Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 61 (pics & vids)

Σινέ Νοσταλγία Σινέ Νοσταλγία
Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 61 (pics & vids)
Το Σινέ «Νοσταλγία» ήρθε στο Gazzetta Plus με σκοπό να σας ξεναγεί κάθε εβδομάδα στις πιο αγαπημένες στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου! To ταξίδι στις πιο αγαπημένες ελληνικές ταινίες, που έχουν «ντύσει» όλες μας τις αναμνήσεις συνεχίζεται..

ME THN EΥΓΕΝΙΚΗ ΧΟΡΗΓΙΑ ΤΗΣ Bergmann Kord

Ο πιο σπουδαίος ρόλος του Νικήτα Πλατή και η πιο περιεκτική ηθογραφία του ελληνικού κινηματογράφου

Μία από τις πλέον «δυνατές» ηθογραφίες της ελληνικής κοινωνίας του 1960 αποτελεί η ταινία με τίτλο «Τέντυ μπόι αγάπη μου», η οποία γυρίστηκε το 1965, σε συμπαραγωγή της Finos Film και της Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης, με πρωταγωνιστές την Ζωή Λάσκαρη, τον Κώστα Βουτσά και τον Νικήτα Πλατή. Η ταινία γυρίστηκε στη Θεσσαλονίκη, από τις ελάχιστες φορές που οι παραγωγοί της εποχής εκείνης «εγκατέλειπαν» την Αθήνα ως μέρος γυρισμάτων. Η εμμονή τους να χρησιμοποιούν ως πόλη γυρισμάτων την πρωτεύουσα είναι ένα ζήτημα που σηκώνει πολύ συζήτηση, δεδομένου ότι τις δεκαετίες του 50’, του 60’ και του 70’ τόσο η Θεσσαλονίκη, όσο και άλλες μεγάλες πόλεις της Ελλάδας θα μπορούσαν κάλιστα να προσφέρουν ιδανικότερες συνθήκες γυρισμάτων, καλύτερα τοπία και εικόνες. Η ταινία αυτή ωστόσο έχει μείνει στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου ως μια από τις ελάχιστες που έθιγαν πολλά κοινωνικά ζητήματα ταυτόχρονα και όχι μόνο ένα.

Στο μικροσκόπιο του σεναρίου της τέθηκαν η μόδα της αντιπαροχής, οι διαμάχες των οικογενειών για κληρονομικά ζητήματα, το στερεότυπο του αδελφού που πρέπει να φροντίζει την αδελφή του μέχρι τα γεράματά της, η υποχρέωση των γονιών να φροντίζουν διαρκώς τα παιδιά τους και να τα στηρίζουν οικονομικά ακόμα και όταν αυτά παντρευτούν, χωρίς οι ίδιοι να έχουν το δικαίωμα να προχωρήσουν στην ζωή τους αν έχουν ατυχήσει – π.χ. να ξαναπαντρευτούν, καθώς και η αντίληψη ότι οι γάμοι μεταξύ ανθρώπων μιας κάποιας «προχωρημένης» ηλικίας δεν είναι ηθικοί. Η ταινία αγγίζει όλα αυτά τα ζητήματα με μια έντονα χιουμοριστική διάθεση, χωρίς να επιδιώκει να βαρύνει την ατμόσφαιρα, κάτι που μοιραία συμβαίνει κάποια στιγμή, δίχως όμως να ενοχλεί τον θεατή, αφού έχουν προηγηθεί πολλές εύθυμες σκηνές, στις οποίες καταθέτουν το μοναδικό ταλέντο τους ο Κώστας Βουτσάς (σε μεγάλες φόρμες!), η Ζωή Λάσκαρη (η ήρεμη – και δροσερή – δύναμη), αλλά και ο Νικήτας Πλατής, ίσως στον καλύτερο ρόλο της καριέρας του, αυτού του πατέρα που θυσιάζεται διαρκώς για τα παιδιά του, αλλά κάποια στιγμή «επαναστατεί», θέλοντας να ζήσει κι αυτός καλύτερα, απολαμβάνοντας κάποια υλικά αγαθά που παλαιότερα θεωρούσε πολυτέλεια.

