Οι Έλληνες ζουν περισσότερο αλλά όχι καλύτερα: Τι δείχνει η Έκθεση του ΟΟΣΑ
Σύμφωνα με την έκθεση «Health at a Glance 2025» του ΟΟΣΑ, το προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα είναι 81,8 έτη – περίπου 0,7 χρόνια υψηλότερο από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ, αλλά παραμένει χαμηλότερο σε σύγκριση με χώρες όπως η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και η Ελβετία, όπου ξεπερνά τα 84 χρόνια. Η ανοδική πορεία της τελευταίας δεκαετίας διακόπηκε προσωρινά από την πανδημία COVID-19: το 2020-2021 η Ελλάδα έχασε τόσα χρόνια ζωής όσα είχε κερδίσει την προηγούμενη δεκαετία, προτού η τάση επανέλθει ανοδική.
Παρά τη θετική αυτή εικόνα, υπάρχουν σοβαροί κίνδυνοι για την υγεία: το ποσοστό καπνίσματος είναι από τα υψηλότερα στον ΟΟΣΑ (περίπου 25% των ενηλίκων καπνίζει καθημερινά έναντι 15% στον ΟΟΣΑ), ενώ και η σωματική αδράνεια παραμένει αυξημένη (40% δεν ασκούνται, έναντι 30%). Αντίθετα, η κατά κεφαλήν κατανάλωση αλκοόλ είναι σχετικά χαμηλή (περίπου 6,6 λίτρα ετησίως έναντι 8,5), και το ποσοστό παχυσαρκίας (12%) κάτω από τον μέσο όρο (19%). Η υψηλή μακροζωία συνεπάγεται επίσης ταχύτερη γήρανση του πληθυσμού, γεγονός που δημιουργεί νέες πιέσεις στο σύστημα υγείας (π.χ. αυξημένες ανάγκες φροντίδας ηλικιωμένων).
Κάτω από τον μέσο όρο οι δαπάνες υγείας
Παρά την καλή επίδοση στο δείκτη μακροζωίας, οι δαπάνες υγείας στην Ελλάδα παραμένουν χαμηλές συγκριτικά με άλλες χώρες. Η κατά κεφαλήν δαπάνη υγείας είναι περίπου 3.607 δολάρια (PPP), αρκετά κάτω από τον μέσο όρο των 5.967 δολ.. Αυτό ισοδυναμεί με μόλις 8,1% του ΑΕΠ, έναντι 9,3% κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ. Η περιορισμένη χρηματοδότηση σημαίνει ότι το σύστημα υγείας λειτουργεί υπό στενούς πόρους, γεγονός που μπορεί να επηρεάζει την ποιότητα και τη διαθεσιμότητα των υπηρεσιών.
Πολλοί γιατροί, λίγοι νοσηλευτές
Η Ελλάδα διαθέτει από τις υψηλότερες αναλογίες ιατρών στον ΟΟΣΑ, με περίπου 6,6 γιατρούς ανά 1.000 κατοίκους (μέσος όρος ΟΟΣΑ: 3,9). Αντίθετα, αντιστοιχούν μόλις 3,8 νοσηλευτές ανά 1.000 κατοίκους, έναντι 9,2 κατά μέσο όρο –ένα σημαντικό έλλειμμα που επηρεάζει τη φροντίδα και την ποιότητα των υπηρεσιών υγείας. Ο συνδυασμός έλλειψης νοσηλευτικού προσωπικού και γηράσκοντος πληθυσμού ασκεί πίεση στα νοσοκομεία και στις δομές φροντίδας.
Πρόσβαση στις υπηρεσίες και ποιότητα περίθαλψης
Η κάλυψη υγείας είναι καθολική στην Ελλάδα, με το 100% του πληθυσμού να διαθέτει ασφάλιση υγείας (μέσος ΟΟΣΑ ~98%). Ωστόσο, η καθολική κάλυψη δεν συνεπάγεται αντίστοιχη ικανοποίηση: μόλις 27% των πολιτών δηλώνουν ικανοποιημένοι με τη διαθεσιμότητα ποιοτικής περίθαλψης (ΟΟΣΑ: 64%). Επιπλέον, μόνο 61% της συνολικής δαπάνης υγείας καλύπτεται από δημόσια ασφάλιση (έναντι 75% στον ΟΟΣΑ), αφήνοντας μεγάλο βάρος στις ιδιωτικές πληρωμές. Αυτό εξηγεί γιατί περίπου 12% του πληθυσμού ανέφερε ανικανοποίητες ανάγκες ιατρικής φροντίδας, έναντι μόλις 3,4% κατά μέσο όρο διεθνώς.
Οι δείκτες ποιότητας περίθαλψης δίνουν ανάμικτη εικόνα. Στον τομέα της πρόληψης, η χώρα υπερτερεί στους παιδικούς εμβολιασμούς: περίπου 95% των παιδιών λαμβάνουν το βασικό εμβόλιο DTP (λίγο πάνω από τον μέσο όρο). Αντίθετα, η συμμετοχή σε προληπτικές εξετάσεις υστερεί σημαντικά – μόνο 15% των γυναικών 50–69 ετών κάνουν μαστογραφία (ΟΟΣΑ: 55%). Επίσης, η χρήση αντιβιοτικών είναι από τις υψηλότερες στον ΟΟΣΑ, με περίπου 27 ημερήσιες δόσεις ανά 1.000 κατοίκους (μέσος όρος 16). Η υπερβολική αυτή χρήση αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης ανθεκτικών μικροβίων και αποτελεί διαχρονική πρόκληση για το σύστημα υγείας.
Συμπερασματικά, παρότι οι Έλληνες ζουν περισσότερο από τον μέσο όρο, η έκθεση του ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι οι αδυναμίες του συστήματος υγείας – όπως η χαμηλή χρηματοδότηση, η έλλειψη νοσηλευτών και τα κενά στην πρόσβαση και την πρόληψη – πρέπει να αντιμετωπιστούν με στοχευμένες μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις, ώστε να διασφαλιστεί η περαιτέρω πρόοδος στην υγεία του πληθυσμού.