ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Κούμπα Μπλαστσικόφσκι: Ψυχή βαθιά!

Κούμπα Μπλαστσικόφσκι: Ψυχή βαθιά!

Είδε τον πατέρα του να δολοφονεί τη μητέρα του, νίκησε τους δαίμονές του, έγινε ένας υπέροχος παίκτης και ένας μυθολογικός σωτήρας, που γύρισε για να δώσει ανάσα στην κατεστραμμένη παιδική αγάπη του. Γράφει ο Γιώργος Καραμάνος.

Οπως συμβαίνει στους περισσότερους λαούς, έτσι και οι Σλάβοι εκτός από τους δικούς τους θεούς, είχαν μάθει να πιστεύουν και στα υπερφυσικά πλάσματα της θρησκευτικής μυθολογίας τους. Στην αρχαία παράδοση των Σλάβων εμφανίζεται πολύ συχνά ένα όνομα με σχετικές παραλλαγές στις σύγχρονες χώρες που τους διαιρούν εθνοτικά. Οι Πολωνοί έμαθαν να αποκαλούν «Wodnik» εκείνο το πλάσμα που βγαίνει μέσα από το νερό και σώζει όσους πνίγονται. Σε μία τέτοια παραλλαγή λοιπόν, οι οπαδοί της Βίσλα Κρακοβίας θα μπορούσαν να δουν στον Γιάκουμπ Μπλαστσικόφσκι τον δικό τους από μηχανής μυθικό ήρωα. Γιατί ο Κούμπα συνδυάζει όλες τις ιδιότητες που χαρακτηρίζουν μία μυθική υπόσταση. Εζησε την απόλυτη τραγωδία, την ξεπέρασε με τον πιο εμβληματικό τρόπο, έγινε σπουδαίος και τώρα εμφανίζεται για να προσφέρει τη δική του σωτηρία στην «πνιγμένη» ομάδα της καρδιάς του… 
 

Οι υπέροχες προθέσεις του είχαν αποκαλυφθεί από τις 7 Φεβρουαρίου του 2019, όταν επέστρεψε στη Βίσλα έπειτα από 11 χρόνια, πλήρωσε τους μισθούς των συμπαικτών του και έπειτα από 8 γκολ σε 28 ματς έδειξε ότι ακόμα μπορεί να κάνει τη διαφορά. Μόνο που τώρα αποφάσισε να αγοράσει το club, το οποίο κινδυνεύει με οικονομικό αφανισμό. Οι οπαδοί της τον λάτρεψαν. Μα είναι τέτοιο το αφήγημα της ζωής του, που θέλοντας και μη τον έχουν λατρέψει και όσοι γνωρίζουν όσα ο Κούμπα πρεσβεύει, καθώς εξακολουθεί να καλπάζει στην πλάγια γραμμή, να βγάζει καυτές σέντρες ή να συγκλίνει, σκοράροντας με το αντίθετο πόδι.

Φαινόταν από τα 10 του ότι εκείνο το παιδί θα ξεχώριζε. Μόνο που μία μέρα. Τη χειρότερη μέρα που θα μπορούσε να βιώσει η κάθε παιδική ψυχή, είδε μπροστά στα μάτια του τον πατέρα του να δολοφονεί τη μητέρα του. Ο πατέρας καταδικάστηκε σε 15ετή φυλάκιση και ο Κούμπα με τον αδερφό του βρέθηκαν στη γιαγιά και τον παππού. Τουλάχιστον εκείνοι τους αγάπησαν και τους φρόντισαν. Επειτα από κάποιους μήνες μάλιστα ο παππούς κατάφερε να πείσει τον μικρό να ξαναβάλει τα ποδοσφαιρικά και η πιο όμορφη περιπέτειά του ξεκίνησε. Μία περιπέτεια με πανέμορφα highlight, έντονες συγκινήσεις, στιγμές που χάιδεψε την απόλυτη κορυφή, αλλά και ακόμα κάμποσες δυσκολίες, τις οποίες πάντοτε ξεπερνούσε και επέστρεφε πιο δυνατός.

