TOP ΑΓΩΝΕΣ
  • TOP ΑΓΩΝΕΣ
  • BUNDESLIGA
ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: Ο άνθρωπος που ελευθέρωσε την Ελλάδα!

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: Ο άνθρωπος που ελευθέρωσε την Ελλάδα!

Το G-Weekend τιμά τη συμπλήρωση 250 χρόνων από τη γέννηση του «Γέρου του Μοριά», γράφοντας για τη ζωή και την πορεία του ανθρώπου που ταυτίστηκε με την ιστορία της χώρας μας

Στο πέρασμα των αιώνων φαντάζει υπερβολικό να ειπωθεί πως ένας άνθρωπος, ότι και αν έπραξε, σημάδεψε βαθιά και καταλυτικά την πορεία κάποιου έθνους. Ωστόσο υπάρχουν και οι εξαιρέσεις που σε μεγάλο βαθμό επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Είναι εκείνοι που με το βιβλίο της ζωής τους συνέβαλαν στη διαμόρφωση καταστάσεων που έμειναν ανεξίτηλες στο χρόνο, όπως ισχύει για τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Απλά αναρωτηθείτε… Πώς θα είχε γραφτεί το ρου της Ελλάδος, εάν δεν υπήρχε ο «Γέρος του Μοριά» όπως έμελλε να αποκαλείται από όλους.

Οι αποφάσεις που έλαβε, η στρατηγική του ευφυΐα, οι διπλωματικές του κινήσεις αλλά και τα λάθη του, διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό την ύπαρξη του ανεξάρτητου κράτους μας. Σίγουρα δεν ήταν μόνος αφού χιλιάδες τον συντρόφευσαν και προσέφεραν τη ζωή τους για την ελευθερία, αλλά η προσωπικότητά του έμελλε να διαδραματίσει τον πλέον κομβικό ρόλο στην πάλη για την αποτίναξη της δουλείας.

Η φυσιογνωμία του ηγετική, δεσπόζουσα και άρρηκτα συνδεδεμένη με την ελευθερία του γένους μας, κάτι που αναγνωρίστηκε από φίλους και εχθρούς.

Ως επίσημη ημερομηνία γέννησής του δίνεται η 3η Απριλίου του 1770, αυτές τις ημέρες δηλαδή πριν από 250 χρόνια. Η Ελλάδα σείονταν από τα «Ορλοφικά», το αποτυχημένο κίνημα που ξέσπασε με τις «ευλογίες» της Ρωσίας, η οποία επιθυμούσε αναταραχή στα νώτα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επειδή βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση μαζί της (έληξε με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή το 1774) . Ο πατέρας του Κωνσταντής Κολοκοτρώνης ήταν από τους πρώτους που σήκωσαν τα όπλα στον κατακτητή, όμως οι ελάχιστες ελληνικές δυνάμεις, προδομένες από την Αικατερίνη Β’ που δεν υλοποίησε τις υποσχέσεις της, ήταν αδύνατο να αντιπαρατεθούν με τους Τούρκους, οι οποίοι μετά την καταστολή της εξέγερσης άρχισαν τους διωγμούς.

Για αυτό η οικογένειά του εγκατέλειψε το Λιμποβίτσι της Καρύταινας που κατάγονταν και ξεκίνησε το ταξίδι για τη Μάνη, ώστε να βρει ασφάλεια στην αυτόνομη περιοχή της Λακωνίας. Ωστόσο η μητέρα του Κολοκοτρώνη βρίσκονταν σε προχωρημένη εγκυμοσύνη και καθ’ οδόν, στο Ραμαβούνι, έφερε στον κόσμο τον νεότερο γιο της, κάτω μάλιστα από ένα δένδρο. Στο χωριό της Μεσσηνίας έμειναν μέχρι τα βαφτίσια του και πήρε το όνομα του Θοδωρή Ορλόφ, πρωτεργάτη της ομώνυμης επανάστασης και αξιωματικού της Ρωσίας, ο οποίος έπεισε τους Ελληνες να διεκδικήσουν την ελευθερία τους. Μάλιστα στη φαμίλια του δεν υπήρχε άλλος που να λέγονταν «Θοδωρής», όμως η επιρροή του έμπειρου στρατιωτικού στην μητέρα του ήταν πάρα πολύ μεγάλη. 


Πήρε το όνομά του από τον Θοδωρή Ορλόφ, υποκινητή της εξέγερσης του 1770-71. 

Μετά από σύντομη παραμονή στην περιοχή, έφτασαν στην Καστανιά ή Καστανίτσα και έμειναν στον πύργο του Παναγιώταρου Βενετσανάκη, φίλου και συναγωνιστή της οικογένειας. Εκεί ο μικρός Θοδωρής μεγάλωσε, έμαθε για τα ανδραγαθήματα του πατέρα του που έλειπε το μεγαλύτερο διάστημα του έτους ευρισκόμενος στα βουνά και γαλουγήθηκε με τα ιδεώδη της ελευθερίας. Η δράση του Κωνσταντή όμως γίνονταν όλο και πιο ενοχλητική για τους Οθωμανούς, με αποκορύφωμα το «Μακελειό της Αρβανιτιάς», όπως έμελλε να λέγεται η καταστροφή του σώματος των Τουρκαλβανών που δρούσε εκείνα τα χρόνια στην Πελοπόννησο.

Αρχικά είχαν το «ελεύθερο» από την Οθωμανική Αυτοκρατορία να λεηλατήσουν και να σκοτώσουν, ως αντίποινα για τη συμμετοχή των Ελλήνων στα «Ορλοφικά». Σύντομα όμως έγιναν ανεξέλεγκτοι και οι Τούρκοι αναζητούσαν λύσεις. Μετέφεραν λοιπόν στους Κλέφτες και Αρματωλούς πως είναι πρόθυμοι να συμμαχήσουν μαζί τούς ώστε να τους εκδιώξουν, αρκεί νωρίτερα να προσκυνήσουν τον Ναύαρχο Χασάν Τσεζαερλή που είχε μεταβεί στον Μοριά με σκοπό να ηγηθεί της επιχείρησης.

Ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης επικαλούμενος διάφορες δικαιολογίες, κυρίως ότι αυτός και οι άνδρες αδυνατούν για λόγους ασφαλείας να μεταβούν στο Αργος που ήταν το στρατόπεδό του, απέφυγε να συναντηθεί μαζί του και να δηλώσει υποταγή. Ωστόσο του διαμήνυσε πως θα συνεργαστούν, καθώς το εν λόγω σώμα έσπερνε τον όλεθρο σε όλη την Πελοπόννησο. Υστερα από σχετικές διαβουλεύσεις ο Ελληνας οπλαρχηγός ξεκίνησε για τα Τρίκορφα, μία περιοχή κοντά στην Τρίπολη. Εκεί τους περιμέναν περίπου 12.000 Τουρκαλβανοί, τους οποίους κλήθηκε να αντιμετωπίσει στις 10 Ιουνίου του 1779 με περίπου 3.000 άνδρες.

Εκμεταλλευόμενος τα περάσματα που γνώριζε καλά και διατάσσοντας εξαιρετικά τις δυνάμεις του, όχι απλά κέρδισε τη μάχη, αλλά περισσότεροι από 8.000 αντίπαλοί του έπεσαν νεκροί. Οι υπόλοιποι τράπηκαν σε φυγή, όμως τους συνάντησαν οι Τούρκοι που βρίσκονταν καθ΄οδόν και μόνο 400, από τους 12.000, φέρονται να γλίτωσαν. Ο Τσεζαερλής έστειλε εκατοντάδες κομμένα κεφάλια στον Σουλτάνο ως απόδειξη της επιτυχίας του, ενώ έφτιαξε και μία μακάβρια πυραμίδα με τα υπόλοιπα. Ετσι γιόρτασε τη μεγάλη του νίκη, η οποία όμως επί της ουσίας ανήκε στον Κωνσταντή και ποτέ δεν του συγχωρέσε πως δεν υποκλίθηκε μπροστά του. Μάλιστα μεταξύ των Τουρκαλβανών λέγονταν πια η φράση «Να μην γλυτώσω από το σπαθί του Κολοκοτρώνη». Τόσο μεγάλο αντίκτυπο έλαβε εκείνη η επιτυχία του.

Ο Ναύαρχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επεξεργάζονταν από εκείνη τη στιγμή τρόπο να βγάλει από τη μέση τον Ελληνα οπλαρχηγό και εκμεταλλευόμενος τη δημοτικότητα που απέκτησε στην Υψηλή Πύλη, έπεισε τον Σουλτάνο να του παραχωρήσει δυνάμεις για να τον τιμωρήσει.

Σε διάστημα μερικών μηνών αναχώρησε για δεύτερη φορά από την Πόλη, αυτή τη φορά με προορισμό τη Μάνη και την Καστσανιά! Τον Ιούνιο του 1780 αποβιβάστηκε στο Γύθειο, πυρπόλησε τα γειτονικά χωριά, περικύκλωσε την ευρύτερη περιοχή και αφού εξασφάλισε με απειλές πως οι άλλοι Μανιάτες δεν θα επέμβουν, ξεκίνησε την πολιορκία του Πύργου του Παναγιώταρου Βενετσανάκη, όπου εντός της βρίσκονταν τα περισσότερα μέλη της οικογένειας του Κολοκοτρώνη.

Η αριθμητική υπεροχή των Οθωμανών (περίπου 13.000 άνδρες) που είχαν τη συνδρομή κανονιών, ανάγκασαν τους έγκλειστους, ύστερα από σκληρές εχθροπραξίες 12 ημερών, να επιχειρήσουν έξοδο ώστε να διασωθούν. Αρκετά γυναικόπαιδα, μεταξύ αυτών και ο μόλις 10 ετών Θοδωρής και η μία του αδερφή, γλίτωσαν, όμως ο πατέρας του και πολλοί συγγενείς του έπεσαν στο πεδίο της μάχης. Ο Κωνσταντής μάλιστα βρήκε φρικτό θάνατο με αποκεφαλισμό, ενώ η μητέρα του Ζαμπία Κωστάκη μαζί με τα δύο της παιδιά πήραν ξανά τον δρόμο της φυγής και επέστρεψαν στο Λιποβίτσι, από όπου ξεκίνησε μερικά χρόνια πριν όταν ήταν έγκυος εκείνον!

Ο πύργος του Βενετσανάκη, όπου ο Κολοκοτρώνης έζησε μέχρι την ηλικία των 10 ετών.

