Πέθανε ένας από τους διαβόητους δολοφόνους των ΗΠΑ: Η ιστορία του δεσμοφύλακα που σκότωσε 13 άτομα μεταξύ των οποίων και τα παιδια του
Ένας από τους πιο διαβόητους μαζικούς δολοφόνους στην ιστορία των ΗΠΑ πέθανε στη φυλακή από φυσικά αίτια μετά τη διαγραφή της θανατικής ποινής.
Ο 83χρονος Τζορτζ Μπανκς πέθανε το απόγευμα της Κυριακής (2/11) στην πολιτειακή φυλακή του Φοίνιξ στην Πενσιλβάνια, όπως ανακοίνωσε το πολιτειακό υπουργείο Σωφρονιστικών Υπηρεσιών. Ο Μπανκς πέθανε από επιπλοκές του νεφρού του, δήλωσε ο ιατροδικαστής της κομητείας Μοντγκόμερι, Τζανίν Ντάρμπι.
Ο πρώην δεσμοφύλακας και βετεράνος του στρατού βρισκόταν στη φυλακή από το 1982. Εκείνη την χρονιά που σκότωσε 13 ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων πέντε δικών του παιδιών με τουφέκι AR-15.
Το μακελειό που προκάλεσε ο Μπανκς
Ο Μπανκς πυροβόλησε θανάσιμα τρεις γυναίκες και πέντε παιδιά, τέσσερα εκ των οποίων ήταν δικά του, κατά τη διάρκεια ενός μακελειού στο σπίτι του στο Γουίλκς-Μπαρ της Πενσυλβάνια, τις πρώτες πρωινές ώρες της 25ης Σεπτεμβρίου 1982. Αργότερα ομολόγησε ότι πραγματοποίησε τις δολοφονίες για να σώσει τα παιδιά του μικτής φυλής τον «πόνο» του να μεγαλώσουν στον ρατσιστικό κόσμο.
Καθώς όμως έφευγε από το σημείο, είδε τέσσερις εφήβους να πηγαίνουν προς το αυτοκίνητό τους, έξω από το σπίτι ενός φίλου. Πυροβόλησε εναντίον δύο εξ αυτών, σκοτώνοντας τον έναν και τραυματίζοντας σοβαρά τον άλλον. Στη συνέχεια έκλεψε ένα αυτοκίνητο και πήγε στο πάρκο τροχόσπιτων Heather Highlands, όπου πυροβόλησε και σκότωσε τον 5χρονο γιο του, τη μητέρα του παιδιού, τον 7χρονο ανιψιό της και τη μητέρα της.
Μετά το μακελειό, πήγε στο σπίτι της μητέρας του και της ομολόγησε ότι είχε σκοτώσει την οικογένειά του, σύμφωνα με τα δικαστικά έγγραφα. Παρέμεινε κρυμμένος στο σπίτι ενός φίλου μέχρι που ο τότε Εισαγγελέας της κομητείας Λουζέρν, Ρόμπερτ Γκιλέσπι, έπεισε τους τοπικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς να μεταδώσουν ψευδείς αναφορές πως τα θύματα είχαν επιζήσει, ένα τέχνασμα για να τον πείσει ότι τα εγκλήματά του δεν ήταν τόσο σοβαρά όσο νόμιζε, σύμφωνα με την εφημερίδα Citizens’ Voice.
Τελικά παραδόθηκε στις αρχές. Αργότερα διαπιστώθηκε ότι είχε καταναλώσει αλκοόλ και συνταγογραφούμενα φάρμακα σε ένα πάρτι εκείνη τη νύχτα, πριν ξεκινήσει το φονικό με το τουφέκι AR-15 στο σπίτι του. Το περιστατικό αυτό θεωρήθηκε τότε ως μία από τις χειρότερες μαζικές δολοφονίες στην ιστορία των ΗΠΑ.
Σκότωσε τα ίδια του τα παιδιά
Πέντε από τα θύματα ήταν τα παιδιά του ίδιου του Μπανκς, ηλικίας 1-6 ετών και άλλα τέσσερα ήταν οι μητέρες των παιδιών του. Ένα άλλο θύμα ήταν ένα 11χρονο παιδί που επισκεπτόταν συχνά την οικογένεια.
