Σεξ, πέτρες, σκορπιοί!
Την εξέλιξη στην Ελλάδα περισσότερο την ονειρεύεσαι παρά τη ζεις! Αναπόφευκτο. Η μεσαίου μεγέθους οικονομία της δεν εκπληρώνει πολλές επιθυμίες. Γι’ αυτό και τα «θα» είναι τα θεμέλια της όποιας ανάπτυξης. Αν και σαθρά, με τη βοήθεια του Θεού, του καιρού και του τουρισμού, αντέχουν. Το φιλότιμο, η υπομονή και η ευρηματικότητα μας πάνε μπροστά, έστω και με ρυθμούς χελώνας. Οι κάτοικοι αυτού του τόπου έμαθαν να ακούν το αδύνατο και να βιώνουν το ανυπόφορο. Το νεοελληνικό κράτος δομήθηκε πάνω σε τρία στοιχεία: την υπόσχεση, την πίστη και τον αγώνα. Αν τα «μεταφράσουμε» παίρνουμε τα εξής: Και θάλασσα θα σας φέρουμε! Άγιε μου, λαμπάδα θα σου ανάψω… Αέραααα! Οι αγώνες σχεδόν εξαφανίστηκαν, η πίστη έμεινε με τη βλαστήμια και μόνο οι υποσχέσεις δίνουν και παίρνουν. Κι αν στην πρωτεύουσα και στις μεγάλες πόλεις το τσιμέντο, το καυσαέριο και η καθημερινή τρέλα συσκοτίζουν, στην περιφέρεια λίγα άλλαξαν. Οι κάθε λογής «Μαυρογιαλούροι» ζουν και βασιλεύουν, ο ήχος της καμπάνας επιβεβαιώνει τη μοναδική διέξοδο των κατοίκων και το τσίπουρο στο καφενεία θρέφει παρέες και προσδοκίες. Κάτι λείπει. Η μετανάστευση, ένα γράμμα και η «σωτήρια» ξένη βοήθεια. Αν τα έχεις όλα αυτά ακόμη και τη Σανγκάη μπορείς να ονειρευτείς, όπως στο βιβλίο του Γιάννη Ξανθούλη «Ονειρεύτηκα τη Σανγκάη» (Εκδόσεις Διόπτρα).
Από το «Λέτσοβο» στον «Πετρόκαμπο»
Ο Ξανθούλης αναποδογυρίζει και σιχτιρίζει τη σύγχρονη κοινωνική/πολιτική πραγματικότητα. Δεν έχει ίχνος σοβαροφάνειας και εκθέτει τον καθωσπρεπισμό, τα πρωτόκολλα και τη δήθεν ανωτερότητα. Με την αθωότητα παιδιού βγάζει τη γλώσσα στους κουτσομπόληδες, στους «πεφωτισμένους» ηγέτες και σε αυτούς που θέλουν την ψυχή μας. Ο Ξανθούλης μας δίνει την παλιά, ορθόδοξη, σάτιρα (για να μείνουμε και στο πνεύμα του βιβλίου). Τι σημαίνει αυτό; Σχολιάζει τα κακώς κείμενα της εποχής μας με λεπτότητα, χιούμορ, ευαισθησία. Μέσα από την πρόκληση των ηθών προκαλεί τη διεύρυνση της σκέψης και της αντίληψης. Η περιπαικτική του γλώσσα χρησιμοποιεί τα στερεότυπα για να μεγαλώσει τον πνευματικό ορίζοντα του αναγνώστη. Εδώ, δεν υπάρχει χλευασμός και επίδειξη εξουσίας. Τα ανθρώπινα ελαττώματα ζυμώνονται με το ξαφνικό, το αφοπλιστικό και μας κάνουν να γελάμε αβίαστα. Δεν υπάρχει σημάδι κρυμμένης ενοχής στη σάτιρα του και αυτό την κάνει σπουδαία. Αν θέλετε να κάνετε αντιστοίχιση, φέρτε στο μυαλό σας την ταινία «Αλαλούμ» του Χάρρυ Κλυνν, ιδιαίτερα το τελευταίο μέρος της. Το κατακαημένο Λέτσοβο θα μπορούσε να είναι ο «Πετρόκαμπος» του Ξανθούλη. Αυτό είναι το χωριό που διαδραματίζεται η ιστορία του μυθιστορήματος. Πάνω στην πέτρα που καίει γίνονται θαύματα κι αν αμφιβάλλετε φυλαχτείτε από το τσίμπημα του σκορπιού!

Ο προικισμένος Λάκης Μπούγας
Το χωριό, ξεχασμένο, βρίσκεται κάπου στην ενδοχώρα και οι πέτρες, οι σκορπιοί, το βουνό «Μαρμαρόγκας» συντροφεύουν τους λίγους κατοίκους του. Όλα κυλούν με τους ρυθμούς που επιβάλλει η απομόνωση. Σαν σκηνικό γουέστερν την ώρα που μια ξερή μπάλα χόρτων περνά τον έρημο δρόμο. Τα πάντα θα αλλάξουν όταν θα έρθει το γράμμα! Αποστολέας ο μετανάστης Απόστολος (Λάκης) Μπούγας. Το λησμονημένο τέκνο του «Πετρόκαμπου» βρέθηκε στη Γερμανία και με τον ιδρώτα του κορμιού του έγινε ένας από τους μεγαλύτερους πορνοστάρ του κόσμου! Λίγο πριν πεθάνει ζητά να εκπληρωθεί η επιθυμία του: να γίνει στο χωριό μουσείο στο όνομα του και να φιλοξενηθούν εκεί τα επιτεύγματα του όπως και το υπερμέγεθες μόριο του! Εκτός απ’ αυτό θέλει να φτιαχτεί ιατρείο στη μνήμη της μάνας του. Αν γίνουν όλα αυτά θα δώσει στην κοινότητα ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό. Αυτός που ενώνει τα κομμάτια και αφηγείται την ιστορία είναι ο Πέτρος Μακκαβαίος, μακρινός ξάδελφος του Λάκη Μπούγα. Αυτή είναι η βάση του μυθιστορήματος και μέχρι την τελευταία σελίδα οι κωμικές ανατροπές δίνουν τον τόνο. Α, υπάρχει και κάτι άλλο. Οι κάτοικοι του χωριού, σχεδόν όλοι, υπνοβατούν και ερωτοτροπούν! Τα μικροπρεπή δεδομένα της επαρχίας (αδιακρισία, φθόνος, κουτσομπολιό), η διαχρονική παθογένεια της κρυφής-άνομης συναλλαγής, η ψωροπερηφάνια, η εξουσία του άντρα και η σεμνοτυφία, η ξενοδουλεία και η τυραννία των ξένων «ευεργετών», ο καταπιεσμένος ερωτισμός/σεξουαλισμός, όλα είναι εδώ και αναδεικνύονται, αποδομούνται και μέσα από τη σάτιρα γίνονται πρώτη ύλη για νέα, ανυπόκριτη, σκέψη και πίστη. Το «Ονειρεύτηκα τη Σανγκάη» θα σας κάνει να χαμογελάσετε, να γελάσετε δυνατά, θα σας δροσίσει.