Επ’ ευκαιρία μοιάζει σωστό και να ειπωθεί πώς ο ίδιος στα απομνημονεύματά του αναφέρει πως το επώνυμο της οικογένειάς του ήταν Τζεργίνης και ήταν πολύ μεγάλο σόι, όμως κάποια στιγμή ένας πρόγονός του άρχισε να λέγεται «Μπιθεγκούρας» που στα αρβανίτικα σημαίνει «αυτός που έχει δυνατά οπίσθια» και έτσι φτάσαμε στο «Κολοκοτρώνης»,

Υπό αυτές τις συνθήκες (ορφανός από πατέρα και κυνηγημένος) εισήλθε σε αυτό που λέμε σήμερα εφηβεία. Ομως τότε τα παιδιά γίνονταν άνδρες από πολύ μικροί. Η μητέρα του ύφαινε ρούχα στις πλούσιες κυρίες της περιοχής, ενώ εκείνος ασχολούνταν τρόπο τινά με την υλοτομία. Μεγάλωσε μέσα στην ένδεια και σε ηλικία 15 ετών, όπως τουλάχιστον διασώζεται, συνέβη ένα περιστατικό που του άλλαξε τη ζωή.  Μία ημέρα που κουβάλαγε το κάρο του στην Τριπολιτσά (εκεί πουλούσε τα ξύλα που έκοβε) οι ρόδες του γέμισαν με λάσπες έναν Τούρκο, ο οποίος εκνευρίστηκε και τον έδειρε. Ηταν η στιγμή που ορκίστηκε να μην βρεθεί ποτέ ξανά στην πόλη (ήταν η πρωτεύουσα της Πελοποννήσου) εάν δεν είναι ελεύθερη, κάτι που έκανε πράξη αφού δεν την επισκέφθηκε άλλη φορά μέχρι την ημέρα της άλωσής της. Τα παραπάνω αποτυπώνουν γιατί ο Κολοκοτρώνης βγήκε σε νεαρή ηλικία στο βουνό.


Δίπλα στα ερείπια του σπιτιού που μεγάλωσε στο Λιποβίτσι υπάρχει η προτομή του και ένα νεότερο κτίριο πιστή αντιγραφή της οικείας του που έχει γκρεμιστεί, το οποίο λειτουργεί ως μουσείο.

Γρήγορα η φήμη του άρχισε να εξαπλώνεται, ας μην λησμονούμε πως «κουβαλούσε» ένα βαρύ όνομα, οι Τούρκοι τον επικήρυξαν, ενώ αφορίστηκε από το Πατριαρχείο όπως και όλοι οι κλέφτες της εποχής. Επειδή μάλιστα στο χέρι του είχε χαράξει με μπαρούτι την ημερομηνία γέννησής του, σαν τατουάζ δηλαδή, πολλοί επίδοξοι δολοφόνοι παρουσίαζαν στις αρχές κομμένα άκρα ως δικά του, όμως ποτέ δεν έγιναν πιστευτοί.  Πάντως το 1806 οι κατακτητές βρέθηκαν κοντά στη σύλληψή του όταν και δωροδόκησαν ορισμένους συνεργάτες του, όμως κατάφερε να διαφύγει και πήγε στα Κύθηρα.

Εκείνο το διάστημα τα Επτάνησα αποτέλεσαν το «καταφύγιό» του, παρότι άλλαζαν συχνά κυρίαρχο (Ρώσοι, Αγλλοι, Γάλλοι). Ηταν η στιγμή που ξεδίπλωσε το στρατιωτικό του ταλέντο και στη θάλασσα, αφού για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν κυβερνήτης στο  «Άγιος Γεώργιος», ένα ελαφρό τρικάταρτο καταδρομικό με δέκα πυροβόλα και περίπου 100 άνδρες πλήρωμα. Μέσω αυτού έκανε επιδρομές στα παράλια της Ηπειρωτικής Ελλάδος που βρέχονταν από το Ιόνιο και πολλές φορές χάριζε μέρος από τα λάφυρα στους κατοίκους. Αυτό τον έφερε στο «στόχαστρο» των ντόπιων εμπόρων, αλλά και πάλι κατάφερε να διαφύγει από κάθε δολοπλοκία εξυφαίνονταν εναντίον του. Οπως και από τις καταγγελίες των Οθωμανών προς την «Επτανησιακή Πολιτεία» για τις επιχειρήσεις του, κάτι που τον οδήγησε μεν στη φυλακή, αλλά για μικρό χρονικό διάστημα. 

Σύντομα η δράση του συνεχίστηκε και στο Αιγαίο Πέλαγος. Κοντά στη Σκιάθο ναυμάχησε με επιτυχία εναντίον μοίρας του Οθωμανικού Στόλου, ενώ ως κορυφαία στιγμή της εν πλω σταδιοδρομίας του ήταν η βύθιση, σε συνεργασία με ένα αγγλικό πλοίο,  δύο τουρκικών πολεμικών και η σύλληψη ενός έξω από την Υδρα, όταν πήγαιναν στο νησί για να συλλάβουν προκρίτους του. Μάλιστα εκείνο το διάστημα έκοψε το τσιγάρο, όπως ο ίδιος αφηγήθηκε αργότερα. Σε ένα ταξίδι του ξέμεινε από καπνό, έστριψε ένα με ότι είχε απομείνει στην πίπα του, δεν του άρεσε και την πέταξε μακριά. «Όρσε μωρέ άνθρωπος που θέλει να λευθερώσει τον τόπο του και δε μπορεί να λευτερωθεί ο ίδιος από ένα κακό συνήθιο. Θε μου, συχώρεσε με», ανέφερε πως είπε.

Εκτός από τις πολεμικές του αρετές, στο μεσοδιάστημα (1806-1821) που αναφερόμαστε απέδειξε πως διαθέτει επιπλέον δύο. Αρχικά την εμπορική, καθώς ασχολήθηκε επιτυχώς με την κτηνοτροφία και άνοιξε ένα κρεοπωλείο, αλλά κυρίως την πολιτική/διπλωματική. Ηταν τότε που προσπάθησε να υλοποιήσει το σχέδιο δημιουργίας κράτους στα πρότυπα της κοινοπολιτείας, που θα συμπεριελάμβανε περιοχές όπως η Πελοπόννησος, η Στερεά, τα νησιά και η Ηπειρο. Ο Κολοκοτρώνης διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις με τον οπλαρχηγό Αλή Φαρμάκη, που ήταν μουσουλμάνος, δραστηριοποιούνταν στην Ηλεία, όμως θεωρούνταν ανένταχτος και εχθρικά προσκείμενος στον Αλή Παπά. Ο οποίος εξαπλώνονταν τότε σε όλη την περιοχή και ο γιος του διοικούσε τον Μοριά.

Οι δυο τους συνυπήρξαν «κυνηγημένοι» στη Ζάκυνθο όταν βρίσκονταν υπό γαλλική κατοχή και μετέφεραν στις αρχές της πως μπορούν να ανατρέψουν το «λιοντάρι της Ηπείρου», με τον οποίο το Παρίσι διατηρούσε κάκιστες σχέσεις, Χρειάζονταν μόνο οικονομική και υλική βοήθεια ώστε για να οργανώσουν τον στρατό τους, καθώς ο μεν Κολοκοτρώνης θα έπειθε να συνεργαστούν οι Ελληνες, ο δε Φαρμάκης οι Αλβανοί, τους οποίους καταπίεζε ο  Αλής. Αν’ αυτού στην επικράτειά του θα δημιουργούνταν ένα ομόσπονδο κράτος, με ίσο αριθμό βουλευτών μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων, το οποίο και θα βρίσκονταν υπό την κηδεμονία της Γαλλίας.

Σκοπός του ήταν να αποτινάξουν οι Ελληνες τον Οθωμανικό ζυγό και βήμα βήμα να οδηγηθούν μεταγενέστερα στην ανεξαρτησία τους. Οι χαμηλόβαθμοι διπλωμάτες είδαν με θετικό μάτι το εγχείρημα, έδωσαν χρήματα για την υλοποίησή του και ξεκίνησαν οι σχετικές διεργασίες, όμως ο Μέγας Ναπολέων δεν απάντησε ποτέ και το σχέδιο εγκαταλείφθηκε οριστικά μόλις οι Αγγλοι κατέλαβαν το νησί.

Η συγκεκριμένη απεικόνιση του Κολοκοτρώνη θεωρείται πως βρίσκεται πιο κοντά στην πραγματική του και ανήκει στον Γάλλο ζωγράφο Α. Φριντέλ.

Εκτοτε στρατεύτηκε κάτω από τη σημαία της «Γηραιάς Αλβιώνας», ανήλθε στην ιεραρχία, διακρίθηκε στην κατάληψη της Λευκάδας όπου με «τέχνασμα» απέφυγε την αιματοχυσία μεταξύ Ελλήνων (ορισμένοι υπηρετούσαν στον αγγλικό στρατό και άλλοι στον γαλλικό) και άρχισε να σκέφτεται μόνο ένα πράγμα. Την απελευθέρωση της χώρας μας.

Την ίδια στιγμή οι εξελίξεις… έτρεχαν. Η ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας αναζωπύρωσε τη φλόγα όλου του γένους και το 1818 μυήθηκε στην οργάνωση. Ηταν τότε που ο κληρικός Ανθιμος Αργυρόπουλος (εμβληματική φυσιογνωμία της Ηπείρου που είχε απωλέσει σχεδόν το 100% της  όρασής του λόγω της πολυετούς φυλάκισής του) όρκιζε στα Επτάνησα τους οπλαρχηγούς που είχαν καταφύγει εκεί. Αμέσως ο Κολοκοτρώνης ανέλαβε  πρωτοβουλίες, όμως παράλληλα συνέχιζε και τις επαγγελματικές του δραστηριότητες ώστε να μην κινεί υποψίες.

Η διαμάχη του μάλιστα με ένα μέλος του συνεταιρισμού των κρεοπωλών, παραλίγο να επιφέρει τραγικές συνέπειες. Μόλις ο «Γέρος» του έκοψε την πίστωση επειδή όφειλε πολλά χρήματα, εκείνος για να τον εκδικηθεί πήγε στον Αλή Πασά και αποκάλυψε τα πάντα (την ύπαρξη του συνδέσμου, τους κωδικούς του κτλ). Οι Ελληνες που κατέδωσε κατάφεραν να ρίξουν στάχτη στα μάτια του ραδιούργου τύρρανου, αν και εκείνος φαίνεται πως δεν οδήγησε την υπόθεση στα άκρα επειδή τον συνέφερε να υπάρξει αναταραχή. Ηταν ο καιρός που προετοίμαζε το έδαφος ώστε να αποσχιστεί από την οθωμανική αυτοκρατορία. Πάντως ενημέρωσε σχετικά την Υψηλή Πύλη, αλλά δεν ήταν ιδιαίτερα πιεστικός ενώ και οι συμβουλάτορες του Σουλτάνου θεώρησαν πως υπερβάλει σκόπιμα για προσωπικό του όφελος. Ο προδότης εκτελέστηκε από τους Φιλικούς στα Γιάννινα, αλλά ήταν ακόμη μία απόδειξη πως ο Κολοκοτρώνης είχε ανέκαθεν φανατικούς φίλους και παθιασμένους εχθρούς.