Παρακολουθώντας κανείς την ερμηνεία του Πλατή στην ταινία, δεν μπορεί να μην απορήσει γιατί ο σπουδαίος αυτός ηθοποιός δεν έτυχε καμία άλλα φορά να πάρει πρωταγωνιστικό ρόλο σε κάποια από τις δεκάδες ταινίες που συμμετείχε. Γιατί διέθετε και τη δυναμική και την ικανότητα και το εκτόπισμα να «σηκώσει» στις πλάτες του μια ταινία. Μοιραία λοιπόν ο Νικήτας Πλατής μπήκε με τη σειρά του στη μεγάλη λίστα των ηθοποιών που ήταν χαρισματικοί, ωστόσο οι συνθήκες δεν τους έδωσαν την ευκαιρία να αναδειχθούν περαιτέρω, μένοντας πάντα «οι καλύτεροι πρωταγωνιστικοί δεύτεροι ρόλοι».

Το καστ των 8 ηθοποιών, οι «απελευθερωμένες» ερμηνείες και ο Παπαμιχαήλ ανάμεσα σε δύο γυναίκες

Πρόκειται για μια από τις πλέον καλογυρισμένες ταινίες του ασπρόμαυρου κινηματογράφου, με πρωταγωνιστές τρεις κορυφαίους ηθοποιούς, τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, την Ξένια Καλογεροπούλου και την Τζένη Ρουσσέα, οι οποίοι απαλλαγμένοι από τις ύψιστες προσδοκίες που γεννά η συμμετοχή σε μια ακριβού κόστους παραγωγή, καταθέτουν χωρίς άγχος, τον καλύτερό τους εαυτό. Ο λόγος για την ταινία με τίτλο «Ανάμεσα σε δύο γυναίκες», η οποία γυρίστηκε το 1967, από την Καραγιάννης-Καρατζόπουλος, σε σκηνοθεσία Κώστα Καραγιάννη και σενάριο Μαρίας Πλυτά. Δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι πρόκειται για ταινία με ευρηματικό σενάριο, έστω κι αν θίγει ένα σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα της εποχής, αυτό της οικογένειας που ζει με τον πατέρα ή τον σύζυγο να είναι ναυτικός, να ταξιδεύει για πολλούς μήνες και να μην βρίσκεται δίπλα στους δικούς του ανθρώπους για πολύ καιρό.

Άλλωστε, εκείνη την εποχή τα ταξίδια των ναυτικών δεν διαρκούσαν 5 και 6 μήνες, όπως σήμερα, αλλά μπορούσαν να φθάσουν σε διάρκεια και τα 3 ή και 4 χρόνια. Εύκολα καταλαβαίνει λοιπόν κανείς τα ποικίλα προβλήματα που δημιουργούσε μια τέτοια πραγματικότητα, τόσο στη σύζυγο, όσο και στα παιδιά. Ίσως σήμερα αυτό το ζήτημα να φαντάζει ήσσονος σημασίας, ίσως-ίσως και...αστείο, ωστόσο ήταν μια μάστιγα για την ελληνική κοινωνία τα δύσκολα χρόνια μετά την απελευθέρωση, μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1970. Από εκεί και έπειτα, η εξέλιξη της τεχνολογίας σε κάθε επίπεδο (ναυτιλιακές υποδομές, τηλεπικοινωνίες κ.α.) άλλαξαν τα πράγματα προς το καλύτερο. Η υπόθεση της ταινίας ήταν η εξής: Μια νέα κοπέλα, η Μαρία (Ξένια Καλογεροπούλου), προσλαμβάνεται στο σπίτι της κυρίας Έλσας (Τζένη Ρουσσέα), για να προσέχει την πεθερά της (Παμφίλη Σαντοριναίου). Δεν αργεί όμως να αντιληφθεί ότι η κυρία της το έχει ρίξει στα ξενύχτια και τις χαρτοπαιξίες. Καταλαβαίνει επίσης, από τις αφηγήσεις της πεθεράς της κυρίας Έλσας και μητέρας του Δημήτρη, που είναι πλοίαρχος, ότι ο τελευταίος ταξιδεύει με τον αδελφό της Μαρίας, τον Μάνο (Νίκος Παπαναστασίου). Τα δύο αδέλφια, η Μαρία και ο Μάνος εργάζονται για έναν ιερό σκοπό, να συγκεντρώσουν χρήματα και να βγάλουν από τη φυλακή τον πατέρα τους, ο οποίος μπήκε για χρέη. Όταν όμως ο Δημήτρης επιστρέφει με σκοπό να μείνει για πάντα στη στεριά, διαπιστώνει ότι η Έλσα έχει κατασπαταλήσει στα χαρτιά όλες τους τις οικονομίες. Πικραμένος σκέφτεται να τη χωρίσει αλλά η Μαρία, ξέροντας ότι η Έλσα τον αγαπά, αποτρέπει μια τέτοια εξέλιξη. Η ίδια η Μαρία αποφασίζει να ζήσει με τον δικηγόρο της, τον κύριο Παντελή (Σταύρος Ξενίδης), ο οποίος από καιρό είναι ερωτευμένος μαζί της.