Το εντυπωσιακό ξεκίνημά του στην Τσέστοβα στα 18 του (2003) τον οδήγησε άμεσα στην Εθνική Πολωνίας U-19. Από εκείνη τη στιγμή και για πάντα, θα υπήρχε άμεση και διαρκής ανέλιξη. Η Βίσλα την επόμενη σεζόν (2004-’07, πρωτάθλημα το 2005) ένα διαβατήριο για τη Ντόρτμουντ. Κι εκεί από το πρώτο φιλικό γκολ+ασίστ και μία ολόδική του θέση στα δεξιά. Μία πλευρά για εκείνον, ώστε να ξεδιπλώσει όσα όριζε και του χρώσταγε η μοίρα από τα 10 χρόνια ζωής του κιόλας. Ηταν μία εποχή κυριαρχίας (σ.σ.: δύο φορές κορυφαίος Πολωνός 2008, 2010), αλλά και ατυχιών. Ενας τραυματισμός στην πλάτη τον άφησε εκτός του Μουντιάλ του 2006 και ένας στον προσαγωγό εκτός του EURO 2008. Μα κάπου εκεί θα άρχιζε να καταγράφει μόνο επιτυχίες η ιστορία. 

Οταν μετακόμισε στη Βόλφσμπουργκ, οι οπαδοί της Ντόρτμουντ τον φώναξαν για να τον αποθεώσουν μαζί με τους πρώην συμπαίκτες του

Με τον Γιούργκεν Κλοπ να του δείχνει τον δρόμο και ν’ απογειώνει το παιχνίδι του, πανηγύρισε τους διαδοχικούς τίτλους της Μπουντεσλίγκα (2011, 2012), το Κύπελλο, 3 εγχώρια Σούπερ Καπ (2008, 2013, 2014), ενώ άγγιξε το απόλυτο, ηττημένος από την Μπάγερν στον τελικό του Champions League (2013). Παράλληλα, με την Εθνική άφηνε ως παρακαταθήκη τις 108 συμμετοχές και τα δύο από τα 21 γκολ του να είναι εκπληκτικά highlight σε EURO (με Ρωσία το 2012 και Ουκρανία το 2016). Ηταν πλέον ξεκάθαρο, ο Κούμπα είχε αφήσει πίσω τους δαίμονες του παρελθόντος.

Εκείνοι όμως έσπευσαν να τον συναντήσουν για μία τελευταία φορά. Κατά την προετοιμασία για το EURO 2012 δέχτηκε ένα τηλεφώνημα που επανάφερε στη μνήμη όσες εικόνες πάλεψε να διαχειριστεί. Ο πατέρας του, με τον οποίο δεν είχε μιλήσει ποτέ, μόλις είχε πεθάνει. Αντίθετα απ’ ό,τι θα περίμενε ο οποιοσδήποτε, παράτησε τα πάντα και βρέθηκε στην κηδεία, κλείνοντας από κοντά για πάντα το πιο δύσκολο κεφάλαιο μίας υπέρμετρα σκληρής παιδικής ανάμνησης. Επιστρέφοντας, βρήκε τους συμπαίκτες του να τον περιμένουν, κοιτάζοντας τον ουρανό. Μιμούνταν τον δικό του πανηγυρισμό. Σε κάθε γκολ που αφιέρωνε στην αγαπημένη του μητέρα. Αυτό που θα κάνει δηλαδή ξανά, αυτή τη φορά με έναν μοναδικό συνδυασμό: ως αρχηγός κι ιδιοκτήτης της Βίσλα. Και κάθε φορά μαζί του, άπαντες στο «Miejski», σε κάθε γκολ, θα δείχνουν τον ουρανό και θα φωνάζουν το όνομα του Γιάκουμπ Μπλαστικόφσκι, της δικής τους μυθολογικής σωτήριας υπόστασης…

Follow me: @jorgekaraman