Ετσι φτάσαμε στον Γενάρη του 1821, όταν επέστρεψε στην Πελοπόννησο. Εκ των υστέρων φαίνεται πως βρίσκονταν σε επικοινωνία με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και όλα συνηγορούν πως ήταν ενήμερος για τις κινήσεις που θα ξεκινούσαν σύντομα στη Μολδοβλαχία. Σκοπός του ήταν να φέρει κοντά τους Μανιάτες με τους άλλους οπλαρχηγούς της περιοχής και της Στερεάς Ελλάδος και να συνεργαστούν για τον κοινό σκοπό. Ιστορικά δεν έχει αποδειχθεί πως βρίσκονταν στην Αερόπολη (ονομάζονταν Τσίμοβα) στη συνάντηση της 17ης Μαρτίου του 1821, όταν οι πρόκριτοι της Λακωνίας ύψωσαν το λάβαρο της επανάστασης. Ορισμένοι μάλιστα υποστηρίζουν πως δεν συνέβη η παραπάνω συγκέντρωση, αλλά μπήκε μαζί με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, μερικές ημέρες μετά στις 23 Μαρτίου, στην Καλαμάτα και την ελευθέρωσαν. Ο αγώνας είχε μόλις αρχίσει…


Ηταν από τους πρώτους που μπήκαν στην Καλαμάτα, στις 23 Μαρτίου του 1821.

Λίγο αργότερα αποδείχθηκαν εμπράκτως οι αδιαμφισβήτητες ικανότητές του. Στις 12 και 13 Μαϊου έλαβε χώρα μία μάχη που ναι μεν δεν είναι ευρέως γνωστή, αλλά θεωρείται ως εκείνη που στέριωσε την επανάσταση. Οι Τούρκοι εκείνο τον καιρό είχαν να αντιμετωπίσουν και το «μέτωπο» του Αλή Πασά και ο Χουρσίτ Πασάς, διοικητής της Πελοποννήσου που ήταν έξυπνος και διορατικός στρατιωτικός, βρίσκονταν στα Γιάννινα. Αρχικά οι Οθωμανοί είδαν  με υπεροψία τους Ελληνες και πίστευαν πως σύντομα θα ανακτήσουν τον έλεγχο. Για αυτό ο Χουρσίτ δεν επέτρεψε αυτοπροσώπως, αλλά έστειλε από την Ηπειρο τον Κεχαγιά-μπέη, με περίπου 13.000 άνδρες.

Στην κάθοδό του δεν συνάντησε αντίσταση, έλυσε την πολιορκία της Ακροκορίνθου και στις αρχές Μάϊου στρατοπέδευσε στην  Τριπολιτσά. Λίγες ημέρες νωρίτερα οι Οθωμανοί (μέσα Απριλίου) επιτέθηκαν στο Βαλτέτσι, ένα στρατηγικής σημασίας πέρασμα και οι υπερασπιστές του, υπό τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, δεν άντεξαν την πίεση και υποχώρησαν, κάτι που επέτρεψε στους κατακτητές να πυρπολήσουν το χωριό. Επειδή όμως ήρθαν ενισχύσεις από άλλους αγωνιστές, επέστρεψαν στη βάση τους.

Ο Κολοκοτρώνης είχε αμέσως αντιληφθεί την «αξία» του ελέγχου της περιοχής και ανέλαβε πρωτοβουλίες. Οργάνωσε την άμυνα στα γύρω υψώματα, οχύρωσε άνδρες του και μέσα στο χωριό σε όσα σπίτια στέκονταν ακόμα και περίμενε…Ο Κεχαγιάς-μπέης θεώρησε πως έφτασε η στιγμή να αναλάβει δράση και ήταν τόσο σίγουρος για την επιτυχία του που έστειλε μία μονάδα πίσω από τις ελληνικές γραμμές, ώστε να ανακόψει την υποχώρησή τους!  Το σχέδιό του ήταν μετά να βαδίσει στη Μεσσηνία και τη Μάνη και να καταστείλει οριστικά την επανάσταση, κάτι που θα τον ανύψωνε στα μάτια του Σουλτάνου.

Ωστόσο οι Ελληνες, υπό την ηγεσία του «Γέρου», πολέμησαν αριστοτεχνικά και για δύο ημέρες απέκρουαν με ευκολία τις εφόδους των Τούρκων. «Διαβάζοντας» όλες τις κινήσεις τους, οδηγούσε τις ενισχύσεις που διάθετε όπου ακριβώς χρειάζονταν και μετά από 30 ώρες, έδωσε τη διαταγή για γενική αντεπίθεση. Περίπου 2.500 Ελληνες πήραν στο κατόπι τους Οθωμανούς, που μέτρησαν σχεδόν 1.000 απώλειες (νεκροί, τραυματίες) και άφησαν πίσω μεγάλο μέρος του βαρύ οπλισμού τους, ξέχωρα από χιλιάδες ατομικά τουφέκια. Ο ίδιος έγραψε στην αυτοβιογραφία του πως φώναζε στους αντιπάλους του: «Ζωντανοὺς θὰ σάς πιάσω, εγὼ είμαι Κολοκοτρώνης» και το όνομά του άρχισε να προκαλεί τρόμο…

Η επιτυχία στο Βαλτέτσι έδωσε τη δυνατότητα στην επανάσταση να εδραιωθεί. «Είναι η ελευθερία των Ελλήνων», θα τη χαρακτηρίσει εκείνος και πλέον μετρούσε αντίστροφα ο χρόνος για να περάσει στη σφαίρα της αθανασίας. Επόμενος στόχος, η Τριπολιτσά.


Στο Βαλτέτσι οργάνωσε αριστοτεχνικά την άμυνα των Ελλήνων και τους οδήγησε στην πρώτη μεγάλη στρατιωτική επιτυχία της επανάστασης.

Πρόκειται για το κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Πελοπόννησο, που διάθετε ισχυρή φρουρά. Ηταν η πρωτεύουσα του Μοριά! Ο Κολοκοτρώνης έπεισε όλους τους οπλαρχηγούς πως η κατάληψή της είναι κομβικής σημασίας και έγραψε ένα γράμμα στον διοικητή της που τον καλούσε να παραδοθεί, Μάλιστα έκλεινε με μία φράση που έμεινε στην ιστορία. «Καλή αντάμωση στο σεράι σου»! Διάθετε τείχη και επειδή είχαν καταφύγει εκεί πάρα πολλοί άμαχοι από τις γύρω περιοχές, ο πληθυσμός της άγγιζε τις 40.000, ξέχωρα από τους περίπου 11.000 ενόπλους που την υπερασπίζονταν.

Η πολιορκία ξεκίνησε τον Ιούνιο του 1821 και συνέπεσε, δυστυχώς, με τις πρώτες εσωτερικές έριδες μεταξύ των αγωνιστών, που οδήγησαν στους μετέπειτα εμφύλιους. Οταν ο Δημήτριος Υψηλάντης έφτασε στην Πελοπόννησο, οι πρόκριτοι αρνήθηκαν να του αναγνωρίσουν την πολιτική αρχηγία, ως αδερφός και διάδοχος του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Προκλήθηκε ένταση και απειλήθηκαν με λιντσάρισμα από το πλήθος, όμως ήταν εκείνος που επενέβη ώστε να διευθετηθεί το ζήτημα, αφού γνώριζε καλά πως αν εκτελούνταν οι πρόκριτοι, οι ξένες αυλές θα χαρακτήριζαν την επανάσταση κοινωνική και όχι απελευθερωτική. Γεφύρωσε, προς στιγμήν, το χάσμα που προέκυψε και έδωσε εντολή να κλείσουν όλοι οι δρόμοι του ανεφοδιασμού της Τριπολιτσάς. Η θηλιά γύρω της έσφιγγε καθημερινά.

Οι Τούρκοι με εξόδους προσπαθούσαν να διασπάσουν τον κλοιό και να μεταβούν στα γύρω χωριά για λαφυραγωγία, ώστε να ανεφοδιαστούν. Οι περισσότερες ενέργειές τους αποδείχθηκαν άκαρπες και το ηθικό τους συνεχώς έπεφτε. Με την πάροδο του χρόνου παρατηρήθηκε πρόβλημα σίτισης και άρχισαν να διώχνουν τον άμαχο πληθυσμό εκτός των τοιχών, όμως οι πολιορκητές τους πίεζαν να επιστρέψουν και δεν τους επέτρεπαν να απομακρυνθούν. Ορισμένοι εγκλωβίστηκαν μεταξύ των δύο γραμμών και πέθαιναν από τα εκατέρωθεν πυρά, ενώ άλλοι αφέθηκαν να ξεψυχήσουν από την πείνα και τις κακουχίες. Ηταν η φρίκη του πολέμου σε όλες τις προεκτάσεις του.

Στα τέλη του Αυγούστου άπαντες είχαν αντιληφθεί πως ήταν θέμα χρόνου η πόλη να «πέσει». Τότε οι Τούρκοι ζήτησαν διαπραγματεύσεις και για αυτό έβγαλαν από τη φυλακή τους προεστούς και τους ιερείς που είχαν φυλακίσει αμέσως μετά την έναρξη της επανάστασης. Πολλοί όμως ήταν σε κακή κατάσταση και πέθαναν. Οι Ελληνες ζητούσαν την παράδοση της Τριπολιτσάς και μετέφεραν στους πολιορκημένους πως θα τους εξασφάλιζαν ασφαλή διάβαση προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία, όμως εκείνοι επιθυμούσαν να φύγουν με τον οπλισμό και τα πλούτη τους, κάτι που οι επαναστάτες αρνούνταν κατηγορηματικά. Την ίδια στιγμή εντός των τοιχών ξέσπασε επιδημία λόγω της πρόχειρης ταφής των θυμάτων, ενώ οι στρατιώτες διαμαρτύρονταν στους διοικητές τους τόσο για την έλλειψη βασικών αγαθών, όσο και για τη μη πληρωμή τους.

Παράλληλα υπήρξαν κρούσματα μαύρης αγοράς, όταν Ελληνες πουλούσαν τρόφιμα στους Τούρκους που πατάχθηκαν σκληρά και κάπου εκεί ο Κολοκοτρώνης εφάρμοσε το «διαίρει και βασίλευε».  Συμφώνησε με τους Αλβανούς που βρίσκονταν μέσα στην πόλη και αποτελούσαν μεγάλο μέρος της φρουράς, να τους φυγαδεύσει μακριά σώους, μαζί με τις οικογένειές τους. Ετσι θα αποδυναμώνονταν άμυνα, ενώ οι Τούρκοι πανικοβλήθηκαν μόλις έμαθαν τα καθέκαστα και άρχισαν να προετοιμάζουν το έδαφος και για τη δική τους παράδοση. Κυρίως μέσω των επιφανών Ελλήνων που μέχρι πρότινος κρατούσαν σε άθλιες συνθήκες φυλακισμένους για μήνες, αλλά πλέον έπρεπε να τους προσεγγίσουν για να μείνουν ζωντανοί.

