The Brutalist: Λύκος ανάμεσα σε λύκους (vid)
Η ζωή δεν βιώνεται αν δεν την ονειρευτείς πρώτα! Και αυτό είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τον πάντα ανυποψίαστο, αφελή, ευαίσθητο, άνθρωπο. Το όνειρο σε απελευθερώνει, αλλά δεν σε προστατεύει. Απλώνεις το χέρι και ακουμπάς τον ήλιο. Βουτάς στην άβυσσο και στο ατέλειωτο σκοτάδι. Ρίχνεις γροθιά στο μαχαίρι. Βάζεις στο στήθος σου μπροστά και δέχεσαι τα πυρά. Και όσο το κιαροσκούρο εγκλωβίζει τη ροδοκόκκινη ακτινοβολία του ασταμάτητου συνεχούς, τόσο αφήνεσαι στα συννεφένια στρώματα, στα παραισθητικά αρώματα και στην υγρή ομορφιά που γεμίζει μάτια, στόματα, ουρανούς και εδάφη. Τα μάτια, όμως, δεν μπορούν να μείνουν για πάντα κλειστά. Ό,τι κινείται, ζει, πίσω απ’ αυτά πρέπει να έρθει στο δοκιμασμένο φως του τώρα και του μετά. Και το ξύπνημα είναι πάντα απότομο. Ένα βίαιο ηχητικό σήμα δίνει τον ρυθμό και όλα τραντάζονται, σκορπίζονται και στον ωκεανό της πραγματικής ζωής, το όνειρο γίνεται ευλογία και κατάρα. Εσύ, ο άνθρωπος, θες την πρώτη, αλλά θα περάσεις μέσα από την κόλαση της δεύτερης. Κι αν τα καταφέρεις, εντάξει. Αν δεν τα καταφέρεις, η ζωή θα συνεχίσει να κυλά και το όνειρο να πετά. Κι αφού ονειρεύτηκες τη ζωή, δέξου το θηριώδες τομάρι σου και πάλεψε με ό,τι έχεις. Γιατί, ξέρεις κάτι; Λύκος ανάμεσα σε λύκους είσαι και για την επιβίωση παλεύεις. Η κόρνα του πλοίου ηχεί δυνατά και το «The Brutalist» ξεκινά.
Η κτηνώδης δύναμη απέναντι στο όραμα
Η ταινία του Μπρέιντι Κορμπέ ανήκει στην κατηγορία αυτών που «παλεύουν» με το έπος, αστικό, υπαρξιακό αντιηρωϊκό. Η κάμερα και το σενάριο του ρίχνουν φως σε αυτά που καλά κρύβονται και πολύ καλά ξέρουν να επιτίθενται και να διαλύουν ζωές και όνειρα. Να το πάλι, το «όνειρο». Δεν θα του προσφέρουμε το συνοδευτικό «αμερικάνικο», αλλά το «καπιταλιστικό». Και να γιατί: ο πρωταγωνιστής, Ούγγρος μετανάστης, αφού βγει ζωντανός από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των ναζί, φτάνει στις ΗΠΑ λίγο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Δύο είναι οι έγνοιες του. Να βρει δουλειά και να ενωθεί με τη σύζυγο και την ανιψιά του που έχουν μείνει πίσω στην κόλαση που άφησε η χιτλερική μανία. Με την κάμερα να σε γραπώνει και να σε βάζει δίπλα στα σώματα και στις ανάσες, βλέπουμε την πρώτη συνάντηση του Λάζλο Τοθ (αυτός είναι ο κεντρικός ήρωας) με τη νέα του «πατρίδα», με «τη χώρα των ευκαιριών». Από τα σκοτεινά δωμάτια του πλοίου, βγαίνει στο κατάστρωμα για να αντικρίσει αυτό που είναι η ελπίδα και η πλάνη του, «Το Άγαλμα της Ελευθερίας». Ο φακός του Κορμπέ το κάνει να γέρνει, να είναι ετοιμόρροπο και η ζωή που προσμένει δεν θα είναι αυτή που φαντάζεται ο μέγας αρχιτέκτονας Λάζλο Τοθ. Εδώ, η μεγαλομανία των κυρίαρχων, πλούσιων, λευκών και η εκμετάλλευση μετράνε περισσότερο. Ο μετανάστης, ο ξένος, ο άλλος, δεν έχει καμία θέση, τουλάχιστον σημαντική, στη μητρόπολη του καπιταλισμού. Τα ταλέντα του μόνο αξίζουν. Ο ίδιος, ο άνθρωπος, είναι ένα αναλώσιμο προϊόν που θα πρέπει να πεθάνει σχεδόν για να βιώσει το όνειρό του. Στο «The Brutalist», η κτηνώδης δύναμη του κυρίαρχου συστήματος αναμετριέται με αυτήν της ανθρώπινης ματιάς, με το όραμα που κινεί τις φιλοδοξίες και τις καρδιές των απλών ανθρώπων.