Η ώριμη ερμηνεία του Παπαναστασίου

Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει για την συμμετοχή του Νίκου Παπαναστασίου, ενός νέου εκείνη την εποχή ηθοποιού, ο οποίος δίνει μια από τις πλέον ώριμες ερμηνείες του, έστω κι αν αυτή ήρθε στο ξεκίνημα της καριέρας του. Συνήθως γίνεται το αντίθερο, οι ώριμες ερμηνείες έρχονται με τα χρόνια ενός ηθοποιού. Ο Νίκος Παπαναστασίου ωστόσο έδειξε από την ταινία αυτή ότι είναι ένας ηθοποιός με μεγάλες δυνατότητες. Άλλωστε, στα χρόνια που ακολούθησαν το απέδειξε αρκετές φορές ακόμα, συμμετέχοντας σε σημαντικές ταινίες, τόσο δραματικές, όσο και κωμωδίες. Ακριβώς αυτές οι ερμηνείες του ωστόσο μας δίνουν την εικόνα ενός ηθοποιού που μάλλον αδίκησε τον εαυτό του, αφού μπορούσε να κάνει πολύ μεγάλη καριέρα, αλλά οι επιλογές του στα χρόνια που ακολούθησαν δεν ήταν και οι καλύτερες. Είναι πολύ άδικο για τον σπουδαίο αυτόν ηθοποιό να έχει μείνει στο μυαλό των Ελλήνων, ως «ο Λαλάκης ο εισαγόμενος», μέσα από την γνωστή διαφήμιση των 80s, «Ο επιμένων ελληΝΙΚΑ».

Από την άλλη, το πλέον παράδοξο για την συμμετοχή του Παπαναστασίου στην ταινία «Ανάμεσα σε δύο γυναίκες» είναι το γεγονός ότι στους τίτλους της αρχής, το όνομά του εμφανίζεται λανθασμένα, ως Νίκος Παπακωνσταντίνου, λάθος που ποτέ δεν διορθώθηκε. Η ταινία προβλήθηκε τη σεζόν 1967-1968, έκοψε 297.913 εισιτήρια και ήρθε στην 25η θέση ανάμεσα σε 99 ταινίες που προβλήθηκαν την σεζόν εκείνη. Μια επίδοση εξαιρετικά καλή, δεδομένου και του χαμηλού προϋπολογισμού της. Σίγουρα δεν ανήκει στις λεγόμενες «εμπορικές ταινίες» - άλλωστε έχει να προβληθεί απο τα κανάλια πάνω από 25 χρόνια -, ωστόσο είναι μια αξιόλογη ταινία, με δυνατές ερμηνείες. Στα θετικά της ταινίας είναι και η μουσική της, την οποία επιμελήθηκε ο Γιώργος Κατσαρός. Άλλοι ηθοποιοί που συμμετείχαν ήταν ο Πέτρος Λοχαϊτης και η Λίζα Κουντουρή, οι οποίοι συμπληρώνουν το καστ των – μόλις – 8 ηθοποιών της. Ένα καστ όμως, η ποιότητα του οποίου δημιουργεί την αίσθηση ότι είναι πολύ μεγαλύτερο. Κι αυτό θα πρέπει να πιστωθεί και στον Κώστα Καραγιάννη, ο οποίος δίνει τον καλύτερό του εαυτό ως σκηνοθέτης.

Περιμένουμε σχόλια, απόψεις και παρατηρήσεις στο mail μας.

Σινέ Νοσταλγία
Σινέ Νοσταλγία