Ωστόσο οι εξελίξεις ήταν καταιγιστικές. Τα ξημερώματα της 23ης Σεπτεμβρίου του 1821 ορισμένοι Ελληνες στρατιώτες ανέβηκαν σε κάποιον προμαχώνα και από εκεί κατάφεραν να ανοίξουν ορισμένες πύλες. Αλλοι λένε πως το πέτυχαν μέσω επαφών που είχαν με Τούρκους που βρίσκονταν στη συγκεκριμένη πλευρά των τοιχών και τους έπεισαν πως θα τους σώσουν τη ζωή εάν τους έβαζαν στην πόλη, ενώ υπάρχει και η άποψη πως στάθηκαν τυχεροί και το συγκεκριμένο μέρος ήταν αφύλακτο.

Η ουσία είναι πως οι  πολιορκητές εισήλθαν στην Τριπολιτσά και για τις επόμενες δύο με τρεις ημέρες υπήρξαν άνευ προηγουμένου σφαγές του άμαχου πληθυσμού της. Περίπου 25.000 μη Ελληνες κάτοικοι (Τούρκοι και Εβραίοι κυρίως) βρήκαν το θάνατο, κάτι που παραδέχθηκε και ο Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του. «Το ασκέρι όπου ήταν μέσα, το ελληνικό, έκοβε και εσκότωνε από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άντρες, τριανταδύο χιλιάδες. Έλληνες σκοτώθηκαν εκατό.  Το άλογό μου από τα τείχη έως τα σαράγια δεν επάτησε γη. Πατούσε απάνω σε παράξενο, αλλόκοτο χαλί από πτώματα. Ένας Υδραίος έσφαξε ενενήντα», έγραψε σχετικά.

Η πρώτη του κίνηση ήταν να κατευθυνθεί στο στρατόπεδο των Αλβανών και τίμησε τη συμφωνία που είχε συνάψει μαζί τους. Μαζί με τον ανιψιό του Πλαπούτα τους πήγαν μέχρι το Αίγιο και τους άφησαν ελεύθερους, παρότι αρκετοί αγωνιστές της Αχαϊας θέλησαν να τους εκτελέσουν, ως εκδίκηση για τα ανοσιουργήματα που διέπραξαν στο παρελθόν. Παράλληλα έδωσε εντολή να κοπεί το δέντρο σύμβολο της Οθωμανικής κυριαρχίας και ανέφερε πολλά χρόνια μετά. «Οταν έμβηκα εις την Τριπολιτσά, με έδειξαν τον πλάτανο εις το παζάρι όπου εκρέμαγαν τους Ελληνας. Αναστέναξα και είπα:“Αϊντε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκρεμάσθηκαν εκεί”».  Ο συγκεκριμένος πλάτανος, αλλά και ο λόφος όπου ανασκολοπίζονταν Χριστιανοί για παραδειγματισμό, αποτελούσαν τα «μνημεία» των αιώνων σκλαβιάς.

Ακόμη και τώρα ουδείς μπορεί να πει με βεβαιότητα πως ο Κολοκοτρώνης σχεδίασε τα όσα έκτροπα ακολούθησαν, ενώ οι περισσότεροι συμφωνούν στο γεγονός πως σε αντίθεση με πολλούς άλλους οπλαρχηγούς, δεν συμμετείχε στα λαφυραγώγηση των οθωμανικών σπιτιών. Ωστόσο είναι κοινά αποδεκτό πως δεν έκανε κάτι για να τα αποτρέψει (η διάσωση των Αλβανών με τους οποίους είχε συμφωνήσει αποτυπώνει πως μπορούσε να ελέγξει το πλήθος) και οι ιστορικοί καταλήγουν σε δύο βασικά συμπεράσματα, που αφορούν το γιατί αποστασιοποιήθηκε.

Το ένα έγκεινται στη «βεντέτα» που πλέον είχε ανοίξει. Βρισκόμασταν στον πρώτο καιρό της επανάστασης και επειδή ο «πυρήνας» των ελληνικών δυνάμεων αποτελούνταν από αγρότες, ελλόχευε ο κίνδυνος μετά από ένα εύλογο χρονικό διάστημα να αφήσουν τα όπλα για να επιστρέψουν στις εργασίες τους. Πλέον άπαντες γνώριζαν πως οι Τούρκοι θα αναζητούσαν εκδίκηση και για να μείνουν ασφαλείς, εκείνοι και οι οικογένειές τους, έπρεπε να κερδίσουν τον πόλεμο.

Την ίδια στιγμή  ήθελε το νέο να διαδοθεί παντού, μέσω των λίγων που επέζησαν, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα οι Οθωμανοί κάτοικοι της Πελοποννήσου να μην αισθάνονταν ασφαλείς στην ύπαιθρο. Για αυτό αρκετοί κατέφυγαν στα κάστρα που ακόμα κατείχαν οι συμπατριώτες τους και δημιούργησαν πρόβλημα σίτισης, ενώ οι περισσότεροι εγκατέλειψαν τις εστίες τους και το ελληνικό στοιχείο ήταν πια σχεδόν το 100% του πληθυσμού σε Μοριά και Στερεά Ελλάδα.


Η άλωση της Τριπολιτσάς οφείλεται στον προσωπικό του σχεδιασμό, όμως δεν έκανε κάτι για να αποτρέψει τη σφαγή χιλιάδων κατοίκων της πόλης.

Ο Κολοκοτρώνης επισκέφθηκε έφιππος τον Μεχμέτ Πασά το σαράι του όπως είχε «υποσχεθεί» στην επιστολή του πριν ξεκινήσει η πολιορκία και ναι μεν επίσημα στρατιωτικός διοικητής της επιχείρησης ήταν ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, όλοι αναγνώριζαν εκείνον ως τον αρχηγό της άλωσης. Η οποία εξασφάλισε οπλισμό για χιλιάδες πολεμιστές και αποτέλεσε ένα «σοκ» στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Οι Ελληνες συνέχιζαν τον αγώνα τους, έβγαιναν νικητές από τα πεδία των μαχών και έδειχναν σε θέση να κερδίσουν την ελευθερία τους...

Η δημοτικότητά του βρέθηκε στα ύψη και στις 20 Δεκεμβρίου του 1821 ξεκίνησε  η πρώτη Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου. Το έθνος μας όρισε διοίκηση και οι αρχαιρεσίες της ολοκληρώθηκαν ύστερα από περίπου ένα μήνα, με τους Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και Ιωάννη Κωλέττη να αναλαμβάνουν τα ηνία. Ομως το κλίμα είναι τεταμένο και αποδείχθηκε, ξανά, πως «πρέπει» να διαφωνούμε για κάτι. Η επί τουρκοκρατίας ελίτ του τόπου έβλεπε με κακό μάτι τους οπλαρχηγούς και επεδίωξε να τους υποβαθμίσει, κυρίως φυσικά τον Κολοκοτρώνη.

Παρόλα αυτά δεν ήταν δυνατόν να τον αφήσει στο περιθώριο και του έδωσε εντολή να συμμετάσχει στην πολιορκία της Πάτρας, χορηγώντας του όμως πενιχρά μέσα. Κάτι που αποδείχθηκε καταστροφικό, αφού το κάστρο της δεν έπεσε ποτέ (απελευθερώθηκε στις 7 Οκτωβρίου του 1828 από τους Γάλλους) και για αυτό οι Οθωμανοί έλεγχαν συνεχώς τον ομώνυμο κόλπο. Εκείνος από την πλευρά του μετέβη μεν στην Αχαΐα, αλλά έστειλε επιστολή στον Κωλέττη μέσω της οποίας ζητούσε ενισχύσεις για να συνεχίσει την προσπάθεια και να πάρει ολοκληρωτικά την πόλη. 

Αντί όμως να τις λάβει, ο Υπουργός Πολέμου τον κατηγόρησε για απείθεια και ήταν πια εμφανές πως δεν υπήρχε δίαυλος συνεννόησης. Ο «Γέρος» οργισμένος πήγε στην Κόρινθο που ήταν η έδρα της κυβέρνησης, συνοδευόμενος από περίπου 80 ενόπλους που αποτελούσαν την προσωπική του φρουρά και η κόντρα των δύο ανδρών κορυφώθηκε, όταν του μεταφέρθηκε πως για να εισέλθει σε αυτή δεν θα έχει μαζί του περισσότερους από 5!

Αμέσως αποχώρησε και μόνο ύστερα από τη μεσολάβηση της πελοποννησιακής γερουσίας επέστρεψε στην Πάτρα, χωρίς όμως εκ νέου αποτέλεσμα. Η έλλειψη εφοδίων ουσιαστικά καθιστούσε ανούσια την επιχείρηση και παρουσιάζονταν ξανά έτοιμος να αντιπαρατεθεί με τους Μαυροκορδάτο, Κωλλέτη, όταν έφτασε στα χέρια του μία επιστολή από τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. «Σας στέλνω 30.000 Τούρκους να ομονοήσετε», έγραφε ο οπλαρχηγός της Στερεάς Ελλάδας και φυσικά αναφέρονταν στην στρατιά του Δράμαλη!


Ο Ιωάννης Κωλέττης ήταν ο «μεγάλος» του εσωτερικός αντίπαλος και ως Υπουργός Πολέμου έθετε εμπόδια στις επιχειρήσεις που διεύθυνε.

Ο Μαχμούτ Πασάς όπως ήταν το όνομά του (το Δράμαλης απορρέει επειδή κατάγονταν από τη Δράμα), συμμετείχε στην εκστρατεία κατά του Αλή των Ιωαννίνων, όπου η Οθωμανική Αυτοκρατορία επικράτησε και πλέον μπορούσε να αποδεσμεύσει δυνάμεις για να καταπνίξει την επανάσταση. Νωρίτερα μάλιστα είχε αναλάβει εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στο Πήλιο.  Στρατοπέδευσε στη Λάρισα και αφού οργάνωσε τις λεπτομέρειες της εκστρατείας του, ξεκίνησε  από τη Θεσσαλία με προορισμό τον Μοριά, Μαζί του είχε περίπου 25.000 ενόπλους (15.000 έφιπποι), 6.000 βοηθητικούς, χιλιάδες υποζύγια και περισσότερες από 400 καμήλες. 

Την 1η Ιουλίου του 1822 κατέστρεψε τη Θήβα, υπερκέρασε την Αθήνα καθώς απέφυγε να την πολιορκήσει ώστε να μην χάσει χρόνο, στα Γεράνια υπήρξε «ίχνος» αντίστασης από 600 αγωνιστές που όμως υποχώρησαν άμεσα και στις 7 Ιουλίου κατέλαβε αμαχητί την Ακροκόρινθο, αφού οι υπερασπιστές της τράπηκαν σε φυγή μόλις αντίκρυσαν τον όγκο του εκστρατευτικού του σώματος. Πριν εγκαταλείψουν το κάστρο εκτέλεσαν τον Καμήλ Μπέη που ήταν φρούραρχός της και τον κρατούσαν αιχμάλωτο για να τους αποκαλύψει που κρατά κρυμμένους τους θησαυρούς του.  Μόλις ο Δράμαλης έμαθε για τη δολοφονία του παντρεύτηκε τη χήρα του, καρπώθηκε τα πλούτη του και ως αντίποινα «έχτισε» ορισμένους Ελληνες στα τείχη της πόλης!