Στη δίκη που ακολούθησε, οι δικηγόροι του Μπανκς υποστήριξαν ότι ήταν ψυχικά άρρωστος και στοιχειωμένος από παραληρηματικές ιδέες για φυλετικούς πολέμους και ρατσιστικές επιθέσεις εις βάρος των παιδιών του, σύμφωνα με τους New York Times.
Ο Μπανκς, του οποίου ο πατέρας ήταν μαύρος και του οποίου η μητέρα ήταν λευκή, κατέθεσε στη δίκη ότι ο πυροβολισμός ήταν «το αποκορύφωμα 40 χρόνων ρατσιστικού μίσους». Ωστόσο, ήρθε σε σύγκρουση με τον δικηγόρο του σε θέματα στρατηγικής, υποστηρίζοντας ότι οι εισαγγελείς, ο δικαστής και ο δήμαρχος του Γουίλκς-Μπαρ συνωμοτούσαν εναντίον του.
Έδειξε μάλιστα στους ενόρκους αιματηρές φωτογραφίες των θυμάτων, παρά το γεγονός ότι ο δικηγόρος του είχε καταφέρει να αποκλειστούν από το δικαστήριο ως αποτρόπαιες και προκατειλημμένες. Οι ένορκοι άκουσαν επίσης δύο ετεροθαλή αδερφούς, ηλικίας 10 ετών, να περιγράφουν πώς κρύφτηκαν όταν ο Μπανκς μπήκε στο τροχόσπιτό τους εκείνο το πρωί. Είπαν πως είδαν τον Μπανκς να σκοτώνει τη μητέρα τους, την αδερφή τους, τον 5χρονο ετεροθαλή αδελφό τους και τον 7χρονο ανιψιό της μητέρας τους.
Ένοχος για 12 ανθρωποκτονίες
Τελικά, ο Μπανκς κρίθηκε ένοχος για 12 ανθρωποκτονίες πρώτου βαθμού και μία τρίτου βαθμού και καταδικάστηκε σε θάνατο. Αυτή δεν ήταν η πρώτη του ποινική καταδίκη.
Μετά την αποστράτευσή του, το 1961 πυροβόλησε έναν άοπλο ιδιοκτήτη μπαρ κατά τη διάρκεια ληστείας. Καταδικάστηκε σε κάθειρξη 6 έως 15 ετών και εξέτισε επιπλέον ποινή μετά από σύντομη απόδραση το 1964, αλλά αποφυλακίστηκε υπό όρους το 1969.
Την ίδια χρονιά, ο τότε κυβερνήτης της Πενσυλβάνια, Μίλτον Σαπ (Δημοκρατικός), του μετέτρεψε την ποινή. Έπειτα εργάστηκε ως σωφρονιστικός υπάλληλος κοντά στο Χάρισμπουργκ, μέχρι που τέθηκε σε διαθεσιμότητα λίγο πριν από τους φόνους και του συνέστησαν να επισκεφθεί ψυχίατρο. Μετά την καταδίκη του, ο Μπανκς απείλησε να αυτοκτονήσει, έκανε απεργίες πείνας και αρνήθηκε ιατρική και ψυχιατρική περίθαλψη, σύμφωνα με το Death Penalty Information Center.
Το 2001, η θανατική του ποινή ανετράπη στο Εφετείο, αλλά επανεπιβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ το 2004. Αργότερα εκείνο το έτος, το Ανώτατο Δικαστήριο της Πενσυλβάνια ανέβαλε την εκτέλεσή του και διέταξε εξέταση ψυχικής επάρκειας. Το 2006, δικαστής έκρινε ότι ο Μπανκς δεν ήταν ικανός να εκτελεστεί.
Η πολυετής διαδικασία προσφυγών έληξε το 2011, όταν το Ανώτατο Δικαστήριο της Πενσυλβάνια, επικαλούμενο αποδείξεις από τις ψυχιατρικές του αξιολογήσεις, αποφάσισε ομόφωνα ότι δεν θα εκτελεστεί, αφήνοντάς τον να εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης.