Τριαντάρηδες: Η γενιά που δουλεύει περισσότερο και ζει χειρότερα
Δούλεψαν πολύ, σπούδασαν περισσότερο, προσαρμόστηκαν σε περισσότερες αλλαγές. Κι όμως, στα 30 και κάτι τους, πολλοί αισθάνονται ότι βρίσκονται πιο πίσω απ' όσο περίμεναν. Οι σημερινοί τριαντάρηδες δεν είναι μια «χαμένη γενιά», αλλά μια γενιά εξαντλημένη - και αυτό αποτυπώνεται όλο και πιο έντονα στον τρόπο που βλέπουν το μέλλον.
Μεγάλωσαν με την υπόσχεση ότι η προσπάθεια θα ανταμειφθεί. Αντί γι' αυτό, βρέθηκαν να μπαίνουν στην αγορά εργασίας μέσα σε αλλεπάλληλες κρίσεις: οικονομική κατάρρευση, πανδημία, ενεργειακή αστάθεια, ακρίβεια. Οι μισθοί παρέμειναν (και παραμένουν) στάσιμοι, ενώ το κόστος ζωής εκτοξεύτηκε. Η δουλειά δεν λείπει, αλλά σπάνια προσφέρει ασφάλεια, προοπτική ή χρόνο.
Η «κανονικότητα» της γενιάς αυτής είναι οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, τα πολλαπλά ωράρια, η διαρκής διαθεσιμότητα. Στην προσωπική τους ζωή λαμβάνουν e-mail ακόμη και τα βράδια, απαντούν σε μηνύματα Σαββατοκύριακα, μετατρέπουν το σπίτι σε γραφείο. Κι όμως, η αίσθηση προόδου απουσιάζει. Η απόκτηση κατοικίας μοιάζει άπιαστο όνειρο, η δημιουργία οικογένειας αναβάλλεται επ’ αόριστον, ενώ η αποταμίευση συχνά περιορίζεται σε θεωρητικό στόχο.
Σε αντίθεση με τους γονείς τους, οι σημερινοί 30άρηδες δεν μετρούν την επιτυχία με σταθερούς όρους. Δεν περιμένουν πια «μια δουλειά για μια ζωή». Περιμένουν, όμως, κάτι στοιχειώδες: αξιοπρέπεια. Και αυτό είναι που λείπει περισσότερο. Η εργασία δεν εξασφαλίζει πια κοινωνική άνοδο, αλλά απλώς επιβίωση.
Το πιο έντονο από τα πολλαπλά αποτελέσματα είναι η απογοήτευση. Όχι απαραίτητα θυμός, ούτε αδιαφορία. Περισσότερο μια συγκρατημένη παραίτηση. Το «αύριο» δεν σχεδιάζεται, αλλά απαιτεί σωστή διαχείριση. Οι μακροπρόθεσμοι στόχοι αντικαθίστανται από βραχυπρόθεσμες αντοχές.
Κι όμως, αυτή η γενιά δεν έχει σταματήσει να προσπαθεί. Συνεχίζει να εργάζεται, να εκπαιδεύεται, να μετακινείται, να προσαρμόζεται. Το ερώτημα δεν είναι αν αντέχει. Είναι αν το σύστημα στο οποίο ζει και εργάζεται μπορεί να της προσφέρει ξανά έναν λόγο να πιστέψει ότι η προσπάθεια αξίζει. Γιατί χωρίς πίστη στο αύριο, ακόμη και η σκληρότερη εργασία χάνει το νόημά της.