Η κατάσταση φάνταζε και ήταν πιο οριακή από ποτέ, ενώ ενδιάμεσα οι επαναστατικές δυνάμεις γνώρισαν την ήττα στη μάχη του Πέττα (4 Ιουλίου) και το ηθικό βρίσκονταν στο ναδίρ. Η κυβέρνηση αντί να δώσει το παράδειγμα διέφυγε στην Υδρα και το «κακό» μεγιστοποιούνταν επειδή στο Αργος είχαν μεταφερθεί γυναικόπαιδα από τη Χίο που καταστράφηκε ολοσχερώς τον Απρίλιο του 1822. Τα όσα μετέφεραν για τις φρικαλεότητες που έζησαν, οδήγησαν τον κόσμο να αναζητά καταφύγιο στα βουνά και τις σπηλιές, αφού φοβούνταν πως θα βιώσει ανάλογες καταστάσεις. 


Η κάθοδος του Δράμαλη με περισσότερους από 30.000 άνδρες, σκόρπισε τον πανικό και οδήγησε την επανάσταση ένα βήμα πριν την κατάρρευση.

Από τους πρώτους που μετέβησαν στην περιοχή ώστε να διασώσει ότι μπορέσει ήταν ο Δημήτρης Υψηλάντης, ενώ εκεί πήγε και ο Κολοκοτρώνης. Ο πρώτος μαζί με τους πρόκριτους που βρίσκονταν και χωρίς να πάρουν έγκριση από τους κυβερνώντες (το αποδέχθηκαν εκ των υστέρων), ανακήρυξαν τον «Γέρο» αρχιστράτηγο με πλήρη ελευθερία κινήσεων και η Ελλάδα βρίσκονταν στα χέρια του!

Με «πύρινους» λόγους προσπάθησε να κρατήσει τη συνοχή μεταξύ των ενόπλων, ενώ όλοι οι οπλαρχηγοί, θέλοντας και μη, τάχθηκαν στο πλευρό του. Το σχέδιό του ήταν απλό. Εδωσε εντολή να καταστρέψουν τα πάντα στον κάμπο του Αργους, «δηλητηρίασε» τα πηγάδια και με «ανταρτοπόλεμο» προκαλούσε φθορές στους Τούρκους που αδυνατούσαν να ανεφοδιαστούν.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει και στους υπερασπιστές του Κάστρου Λάρισας, που άντεξαν την πολιορκία που τους έγινε και για πολλές ημέρες απασχόλησαν μεγάλο αριθμό Οθωμανών.Οι Ελληνες ανασυγκροτήθηκαν στους Μύλλους, από τις 20 Ιουλίου είχαν πλέον πολλαπλασιαστεί και στις 23 οι έγκλειστοί του, μετά από συντονισμένες ενέργειες αντιπερισπασμού, εξήλθαν και ενώθηκαν μαζί τους.

Σε μικρό χρονικό διάστημα ο Κολοκοτρώνης άλλαξε άρδην την κατάσταση, όμως οι Οθωμανοί παρά τις απώλειες που μετρούσαν από δυσεντερίες και γενικότερα τις κακουχίες, εξακολουθούσαν να υπερτερούν αριθμητικά. Η αντιπαράθεση σε ανοικτό πεδίο μάχης δεν αποτελούσε πια σκοπό και των δύο πλευρών και εκατέρωθεν χρησιμοποίησαν το «μυαλό» τους. Ο Δράμαλης είχε δύο επιλογές. Ή να βαδίσει προς την Τρίπολη που ήταν ο αντικειμενικός σκοπός της εκστρατείας του ή να επιστρέψει στην Κόρινθο. Ο «Γέρος» πρόβλεψε σωστά πως φαντάζει απίθανο να διαλέξει τον πρώτο δρόμο, αφού οι άνδρες του ήταν καταπονημένοι και δεν θα ανταπεξέρχονταν σε μία πολιορκία και σιγουρεύτηκε για αυτό μόλις αντιλήφθηκε το τέχνασμά του.

Ο Πασάς είχε για γραμματέα έναν Ελληνα, ο οποίος μετέβη στο στρατόπεδο του Κολοκοτρώνη δήθεν για να ζητήσει την παράδοση των Ελλήνων, αλλά μόλις είδε τον «Γέρο» ζήτησε να του μιλήσει εμπιστευτικά. Τότε του «αποκάλυψε» πως οι Τούρκοι θα ξεκινήσουν άμεσα για την Τριπολιτσά και του μετέφερε πως τους «κατέδωσε» επειδή υπέστη κρίση συνείδησης και θέλει να βοηθήσει τη χώρα του. Ο Κολοκοτρώνης τον ευχαρίστησε για τις «πληροφορίες», αλλά κατάλαβε άμεσα την «παγίδα» και στο συμβούλιο των οπλαρχηγών που ακολούθησε, επέμεινε πως πρέπει να «πιάσουν» τα Δερβενάκια, το στενό πέρασμα που οδηγεί στην Κόρινθο. Αρκετοί όμως δεν εμπιστεύτηκαν το ένστικτό του, με πρώτο τον Πετρόμπεη που τον περιγέλασε κάνοντας λόγο πως του… έλειψαν τα βουνά, από την εποχή που ήταν κλέφτης!

Παρά τον διχασμό και την αποχώρηση πολλών όπως των Μανιατών, έπεισε αρκετούς και όλοι μαζί κατευθύνθηκαν για τον τόπο που έμελλε να αποτελέσει το πεδίο θριάμβου τους. Η λέξη «δερβένι» προέρχεται από το τουρκικό «ντερβέν» και σημαίνει μία στενή διάβαση μέσα από τα βουνά. Ετσι χαρακτήριζαν τα τέσσερα ορεινά περάσματα που οδηγούν από τον αργίτικο κάμπο στην Κόρινθο, όπου μεταξύ 26 και 28 Μαϊου 1822 διεξήχθη η «θρυλική» μάχη.

Μάλιστα έχουν διασωθεί και τα λόγια που είπε για να εμψυχώσει τους πολεμιστές του. «Έλληνες, σήμερα εγεννήθημεν και σήμερα θα πεθάνωμεν δια την σωτηρίαν της πατρίδος μας και δια την εδικήν. Σήμερα ο καθείς από εμάς θα καταδιώκη πολλούς, θα πάρητε λάφυρα πολλά και θησαυρούς του Αλή Πασιά θα τους μοιράζετε με το φέσι τα φλωριά, όπου τα έχουν οι Τούρκοι, είναι χρήματα χριστιανικά. Τα είχεν ο τύραννος της Ηπείρου παρμένα από τους αδελφούς μας. Ο Άγιος Θεός μας τα έστειλε και είναι κελεπούρι δικό μας. Αύριον αυτήν την στιγμήν θα σας ιδώ όλους με τ' άρματα των Τούρκων, με τ' άλογά τους, λαμπροφορεμένους με τα ρούχα τους. Ο Θεός είναι με ημάς να μή σας μέλλη τίποτε».

Η ευφϊα του Κολοκοτρώνη δεν αποτυπώθηκε μόνο στο «διάβασμα» του που θα κινηθεί ο Δράμαλης, αλλά και στο γεγονός ότι αντιλήφθηκε νωρίς και το πώς θα αντιδράσει, μόλις οι Τούρκοι βρεθούν μεταξύ των ελληνικών πυρών. Για αυτό και τοποθέτησε τους άνδρες του σε όλα τα περάσματα, σαν να ήξερε από πριν κάθε βήμα του αντιπάλου του. Στις 26 του μήνα οι πρώτοι Οθωμανοί άρχισαν να εισέρχονται στο κύριο στενό και μόλις γέμισαν τον τόπο, δέχθηκαν ομοβροντία πυροβολισμών.

Λόγω του περιορισμένοι χώρου που βρίσκονταν έμοιαζε αδύνατο να υποχωρήσουν συντεταγμένα, ενώ δέχθηκαν επίθεση και από τα νώτα τους. Μόνη «αφύλακτη» διάβαση ήταν εκείνη προς τον Αγιο Σώστη και κατά χιλιάδες προσπάθησαν να μεταβούν εκεί, όμως από το… πουθενά εμφανίστηκε ο Νικηταράς και οι άνδρες του και τους κατέσφαξαν. Εκείνη την ημέρα μάλιστα έλαβε το προσωνύμιο «Τουρκοφάγος» ή «Αχιλλέας των Νέων Ελλήνων». Η μάχη έληξε το βράδυ και μόνο χάρις στο σκοτάδι οι Οθωμανοί απεγκλωβίστηκαν και επέστρεψαν στο Αργος.

Την επομένη (27/5) δεν υπήρξαν συμπλοκές, όμως στις 28 επιχείρησαν να περάσουν από το Στενό στο Αγιονόρι, ένα άλλο από τα τέσσερα «δερβένια» της περιοχής. Εκεί όμως τους περίμεναν εκ νέου ισχυρές επαναστατικές δυνάμεις, αφού ο Κολοκοτρώνης ήταν πεπεισμένος πως θα επιλέξουν τον συγκεκριμένο δρόμο, μετά τη συμφορά που υπέστησαν δύο ημέρες πριν.

Ακολούθησε νέα σφαγή και από κάποιο σημείο και μετά οι Τούρκοι έπαψαν να μάχονται, αλλά παράτησαν τον βαρύ και ατομικό οπλισμό τους και άρχισαν να τρέχουν για να σωθούν. Κατά ομάδες έφταναν στην Κόρινθο, ταλαιπωρημένοι και πεινασμένοι. Οι απώλειές τους ανήλθαν σε περίπου 5.000 νεκρούς, ενώ την ίδια στιγμή στα χέρια των Ελλήνων πέρασαν δεκάδες χιλιάδες τουφέκια, πάρα πολλά κανόνια και πλήθος άλλων λαφύρων.

Η καταστροφή της στρατιάς του Δράμαλη εξασφάλισε στην επανάσταση πολύτιμα για το μέλλον εφόδια και επηρέασε καταλυτικά το ηθικό των Οθωμανών. Παρότι παρέμεναν αριθμητικά μία άκρως υπολογίσιμη δύναμη σε περίπτωση που ανασυγκροτούνταν, δεν είχαν πλέον το κουράγιο να επιστρέψουν, ενώ σύντομα πέθανε και ο Δράμαλης. Ο μύθος αναφέρει πως έφυγε από τη ζωή λόγω στεναχώριας για την ήττα που γνώρισε, όμως μάλλον «χτυπήθηκε» από τύφο.


Στα Δερβενάκια σημειώθηκε η μεγαλύτερη στρατιωτική επιτυχία των Ελλήνων στην επανάσταση του 1821 και φέρει την... υπογραφή του Κολοκοτρώνη. 

