιώνεται να ζήσει τέτοια μεγαλεία. Παράλληλα την οιστρηλατούσαν τα οράματα του 1968, που έχουν την περίεργη συνήθεια να αφυπνίζονται οσάκις μυρίζονται σαμπάνια του 21ου αιώνα.

Και είχε και ομαδάρα, τότε, η ΑΕΚ. Τον ελληνικό πυρήνα της θα τον ζήλευε και η τότε Εθνική Ελλάδας: Κορωνιός, Κακιούζης, Χατζής, Ντικούδης, Τσακαλίδης και …υπουργός Κικίλιας!

Είχε και ‘Αντονι Μπούι, με τις δάφνες του Μονάχου στο κεφάλι. Και Μούoυρσεπ. Και Ντούσαν Ίβκοβιτς στον πάγκο, με βοηθούς Κατσικάρη-Μίνιτς. Τότε επιτρέπονταν μόνο δύο ξένοι-ξένοι παίκτες, άντε και μερικοί κοινοτικοί: Χάνσελ, Ο’Σάλιβαν. Εγγλέζικο φλέγμα.

Στα σημαντικά ευρωπαϊκά ταξίδια της «Ένωσης» εκείνη την εποχή (και όχι μόνο), η εξέδρα των επισήμων άστραφτε από τα άσπρα μαλλιά και τα υπερήφανα βλέμματα των Ευρωκυπελλούχων του ’68, των δημοσιογράφων που ευλογήθηκαν να περπατήσουν το Καλλιμάρμαρο και των απαραίτητων «μαϊντανών», που καλούνταν τιμητικά από τη διοίκηση μέχρι να εντοπιστεί ο έχων το κοκκαλάκι της νυχτερίδας στο τσεπάκι.

Όταν σταματούσαν προσωρινά οι ζητωκραυγές των οπαδών στο αεροπλάνο της επιστροφής, η άτρακτος αντηχούσε από τις παγκόσμιας κλάσης βωμολοχίες του στιχουργού Λευτέρη Παπαδόπουλου και των, γνωστών και μη εξαιρετέων, συνοδοιπόρων του.

«Τα παιδιά που είναι 8 ή 10 ή 12 χρονών, έγιναν σήμερα ΑΕΚτζήδες», βαυκαλιζόταν ο πρόεδρος Γιάννης Φιλίππου.

Ο ρομαντισμός του είχε ξεφτίσει αισθητά από το «πανηγύρι των ζουρλών» του 1998 και 1999, αλλά ο Απρίλιος των δύο διαδοχικών νικηφόρων τελικών του ανανέωσε τα κύτταρα, πριν τη νομοτελειακή κατάρρευση.

Η ΑΕΚ προηγήθηκε με 51-35 στις αρχές του δευτέρου μέρους, αλλά οι ραγκάτσι του Μεσίνα πλησίασαν σε απόσταση επαφής τρία λεπτά πριν το τέλος.

Μία άμυνα των Κακιούζη-Κορωνιού που κατέληξε σε κάρφωμα του Εσθονού Μούουρσεπ έκοψε τη φόρα των Ιταλών στο 76-74. «Οι παίκτες μου έγιναν μάγκες μέσα στο γήπεδο», υποκλίθηκε ο Ντούσαν Ίβκοβιτς.

Ο αρχηγός Νίκος Χατζής των 16 πόντων ήταν ο ΜVP του αγώνα, ο πρωταγωνιστής της άμυνας απέναντι στον Ντανίλοβιτς και ο πρώτος άνθρωπος που σήκωσε το τρόπαιο, για να το τρίψει στα μούτρα όσων τον θεωρούσαν φοβιτσιάρη.

Ο Μιχάλης Κακιούζης αφιέρωνε τον θρίαμβο στον Νίκο Γκάλη, «τον πιο αδικημένο μπασκετμπολίστα όλων των εποχών». Ο Άγγελος Κορωνιός πανηγύριζε «την προσωπική δικαίωση και την κορύφωση μίας καριέρας είκοσι ετών».

Τα κλισέ επιστρατεύτηκαν με το τσουβάλι και τα μυαλά έγιναν φοντύ. «Βασίλισσα ξανά», «γοργόνα που ξαναζεί», «γέλα Χρηστέα μου», «η εκδίκηση της προσφυγιάς» και άλλα τροπάρια του ρομαντισμού.

Ο Γιώργος Αμερικάνος παρακολουθούσε βουρκωμένος τη χήρα του Ραϊμούντο Σαπόρτα να παραδίδει το τρόπαιο των Κυπελλούχων Ευρώπης στον Χατζή και ταξίδευε με το μυαλό του στο μακρινό 1968: «Τότε μας απένειμε το Κύπελλο ο ίδιος ο Σαπόρτα».

Η ΑΕΚ νίκησε με 83-76. Ήταν 11 Απριλίου του έτους 2000. Σαν σήμερα, ακριβώς πριν από 20 χρόνια. Έπειτα κατέκτησε και το Κύπελλο Ελλάδας.

Κάποιος πλησίασε τον «γιαουρτά» Φιλίππου για να του ζητήσει συγγνώμη. «Βρε πρόεδρε, νόμιζα ότι ήσουν ούφο όταν έβαζες τόσα λεφτά χωρίς να επιβραβεύεσαι με επιτυχίες, αλλά τελικά είχες δίκαιο που επέμενες. Όχι, δεν είσαι ούφο τελικά». Ο πρόεδρος τον κοίταζε σαν εξωγήινο.

Την εβδομάδα που ακολούθησε ο Παναθηναϊκός έκοψε το νήμα του Κυπέλλου Πρωταθλητριών για δεύτερη φορά στην ιστορία του, στη νεότευκτη και κατάφωτη Πυλαία, οπότε οι διάκονοι της πορτοκαλί μπάλας ξεχυθήκαμε στους δρόμους θριαμβολογώντας:

«Μονά ζυγά δικά μας», παιανίσαμε μέσα από το εξώφυλλο του Τρίποντου. «Όλη η Ευρώπη είναι μπλε». Ο Απρίλιος του 2000 δεν ήταν παρά η δεύτερη ή τρίτη πράξη μίας περίλαμπρης υπερπαραγωγής.

  • To παραπάνω ρετρό αφιέρωμα είναι απόσπασμα από ένα βιβλίο που …έρχεται!

Μάθε πού θα δεις ζωντανά όλους τους αγώνες σήμερα μέσα από το υπερπλήρες Πρόγραμμα TV του Gazzetta.

Νίκος Παπαδογιάννης
Νίκος Παπαδογιάννης

Ανέμων, υδάτων και ακραίων καιρικών φαινομένων το ανάγνωσμα. Μπήκατε στο λημέρι του μπάσκετ, αλλά κινδυνεύετε να διαβάσετε ό,τι άλλο βρέξει ο ουρανός. Το πορτοκαλί ένδυμα υποχρεωτικό, το χαμόγελο προαιρετικό. Εδώ δεν χαϊδεύουμε αυτιά, ούτε κρύβουμε λόγια. Αυτές είναι οι αρχές μας. Αν σας αρέσουν, αφήστε τα έγχρωμα γυαλιά στην είσοδο και κοπιάστε. Αν δεν σας αρέσουν, έχουμε κι άλλες.

Μοναδικός απαράβατος κανόνας είναι ότι όλα επιτρέπονται.