Η αναγέννηση του Λάζλο Τοθ
Το σενάριο (Κορμπέ, Φάστβολντ) μας δίνει τη αναγέννηση, την προσπάθεια αυτής, του Λάζλο Τοθ. Ο ούγγρος μετανάστης θέλει να τα καταφέρει στις ΗΠΑ και θέλει να το κάνει με τον δικό του τρόπο. Στην αρχή τον βοηθάει ο ξάδερφός του, όμως σύντομα θα τον εγκαταλείψει γιατί θα του χαλάσει τη δουλειά και θα ριχτεί στη γυναίκα του. Τότε έρχεται στη ζωή του Τοθ ο πάμπλουτος Χάρισον Λι Βαν Μπούρεν, βιομήχανος. Του αναθέτει μια μεγάλη δουλειά: να χτίσει ένα κοινοτικό κέντρο για να τιμήσει τη μνήμη της μητέρας του. Ο Λάζλο μετά από λίγο ενώνεται με τη γυναίκα και την ανιψιά του. Η Έρζερμπετ, η σύζυγος του, όμως είναι καθηλωμένη σε αναπηρικό καροτσάκι και η Ζόφια, η ανιψιά του, δεν μιλάει, είναι μουγγή. Και ενώ όλα δείχνουν ότι παρά τις δυσκολίες μπορεί να τα καταφέρει, έρχεται η ατάκα του γιου Βαν Μπούρεν: Σας ανεχόμαστε, σας ανεχόμαστε. Η θηλιά του «ονείρου» αρχίζει να σφίγγει τον λαιμό της εύθραυστης ύπαρξης. Ο Λάζλο παράλληλα κάνει χρήση ναρκωτικών για να απαλύνει το πόνο παλαιότερου τραύματος. Και ο πόνος, η επίθεση, ατομική, σωματική, κοινωνική, πολιτική, θα συνεχιστεί, κορυφωθεί, όταν ο Βαν Μπούρεν θα τον κακοποιήσει μετά από ένα πάρτι στην Ιταλία! Όλα δείχνουν να διαλύονται, όμως το όραμα, το αρχιτεκτονικό, κατασκευαστικό, υπαρξιακό, θα κρατήσει όρθιο τον Λάζλο και την οικογένειά του. Ναι, θα τα καταφέρει, αλλά αυτό θα γίνει πολύ μακριά από το όνειρο.
Η ταινία του Κορμπέ έχει καλή αφηγηματική ροή και παρά τα όποια προβλήματά της στο δεύτερο μέρος, επιτυγχάνει τον σκοπό της. Μας εξηγεί, μας περνά το μήνυμά της και με τον τρόπο της επικοινωνεί με τη Λευκή Κορδέλα του Χάνεκε και τον Πολίτη Κέιν του Ουέλς. Οι ερμηνείες, με αυτήν του Έιντριεν Μπρόντι να δεσπόζει, είναι στιβαρές, αλλά δεν θα λέγαμε ότι σε καθηλώνουν. Η διεύθυνση φωτογραφίας του Λολ Κρόλι είναι άψογη και το μοντάζ του Ντάβιντ Γιάνκσκο σίγουρο και με την ταχύτητα που πρέπει. Εξαιρετική η μουσική του Ντάνιελ Μπλούμπεργκ. Η διάρκεια της ταινίας, τρεισήμισι ώρες, δεν είναι αποτρεπτική και σίγουρα αξίζει να τη δείτε.
Υ.Γ: Η παρακολούθηση της ταινίας έγινε την Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου, απόγευμα. Τι κι αν έκανε κρύο, τι κι αν ήταν εργάσιμη, η «ουρά» έξω από το σινεμά Αθήναιον ήταν τεράστια.