Σε σύντομο χρονικό διάστημα, τον Νοέμβριο του 1822, απελευθερώθηκε το Ναύπλιο, η Κόρινθος εγκαταλείφθηκε από τους κατακτητές και το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδος βρίσκονταν πια σε ελληνικά χέρια,

Υπό αυτές τις συνθήκες φτάσαμε στο 1823 και ο Κολοκοτρώνης ήταν ο άνθρωπος που οδηγούσε τη χώρα στην ανεξαρτησία της. Ωστόσο η προαιώνια κατάρα της φυλής μας έκανε εκ νέου την εμφάνισή της και ξέσπασαν εσωτερικές διαμάχες στους κόλπους της επανάστασης. Ναι μεν αρχές του έτους ο Γεώργιος Καραϊσκάκης κυριαρχούσε στη Στερεά, τον Μάρτιο η Αγγλία αναγνώρισε το έθνος μας ως εμπόλεμο και η πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων άρχισε να διαφοροποιείται, οι κυβερνητικοί ωστόσο ποτέ δεν του «συγχώρεσαν» πως στα μάτια του λαού βρίσκονταν πιο ψηλά από όλους.

Στον πρώτο εμφύλιο υπήρξαν δύο αντιμαχόμενα «στρατόπεδα» (Πελοποννήσιοι εναντίον Στερεαελλαδιτών, Νησιωτών) και αρχικά ακολούθησε κατευναστική πολιτική. Επεδίωξε να ηρεμήσει τα πάθη, ανέπτυξε συγγένεια με οικογένειες της εποχής που φλέρταραν με υψηλές θέσεις και ο γιος του Πάνος ανέλαβε φρούραρχος, όμως για αυτό απώλεσε ορισμένους υποστηρικτές στους κόλπους των οπλαρχηγών. Στην εξέλιξή του όμως ανέλαβε επιθετικές πρωτοβουλίες και πρωταγωνίστησε σε αψιμαχίες.

Στον δεύτερο οι παλιοί «σύμμαχοι» έγιναν «αντίπαλοι» και τα χρήματα του αγγλικού δανείου αντί να ενισχύσουν τις υποδομές του στρατού, σπαταλήθηκαν από τον Κουντουριώτη που βρίσκονταν τότε στην εξουσία στις μεταξύ μας έριδες, Μάλιστα φτάσαμε στο σημείο να υπάρχουν δύο κυβερνήσεις!  Ο Κολοκοτρώνης ναι μεν δεν πήρε ενεργά μέρος, όμως ο γιος του Πάνος ήταν εκ των πρωταγωνιστών και για αυτό βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της αντιπαράθεσης. Τον Μάρτιο του 1824 ο Σουλτάνος ζήτησε τη σύμπραξη των Αιγυπτίων ώστε να καταστείλει τη επανάσταση και οι αγωνιστές αντί να θορυβηθούν και να ενωθούν ξανά, συνέχισαν τον αλληλοσπαραγμό.

Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους ο πρωτότοκος γιος του σκοτώθηκε στην Τριπολιτσά από άνδρες της κυβέρνησης και ο «Γέρος» βυθίστηκε» στο πένθος. Αποσύρθηκε στη Στεμνίτσα, δεν πήγε καν στη κηδεία του και έδειχνε ένα ανθρώπινο ράκος. Μάλιστα λίγο αργότερα παραδόθηκε στους αντιπάλους του ώστε να δοθεί ένα τέλος και μεταφέρθηκε στην Υδρα. Εκεί φυλακίστηκε σε ένα μοναστήρι μαζί με άλλους αγωνιστές και τα παραπάνω αποτυπώνουν ανάγλυφα γιατί ο Ιμπραήμ αποβιβάστηκε ανενόχλητος στον Μοριά και άρχισε να καταστρέφει τα πάντα στο πέρασμά του.


Ο γιος του Πάνος σκοτώθηκε τον Νοέμβριο του 1824, κατά τη διάρκεια του δεύτερου εμφύλιου.

Στα μέσα του 1825 το πέπλο του θανάτου απλώνονταν παντού και η κυβέρνηση δεν είχε άλλη επιλογή από το να στραφεί, ξανά, στον Κολοκοτρώνη. Τον Μάιο χορηγήθηκε γενική αμνηστία και εκείνος ανέλαβε την αρχιστρατηγία. Οι ελπίδες για σωτηρία εναποτέθηκαν στα χέρια του και μόλις αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο, το μόνο που ζήτησε ήταν ομοψυχία. «Έλληνες! Πριν βγω στ΄ Ανάπλι, έριξα στη θάλασσα τα πικρά τα περασμένα. Κάντε και σεις το ίδιο. Στο δρόμο που περνάγαμε για να ‘ρθούμε στην εκκλησιά, είδα να σκάβουν κάποιοι άνθρωποι. Ρώτησα και μου είπαν πως σκάβουν να βρούνε κρυμμένο θησαυρό. Εκεί στο λάκκο μέσα ρίξτε και τα μίση τα δικά σας. Ετσι θα βρεθεί κι ο χαμένος θησαυρός», είπε μεταξύ άλλων στο συγκεντρωμένο πλήθος ο άνθρωπος που έχασε τον γιο του σε εμφύλια διαμάχη και οδηγήθηκε σιδηροδέσμιος στη φυλακή.

Τους υπόλοιπους μήνες του έτους επεδίωξε να ανασυντάξει τον στρατό και κυρίως να αναπτερώσει το ηθικό των ανδρών. Οι Αιγύπτιοι σκορπούσαν τον όλεθρο, το Μεσολόγγι βρίσκονταν υπό πολιορκία και οι μόνες επιτυχίες των επαναστατών ήταν στη θάλασσα.

Το 1826 άρχισαν στο εξωτερικό οι πρώτες ουσιαστικές συζητήσεις για το ελληνικό ζήτημα και οι Μεγάλες Δυνάμεις θέλησαν να βάλουν ένα τέλος στην αιματοχυσία. Προσανατολίζονταν τότε στη δημιουργία ενός αυτόνομου κράτους, όμως η αδιαλλαξία του Σουλτάνου οδήγησε στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου και την ανεξαρτησία μας. Ωστόσο εκείνη τη χρονική στιγμή πρωταρχικό μέλημα του Κολοκοτρώνη ήταν να διατηρήσει «ζωντανή» την επανάσταση και με ανταρτοπόλεμο προκαλούσε συνεχείς φθορές στον Ιμπραήμ, ο οποίος από την πλευρά του έκαιγε και σκότωνε ανεξέλεγκτα.

Για τον συγκεκριμένο λόγο του έστειλε μία επιστολή που έστειλε στην ιστορία. «Οχι τα κλαριά να μας κόψεις, όχι τα δένδρα, όχι τα σπίτια που μας έκαψες, μήτε πέτρα απάνω στην πέτρα να μη μείνει, εμείς δεν προσκυνάμε. Μόνο ένας Έλληνας να μείνει, πάντα θα πολεμούμε. Και μην ελπίζεις πως τη γη μας θα την κάνεις δική σου, βγάλ’ το από το νου σου».

Γενικότερα φαίνεται πως αρέσκονταν να τον προκαλεί, αφού μεταγενέστερα αναφέρθηκε σε μία προσωπική αλληλογραφία που είχαν. «O Ιμπραΐμης μου επαράγγειλε μια φορά διατί δεν στέκω να πολεμήσωμεν (σ.σ, εννοώντας στο πεδίο της μάχης και όχι με ανταρτοπόλεμο). Εγώ του αποκρίθηκα, ας πάρη πεντακόσιους, χίλιους, και παίρνω και εγώ άλλους τόσους, και τότε πολεμούμε, ή αν θέλη ας έλθη και να μονομαχήσωμεν οι δύο. Αυτός δεν με αποκρίθηκε εις κανένα. Και αν ήθελε το δεχθή το έκαμνα με όλην την καρδιάν, διότι έλεγα αν χανόμουν, ας πήγαινα, αν τον χαλούσα, εγλύτωνα το έθνος μου».


Αρκετές φορές έστειλε επιστολές στον Ιμπραήμ, όπου του έλεγε πως οι Ελληνες δεν προτίθενται να παραδοθούν.

Ακολούθησε η πτώση του Μεσολογγίου και ο Κολοκοτρώνης προσπαθούσε να κρατήσει ζωντανή τη φλόγα της ελευθερίας. Προς αυτή την κατεύθυνση αποσκοπούσε και το «κυνήγι» που εξαπέλυσε εναντίον όσων δήλωναν υποταγή στους κατακτητές, μέσω του «προσκυνήματος». Ηταν ένα χαρτί που υπέγραφαν οι Ελληνες, μεμονωμένα ή και ως περιοχές, στο οποίο αναγνώριζαν την κυριαρχία Σουλτάνου. Το φαινόμενο πήρε τη μορφή «επιδημίας» μετά την άφιξη των Αιγυπτίων και θέλησε να το ξεριζώσει.

Επιστράτευσε την τρομοκρατία, επέβαλε αυστηρές κυρώσεις σε όσους έφερναν αντίρρηση και δεν δίστασε να εκτελέσει εκείνους που παρακινούσαν τους άλλους να προσκυνήσουν τον κατακτητή. Η διαταγή που εξέδωσε δεν άφηνε το παραμικρό περιθώριο παρερμηνείας. «Εις Ελόγου Σας χωρία της Λιοδώρας, όλα από Ζάτουνα έως Ασπρα Οσπήτια. Ευθύς όπου λάβετε το παρόν μου να ακούσετε την φωνήν του γενναιοτάτου χιλιάρχου Δημητράκη Πλαπούτα, τον οποίον διορίζω με πληρεξουσιότητα να πάρη τα άρματα σας και όλοι μαζύ να ελθήτε το ογληγορώτερον κατά το χρέος σας. Του έδωσα άδεια δια εκείνους από εσάς όπου δεν θελήσουν να θύση και να απολέση με φωτιά και τζεκούρι, οι δε λοιποί είσθε εις την αγάπην μου και κάμνετε το χρέος σας με προυθυμίαν, και ελπίζω ότι θ’ ακολουθήσετε χωρίς δυσκολίας. Ακολουθήσατε λοιπόν καθώς σας γράφω και ακολουθήσατε τον Καπιτάν Δημητράκη να προφθάσετε το ογληγορώτερον».

Ο  Δημήτριος Νενέκος από το χωριό Ζουμπάτα της Αχαΐας ήταν ο κύριος εκφραστής του «κινήματος», παρότι στην αρχή της επανάστασης πολέμησε με θέρμη και βρέθηκε να διοικεί σώμα 2.000 ανδρών. Στην πορεία όμως έγινε υποτελής του Ιμπραήμ, εντάχθηκε στον στρατό του και πίεζε με τη βία τους τοπικούς πληθυσμούς να πράξουν ανάλογα.

