«Χαμένοι στη μετάφραση»! (vid & pic)

Αλέξανδρος Στεργιόπουλος
«Χαμένοι στη μετάφραση»! (vid & pic)

bet365

Η Σοφία Κόπολα στην καλύτερη στιγμή της σκηνοθετικά. Εξαιρετικές ερμηνείες από τους Μπιλ Μάρεϊ, Σκάρλετ Γιόχανσον. Πώς “διαβάζει” κανείς τη μοναξιά;

Κι αν χαθείς θα βρεθείς. Κι αν χαθείς ξανά να θυμάσαι το σταθερό σημείο. Σαν γρίφος, σαν λόγος σοφός και αμετακίνητος η φράση αυτή. Αποτίμηση οριστική, αξιωματική και σημαντική για τη συνοχή και τη συνέχεια Μην πάει το μυαλό σας σε άμεσα οριακές καταστάσεις. Όχι. Σε απλές καθημερινές στιγμές αναφερόμαστε. Στα μικρά, σχεδόν αόρατα, κενά που δημιουργούμε άθελα (;) μας και ξαφνικά βρισκόμαστε στο χείλος του γκρεμού. Τι πιο απλό και ύπουλο από το να μην μπορείς να επικοινωνήσεις; Όχι λόγω προβλήματος υγείας, αλλά εξαιτίας της κακής μετάφρασης. Τα λόγια χάνουν τον προσανατολισμό τους, λοξοδρομούν και σε τοίχο σταματούν. Τοίχος από άδειες ματιές, ψυχρά αισθήματα και χαμένο χρόνο.

Η απόσταση μεγαλώνει και στο χάος που δημιουργείται οι άνθρωποι αναζητούν το σταθερό σημείο, τη συναισθηματική επικοινωνία. Τότε, η μετάφραση έχει νόημα και η γλώσσα καμία σημασία. Ο χρόνος που χάνεται δεν επιστρέφει, όμως το μυαλό, η καρδιά και τα μάτια πάντα επιστρέφουν και “μιλάνε” γλώσσα παγκόσμια, διαχρονική. Αν, λοιπόν, κάποιος δεν έχει χαθεί στη μετάφραση, κάποια στιγμή στη ζωή του, τότε ή ψεύδεται ή έχει σταθεί πολύ τυχερός. Η ζωή, ενίοτε, μας κοιτά λοξά και η ταινία που της αρμόζει είναι το “Χαμένοι στη μετάφραση” της Σοφίας Κόπολα. [η φωτό από imdb]

Το coolness της Κόπολα

Η ιδέα της Κόπολα απλή. Δυο άνθρωποι σε ξένο τόπο. Σε τόπο με εντελώς διαφορετική κουλτούρα και αντίληψη. Ξένοι ανάμεσα σε ξένους και μόνοι στην προσπάθεια τους να επικοινωνήσουν. Όλα ξεκινούν από τον τόπο και το ταξίδι. Οι ήρωες της ταινίας βρίσκονται, ο καθένας για δικούς του λόγους, στην Ιαπωνία. Αμφότεροι κατάγονται από τις ΗΠΑ και το γεωγραφικό χάσμα δεν γεφυρώνεται εύκολα. Οι καλές προθέσεις δεν αρκούν και η προσπάθεια αποφέρει ελάχιστους καρπούς. Σε αυτό το χάσμα εγκλωβίζονται οι πρωταγωνιστές, αλλά η γλώσσα είναι το τελευταίο που τους απασχολεί. Αυτό που έχουν καλύψουν είναι μεγαλύτερο. Το κενό είναι υπαρξιακό και χρειάζεται τη σωστή “γλώσσα” για να κλείσει. Με άλλα λόγια, χρειάζεται να μη χαθούν στη μετάφραση. Ε, η Κόπολα παρουσιάζει την πορεία από το άγνωστο στο γνωστό με άνεση, ηρεμία, αποστασιοποίηση. Αν θέλαμε να χρησιμοποιήσουμε άλλη λέξη χωρίς να χαθούμε και να περιγράψουμε τη συμπεριφορά των ηρώων και της Κόπολα, αυτή θα ήταν “Coolness”. Γι’ αυτό η ταινία βρίσκει και “διαβάζει” τη λοξή ματιά της ζωής. Η αντίδραση των πρωταγωνιστών είναι τόσο cool (άνετη) όσο χρειάζεται που τους οδηγεί στη συγκίνηση και στο –ήρεμο- ξέσπασμα.

Η τελευταία εντύπωση μετράει

Διάσημος αμερικανός ηθοποιός, μέσης ηλικίας, βρίσκεται στο Τόκιο για επαγγελματικό λόγο. Προωθεί εγχώρια μάρκα ουίσκι. Νεαρή, φρεσκοπαντρεμένη, μόλις έχει αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο και είναι εκεί με τον σύζυγο της. Ο τελευταίος δουλεύει ως φωτογράφος και την αφήνει μόνη της πολλές ώρες. Ο ηθοποιός έχει αφήσει την οικογένεια στις ΗΠΑ και όλη μέρα είναι σε γυρίσματα για τη διαφήμιση του προϊόντος. Η γλώσσα των ντόπιων δυσκολεύει και τους δύο και μεγεθύνει τα προσωπικά προβλήματα. Η επικοινωνία δεν μπορεί να αποκατασταθεί με τεχνολογικά μέσα, ούτε καν με την πίστη ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει. Το ταξίδι δεν προσφέρει μόνο νέες εικόνες, αλλά και διαφορετική θέση να κοιτάξουν μέσα τους, στην ψυχή τους. Κοινό σημείο, η μοναξιά. Η ανικανότητα μετάφρασης των φωνών, των ξαφνικών καταστάσεων αλλά και αυτών που λιμνάζουν μέσα τους, τους οδηγεί στην παραίτηση. Και λίγο πριν αυτή γίνει οριστική και αμετάκλητη, συναντιούνται. Στην αρχή απλά εντοπίζει ο ένας τον άλλο. Μετά, λίγες κουβέντες, δειλές. Στο τέλος η φιλία γίνεται φλερτ και το φλερτ η αρχή μιας σχέσης που θα τελειώσει απότομα. Θα χαθούν ξανά, όμως η σχέση που ανέπτυξαν πάντα θα τους ενώνει.

Η Κόπολα με ένα απλό αλλά έξυπνο σενάριο περνάει το σχόλιο της πάνω στη μοναξιά και την αδυναμία επικοινωνίας των ανθρώπων. Το σχόλιο της για την εικόνα που ορίζει τις ζωές μας. Από τη διαφήμιση μέχρι αυτή που βλέπουν οι άλλοι για μας. Για την Κόπολα δεν μετρά η πρώτη εντύπωση, αλλά η τελευταία. Οι Μπιλ Μάρεϊ, Σκάρλετ Γιόχανσον “δένουν” πολύ καλά, όπως και το μοντάζ της Σάρα Φλακ. Το Τόκιο και η φωτογραφία του Λανς Άκορντ γίνονται το καλύτερο σκηνικό γι’ αυτήν τη γλυκόπικρη ταινία.

NEWS FEED