Μάλιστα θα μπορούσε να αλλάξει το ρου της ιστορίας, καθώς σε μία πορεία κοντά στα Καλάβρυτα ο Αιγύπτιος στρατηγός χάθηκε μέσα στο δάσος και βρέθηκε μόνος με μόλις έναν συνοδό. Ο Νενέκος που ακολουθούσε ως οπισθοφυλακή τον εντόπισε και ήταν σε θέση να τον σκοτώσει ή να τον πιάσει αιχμάλωτο, αφού ας μην λησμονούμε πως ο γιος του ηγεμόνα Μοχάμεντ Αλι  θα αποτελούσε μεγάλο ενδεχόμενο «διαπραγματευτικό όπλο» στα χέρια των Ελλήνων.

Αντ’ αυτού τον συνόδευσε με ασφάλεια στη βάση του και ο Κολοκοτρώνης αποφάσισε την παραδειγματική του τιμωρία. Το 1828 δολοφονήθηκε και ο θάνατός του ήταν μία πράξη «εκδίκησης» για τα δεινά που προκάλεσε την περίοδο της επανάστασης.


Δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει μεθόδους τρομοκρατίας ώστε να απαλείψει το φαινόμενο της «υποταγής» και η διαταγή του για «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους», έχει μείνει στην ιστορία.

Η οποία απέφερε την πολυπόθητη ελευθερία, χάρις και στη δυναμική παρέμβαση των τριών Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία). Η αδιαλλαξία της Πύλης να συζητήσει το ενδεχόμενο αυτονομίας τις οδήγησε στη λήψη αυστηρών μέτρων, που τελικά οδήγησαν στην ανεξαρτησία του έθνους μας και στην ίδρυση του πρώτου ελληνικού κράτους.

Ο Κολοκοτρώνης από την πρώτη στιγμή συντάχθηκε με τον Ιωάννη Καποδίστρια και τον στήριξε. Μάλιστα στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζίνας ήταν από τους πρώτους που τάχθηκαν υπέρ της εκλογής του και παρασκηνιακά ενέργησε  προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση. Λέγεται μάλιστα πως για αυτό αποδέχθηκε τους Τζορτζ και Κόχραν ως διοικητές του στρατού ξηράς και του στόλου αντίστοιχα, αφού το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να αναλάβει τη διακυβέρνηση ο Επτανήσιος πολιτικός και δεν επιθυμούσε να αντιπαρατεθεί για άλλους λόγους. Ο ίδιος άλλωστε δεν έτρεφε κάποιες φιλοδοξίες.

Εχει διασωθεί και μία συνάντησή του με αξιωματικούς του αγγλικού πολεμικού ναυτικού, που βρίσκονταν τότε στον Αργοσαρωνικό. Οι αντίπαλοί του υποστήριζαν πως επειδή η χώρα μας είχε ζητήσει πριν από μερικά χρόνια την «κηδεμονία» των Βρετανών έναντι των Τούρκων, μία ενδεχόμενη άφιξη του πρώην Υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας ίσως τους δυσαρεστούσε, αφού δεν θα έφερε την έγκρισή τους. Τόνιζαν δε πως και εκείνος είχε υπογράψει το σχετικό έγγραφο, κάτι που ήταν αληθές. Ο «Γέρος» παρέδωσε... μαθήματα ελιγμών.

Επισκέφθηκε τη ναυαρχίδα του στολίσκου τους που ναυλοχούσε στην περιοχή και τους ρώτησε αν είχαν αντίρρηση στο πρόσωπο του Καποδίστρια. Η απάντησή τους ήταν εύλογα ουδέτερη-αδιάφορη, αφού δεν μπορούσαν να πάρουν επίσημα θέση, καθώς θα αναγνώριζαν ουσιαστικά πως η Ελλάδα ήταν ανεξάρτητη με δικαίωμα να επιλέγει τον ανώτερο άρχοντά της, ενώ εκείνο το διάστημα γίνονταν ακόμη διαβουλεύσεις και δεν είχε ξεκαθαρίσει οριστικά ο βαθμός απεμπλοκής μας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία (αυτονομία, φόρου υποτελής, ανεξαρτησία κτλ). Ουσιαστικά δεν είχαν κάτι να πουν αφού δεν ανέμεναν να τους τεθεί σχετικό ζήτημα και οι αγγλόφιλοι αναγκάστηκαν να αποδεχθούν τη λύση του Καποδίστρια, αφού εξέλειπαν οποιεσδήποτε αγγλικές ενστάσεις.   

Μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη συντάχθηκε με την απόφαση να δοθεί το στέμμα στον Οθωνα και τον Ιανουάριο του 1833 ήταν μεταξύ εκείνων που υποδέχθηκαν τον νεαρό μονάρχη στο Ναύπλιο. Η παρουσία του έγκεινται στο γεγονός πως ήθελε να διαλύσει τις φήμες που υπήρχαν γύρω από το όνομά του, αφού οι παλιοί του εχθροί βρήκαν την ευκαιρία να τον διαβάλουν. Πιο συγκεκριμένα ο Κωλέττης, όπως εικάζεται, έστειλε επιστολή στους αντιβασιλείς που θα αναλάμβαναν την εξουσία μέχρι την ενηλικίωση του Οθωνα, μέσω της οποίας τους «πληροφορούσε» πως ο «Γέρος» συγκέντρωνε στρατό για να ξεκινήσει κίνημα, καθώς ήταν μέλος του ρωσόφιλου κόμματος.

Για αυτό και βρέθηκε εκείνη την ημέρα στην πρωτεύουσα και ύστερα αποσύρθηκε στο κτήμα του, μακριά από τα κοινά. ««Οσον ηµπόρεσα έκαµα το χρέος µου. Είδα την πατρίδα µου ελεύθερη, είδα εκείνο όπου ποθούσα και εγώ και ο πατέρας µου και ο πάππος µου και όλη η γενιά µου καθώς και όλοι οι Ελληνες. Και έτσι απεφάσισα να πάω εις ένα περιβόλι, όπου είχα έξω από τ’ Ανάπλι. Επήγα, εκάθησα και απερνούσα τον καιρό µου καλλιεργώντας. Και ευχαριστούµην να βλέπω να προοδεύουν τα µικρά δένδρα που εφύτευα», έγραψε ο ίδιος σχετικά.


Υποστήριξε τον Καποδίστρια και υποδέχθηκε τον Οθωνα στο Ναύπλιο.

Ωστόσο η τριανδρία των Αρμανσμπεργκ, Μάουερ και φον Χάιντεκ είχε ήδη θεωρήσει τον Κολοκοτρώνη άμεσο εχθρό της και συνεπικουρούμενη από τους εδώ αντιπάλους του, θέλησε να τον εξολοθρεύσει. Μαζί με τον γιο του Γενναίο, τον Δημήτρη Πλαπούτα και ακόμη 15 άτομα, θα θεωρηθούν υποκινητές πραξικοπήματος για την ανατροπή της βαυαρικής αντιβασιλείας και του πολιτεύματος και ως πειστήριο εναντίον τους χρησιμοποιήθηκε μία επιστολή στον Τσάρο της Ρωσίας. Η οποία ναι μεν ήταν υπαρκτή και την είχε υπογράψει, αφορούσε όμως ζητήματα της εκκλήσίας! Οι κυβερνώντες βέβαια και το γνώριζαν, αλλά μικρή σημασία είχε αφού ύφαιναν τον ιστό της σκευωρίας τους.

Τα μεσάνυχτα της 6ης Σεπτεμβρίου του 1833 ο στρατηγός συνελήφθη, χωρίς να προβάλει την οποιαδήποτε αντίσταση.  «Μα τι χρειάζεται τόσος στρατός; Αν στέλνατε ένα σκυλί με σημείωμα, θα ερχόμουν μόνος μου», είπε στον υπεύθυνο αξιωματικό που συνοδεία περίπου 40 ανδρών της χωροφυλακής πήγε στο σπίτι του και τον πήρε.

Αργότερα έγραψε για το διάστημα που πέρασε στη φυλακή. «Ήλθαν τη νύχτα εις τες 7 Σεπτεµβρίου, και µε επήρε ο Κλεώπας, µοίραρχος, µε 40 χωροφύλακες και µε επήγε εις το Ιτς Καλέ και µε παράδωσε εις τον φρούραρχο και µ’ έβαλαν 6 µήνες µυστική φυλακή, χωρίς να ιδώ άνθρωπο, εκτός του δεσµοφύλακα. ∆εν ήξευρα τι γίνεται διά έξη µήνες, ούτε ποιος ζει, ούτε ποιος απέθανε, ούτε ποιον έχουν εις την φυλακήν. ∆ιά τρεις ηµέρες δεν ήξευρα πως υπάρχω, µου εφαίνετο όνειρο· ερωτούσα τον εαυτόν µου, αν ήµουν εγώ ο ίδιος ή άλλος κανείς· δεν εκαταλάβαινα διατί µε έχουν κλεισµένο».

Η δίκη ξεκίνησε στις 30 Απριλίου του 1834 και έχει καταγραφεί ο διάλογός του με τον πρόεδρο Αναστάσιο Πολυζωίδη.

-Πώς ονομάζεσαι;
-Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.
-Πόθεν κατάγεσαι;
-Από το Λιµποβίσι της Καρύταινας.
-Πόσων ετών είσαι;
-Εξήντα τεσσάρων. Γεννήθηκα το 1770, τρεις του Απρίλη.
-Τι επάγγελμα κάνεις;
-Στρατιωτικός. Κρατάω 49 χρόνους στο χέρι το σουλντάδο (σ.σ.: ντουφέκι) και πολεμώ για την ελευθερία της πατρίδας.

Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας που κράτησε περίπου ένα μήνα, εξετάστηκαν περισσότεροι από 160 μάρτυρες και η συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν της υπεράσπισης. Ηταν εμφανές πως πρόκειται για δίκη-παρωδία και μόνο τυχαίο δεν ήταν το γεγονός πως η πενταμελής σύνθεση της έδρας άλλαξε κατά τα 2/5, λίγο πριν συνεδριάσει για πρώτη φορά.

Ο «Γέρος» στην απολογία του αρνήθηκε τα πάντα. «Μετά το φόνο του Κυβερνήτη η Πατρίδα ήτανε χωρισμένη στα δύο. Εγώ άμα έμαθα το διορισμό του Βασιλιά, έκαμα τη σημαία του και σύναξα κι όλους τους φίλους μου και κάμαμε μιαν αναφορά στη Βαυαρία φανερώνοντας την αφοσίωσή μας. Όταν ήρθ’ ο Βασιλιάς σκόρπισα τους ανθρώπους μου κι ησύχασα. Εγώ ν’ αντενεργήσω; Μα δε ξέρετε λοιπόν κι εσείς οι ίδιοι κι όλοι οι Έλληνες πόσο πάσκισα στον καιρό του σηκωμού ν’ αποχτήσει το έθνος κεφαλή και να μου λείψουν οι φροντίδες; Άμα ο Θεός μου ‘δωσε Βασιλέα, εγώ είπα σ’ όλους τους φίλους μου:  ‘Τώρα είμ’ ευτυχισμένος. Θα κρεμάσω την κάπα μου στον κρεμανταλά και θα πλαγιάσω στην καλύβα μου ν’ αποθάνω ήσυχος κι ευχαριστημένος’», είπε χαρακτηριστικά.

Παρότι ουδέποτε αποδείχθηκε το οτιδήποτε μεμπτό, οι δικαστές με ψήφους 3-2 τον καταδίκασαν – όπως και μερικούς άλλους – σε θάνατο. Στο άκουσμα της απόφασης ο Κολοκοτρώνης ψέλλισε «Κύριε ελέησον. Μνήσθητί µου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου», ενώ ένας του φώναξε. «Κάνε κάτι στρατηγέ, άδικα θα σε σκοτώσουν». Εκείνος απάντησε αγέρωχα. «Καλύτερα να με σκοτώσουν άδικα, παρά δίκαια. ∆εν λυπάµαι για τον εαυτό µου, αλλά γι’ αυτόν εδώ που έχει επτά κόρες», δείχνοντας τον Πλαπούτα.

Η εναντίωση των Πολυζωίδη και Γεώργιου Τερτσέτη που μειοψήφησαν (λίγο αργότερα απολύθηκαν από το δικαστικό σώμα), σε συνάρτηση με την λαϊκή κατακραυγή, «ανάγκασαν» την αντιβασιλεία να μην εκτελέσει την ποινή, αλλά μέσω «παρέμβασης» του Οθωνα μετατράπηκε σε 20αετή κάθειρξη. «Ευχαριστώ τον βασιλιά, µα θα τον γελάσω. ∆εν θα ζήσω τόσο», είπε όταν του μετέφεραν την απόφαση του νεαρού μονάρχη.

Στη φυλακή έμεινε για μερικούς επιπλέον μήνες, καθώς ο βασιλιάς του χορήγησε χάρη μόλις ενηλικιώθηκε και τον έχρισε σύμβουλο της επικρατείας. Μάλιστα οι σχέσεις των δύο ανδρών αποκαταστάθηκαν σε μεγάλο βαθμό.

Οσοι έχουν βρεθεί στο Ναύπλιο και επισκέφτηκαν το Παλαμίδη, σίγουρα θα περιηγήθηκαν στο μικρό δωμάτιο που βρίσκεται στον προμαχώνα του Αγιου Ανδρέα και αναφέρεται ως «η φυλακή του Κολοκοτρώνη». Ομως ακόμη και σήμερα υπάρχουν ορισμένα «ερωτηματικά» για το αν «Γέρος» εξέτισε εκεί ολόκληρη την ποινή του. Μαρτυρίες της εποχής αναφέρουν πως το κελί του είχε παράθυρο και αυλή και για αυτό οι υποστηρικτές τις συγκεκριμένης θεωρίας λένε πως ήταν έγκλειστος στον προμαχώνα του Μιλτιάδη.

Πάντως όλα συνηγορούν πως οι συνθήκες διαβίωσής του ήταν άθλιες και όταν αποφυλακίστηκε αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, Μεταξύ άλλων και στην όρασή του, απόρροια της έλλειψης φωτισμού. Επίσης δεν επιβεβαιώνεται και ο «μύθος» πως έσπασε το τελευταίο από τα 1.000 σκαλιά του κάστρου.

 

Σε αυτή την «τρύπα» φέρεται πως εξέτισε την ποινή που του επέβαλλε άδικα η αντιβασιλεία του Οθωνα.

Από το 1835 που ήταν και πάλι ελεύθερος, έζησε μία ήρεμη ζωή. Οταν μετακόμισε στην Αθήνα επισκέφθηκε πολλές φορές το γυμνάσιο της πόλης, όπου παρακολουθούσε την παράδοση. Μάλιστα έδειχνε εντυπωσιασμένος από τον τρόπο λειτουργίας του και θέλησε να μιλήσει στους μαθητές. Επειδή όλοι επιθυμούσαν να τον ακούσουν και το νέο διαδόθηκε από στόμα σε στόμα, αποφασίστηκε να δώσει μία διάλεξη στη νεολαία και ως χώρος της ορίστηκε η Πνύκα. Ηταν Νοέμβριος του 1838. Οι αρχές «φοβήθηκαν» πως ενδέχεται να αναφερθεί κατά του στέμματος και προσπάθησαν να την ματαιώσουν, όμως με την παρέμβαση του γυμνασιάρχη Γεωργίου Γενναδίου πραγματοποιήθηκε κανονικά. Τα λόγια του αποτελούν τη «διαθήκη» του και διασώθηκαν.

«Παιδιά μου! Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των.

Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος και προ αυτού και ύστερα απ' αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ' αυτά να κάμωμε συμπερασμούς και διά την μέλλουσανευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα.

Και διά τους παλαιούς Έλληνας, οποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, οποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, δια ταύτα σας λέγουν καθ' ημέραν οι διδάσκαλοι σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των... 

Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι καί τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, δια να αλλάξη ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ' εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν.

Τον ένα έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ (σ.σ. αντιβασιλέα), έναν πατριάρχη, καί του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες [προεστοί] εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξη, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέρνοντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμερα χειρότερα· διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές οπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Καί τοιουτοτρόπως κάθε ήμερα ο λαός ελίγνευε καί επτώχαινε.

Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία, και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν η Εταιρεία.

Οταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε: ‘’Πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβαβατσέλα’’, αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.

Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη.

Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιανάρμάδα. Άλλά δεν εβάσταξε! Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τι να κάμομε; Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Και όταν έλεγες τον Κώστα να δώσει χρήματα διά τας ανάγκας του έθνους ή να υπάγει εις τον πόλεμο, τούτος επρόβαλλε τον Γιάννη. Και μ' αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε ούτε να συνδράμει ούτε να πολεμήσει. Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε ένα αρχηγό και μίαν κεφαλή.

Άλλά ένας έμπαινε πρόεδρος έξι μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο και ο άλλος το άλλο. Ισως όλοι ηθέλαμε το καλό, πλην καθένας κατά την γνώμη του. Όταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ το σπίτι δεν χτίζεται ούτε τελειώνει.

Ο ένας λέγει ότι η πόρτα πρέπει να βλέπει εις το ανατολικό μέρος, ο άλλος εις το αντικρινό και ο άλλος εις τον Βορέα, σαν να ήτον το σπίτι εις τον αραμπά και να γυρίζει, καθώς λέγει ο καθένας. Με τούτο τον τρόπο δεν κτίζεται ποτέ το σπίτι, αλλά πρέπει να είναι ένας αρχιτέκτων, οπού να προστάζει πως θα γενεί.

Παρομοίως και ημείς εχρειαζόμεθα έναν αρχηγό και έναν αρχιτέκτονα, όστις να προστάζει και οι άλλοι να υπακούουν και να ακολουθούν. Αλλ' επειδή είμεθα εις τέτοια κατάσταση, εξ αιτίας της διχόνοιας, μας έπεσε η Τουρκιά επάνω μας και κοντέψαμε να χαθούμε, και εις τους στερνούς επτά χρόνους δεν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα…

Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, διά να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ' ολίγον περάσει.

Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ήμερα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε· και, δια να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του Θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία. Τελειώνω το λόγο μου. Ζήτω ο Βασιλεύς μας Όθων! Ζήτω οι σοφοί διδάσκαλοι! Ζήτω η Ελληνική Νεολαία!».


Η ομιλία του στην Πνύκα αποτελεί τη διαθήκη που άφησε στις επόμενες γενεές.

Σταδιακά διαισθάνονταν πως έρχονταν το τέλος και στα τελευταία χρόνια της ζωής που επισκέφθηκε πολλά μέρη της ελεύθερης Ελλάδας, όπου συναντήθηκε με παλιούς φίλους και εχθρούς. Μέχρι και με τον Κουντουριώτη βρέθηκε και τον συγχώρεσε. Τις πρώτες ώρες της 4ης Φεβρουαρίου του 1843 υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο, ενώ λίγες ώρες πριν ήταν ευδιάθετος στα ανάκτορα όπου και παραβρέθηκε σε εκδήλωση του βασιλιά.

Οι γιατροί προσπάθησαν να τον κρατήσουν στη ζωή, όμως το πρωί εκείνης της ημέρας κατέληξε και ολόκληρο το έθνος βυθίστηκε στο πένθος. Θάφτηκε με τις πρέπουσες τιμές, ενώ στο άψυχο κορμί του φόρεσαν τη στολή που έμεινε γνωστός και την είχε από τη θητεία του στο αγγλικό πεζικό, όπου υπηρέτησε στο διάστημα που βρίσκονταν στα Επτάνησα. Κάτω από τα τσαρούχια του τοποθέτησαν την τουρκική σημαία και ο θρυλικός Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Στρατάρχης πια της Ελλάδας, πέρασε για πάντα στη λήθη της ιστορίας.

Η ταφή του έγινε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, ενώ πριν από μερικές δεκαετίες τα οστά του μεταφέρθηκαν στην Τρίπολη και τοποθετήθηκαν στη βάση του αγάλματός του που κοσμεί την κεντρική πλατεία της πόλης.

Οπως σχολίασε ο δικαστής Τερτσέτης που έγραψε τα απομνημονεύματά του, τον έλεγαν «Γέρο» «όχι γιατί ήταν πραγματικά γερασμένος, αλλά γιατί το μυαλό του, από τα μικρά του χρόνια ήταν έξυπνο και πολύπειρο. Γνώριζε να εφευρίσκει, να πονηρεύεται και να δίνει λύσεις στα πρακτικά ζητήματα, που η ζωή καθημερινά παρουσίαζε, όπου οι άλλοι αποτύχαιναν η τα έχαναν».

Ηταν ο άνθρωπος που είπε πως «ονειρεύτηκα τον Θεό να υπογράφει την ελευθερία της Ελλάδος και ο Θεός δεν παίρνει την υπογραφή του πίσω» και έκανε ότι ήταν δυνατόν ώστε να επιβεβαιωθεί η προφητεία του.

 

Επόμενα Άρθρα

7 συντάκτες του G-Weekend γράφουν για τα αδέσποτα που τους άλλαξαν την ζωή! (pics)

7 συντάκτες του G-Weekend γράφουν για τα αδέσποτα που τους άλλαξαν την ζωή! (pics)

Το G-Weekend τιμάει την Παγκόσμια Ημέρα Αδέσποτων Ζώων και επτά συντάκτες του γράφουν για την ημέρα που άλλαξε η ζωή τους από τέσσερις πατούσες και πολλές τρίχες.

ΠΑΟΚ: Οι top-4 παίκτες της ιστορίας του, σωστό ή λάθος; (poll)

ΠΑΟΚ: Οι top-4 παίκτες της ιστορίας του, σωστό ή λάθος; (poll)

Πρόσφατα ο ΠΑΟΚ επέλεξε τα τέσσερα ποδοσφαιρικά είδωλα της ιστορίας του και το G-Weekend γράφει για τους Κούδα, Σαράφη, Ιωσηφίδη και Βιεϊρίνια, δίνοντας σου τη δυνατότητα να βάλεις τους παίκτες...