ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE

120 χρόνια Μίλαν: Ευχές από έναν Γιουβεντίνο

120 χρόνια Μίλαν: Ευχές από έναν Γιουβεντίνο

Οι Ροσονέρι γίνονται 120 ετών και ο Παναγιώτης Παλλαντζάς καταθέτει τον προσήκοντα σεβασμό. 

«Θα είμαστε μια ομάδα διαβόλων. Τα χρώματα μας θα είναι το κόκκινο σαν τη φωτιά και το μαύρο σαν το φόβο που θα προκαλούμε στους αντιπάλους μας». Τα παραπάνω λόγια ειπώθηκαν το 1899 από τον Χέρμπερτ Κίπλιν, τον ένα από τους δύο Αγγλους που έφεραν στη ζωή αυτή που σήμερα είναι γνωστή ως AC Milan. Και μπορεί κάθε ιδρυτής οποιασδήποτε ποδοσφαιρικής ομάδας, είτε αυτή εξελίχθηκε σε κολοσσό είτε όχι, να παίρνει το credit για την ίδρυση και μόνο ή για τη φιλοσοφία με την οποία πότισε το κλαμπ, αλλά μάλλον δεν υπάρχει άλλος άνθρωπος που να ίδρυσε μια ποδοσφαιρική ομάδα και να ήταν τόσο σαφής και ακριβής στα πρώτα του λόγια. Αν και η Μίλαν, για να είμαστε ειλικρινείς, μάλλον δεν είναι μια ομάδα διαβόλων, αλλά μια ομάδα που έζησε, πέτυχε, απέτυχε, με τη λογική του διαβόλου...

Η πρώτη απόδειξη για αυτό, άλλωστε, είναι το... αυτονόητο. Η αμφισβήτηση της ποδοσφαιρικής θρησκείας, του ποδοσφαιρικού πιστεύω, των ποδοσφαιρικών δέκα εντολών του κόσμου στον οποίο έζησε και ζει. Στην Ιταλία της λατρείας για την άμυνα, στη χώρα όπου η τακτική θεωρείται για το ποδόσφαιρο πιο απαραίτητη από ό,τι η ποδοσφαιρική μπάλα, στο περιβάλλον στο οποίο το να κλειδώσεις τον αντίπαλο θεωρείται πιο σημαντικό ή η μεγαλύτερη απόδειξη ελέγχου και επιβολής, οι Ροσονέρι ήταν αυτοί που φώναξαν ότι υπάρχει και άλλος δρόμος. Η Ιντερ του Ελένιο Ερέρα ήταν η ομάδα που καθιέρωσε το catenaccio, η Γιουβέντους του Τζοβάνι Τραπατόνι ήταν μια μηχανή που ήξερε πώς να πάρει το αποτέλεσμα, η Μίλαν ήταν αυτή που αμφισβήτησε όλες τις ποδοσφαιρικές αρχές της Ιταλίας και επιχείρησε να αλλάξει τον κόσμο. Δεν το έκανε τόσο με τον Νερέο Ρόκο, το έκανε όμως με τον Αρίγκο Σάκι, με τον προπονητή που άλλαξε τον τρόπο δουλειάς, τον τρόπο σκέψης, την αντίληψη και το γούστο προς τη νίκη. Για τους Ροσονέρι το να νικήσουν ήταν πάντα σημαντικό, αλλά όχι και αρκετό για να "χορτάσουν". Γιατί εκεί προτεραιότητα ήταν ο τρόπος με τον οποίο θα ερχόταν η νίκη. 

Για κάποιον που οι πρώτες ποδοσφαιρικές αναμνήσεις του, έστω όχι με λεπτομέρειες, χρονολογούνται στο Euro 1988, ο Ρουντ Γκούλιτ ήταν κάτι τρομακτικό. Ο πανηγυρισμός του Ολλανδού στο Camp Nou ένα χρόνο μετά, στο 4-0 επί της Στεάουα Βουκουρεστίου που επανέφερε τους Ροσονέρι στην κορυφή της Ευρώπης και έφερε το πλάνο του Σίλβιο Μπερλουσκόνι σε πρώτο πλάνο, είναι μια εικόνα που έμεινε και δε θα ξεγράψει ποτέ. Οπως δε θα ξεγράψει ποτέ η πεποίθηση ότι εκείνη η Μίλαν είναι η πιο τρομακτική ομάδα που έχει δει στη ζωή του. Με την καλύτερη αμυντική τετράδα που υπήρξε (Μαλντίνι-Μπαρέζι-Κοστακούρτα-Τασότι), με τον Ράικαρντ να επιβάλει τον νόμο του στο κέντρο, με τον Φαν Μπάστεν να είναι ό,τι πιο elegante έχει βγει ποτέ σε φορ, με την αίσθηση του φόβου που προκαλούσε στα μάτια ενός παιδιού που δεν τους συμπαθούσε για κάποιο λόγο ή και σε αυτά των αντιπάλων τους. Αν δεν μας πιστεύετε, ρωτήστε όποιον παίκτη της Ρεάλ Μαδρίτης ήταν στο San Siro σε εκείνο το 5-0 του 1989, το οποίο σηματοδότησε την έναρξη μιας νέας εποχής. Μιας εποχής στην οποία οι Ροσονέρι προσπάθησαν να διαδώσουν ένα διαφορετικό ποδοσφαιρικό ευαγγέλιο. Και το πέτυχαν. 

Το πέτυχαν και έγιναν, επειδή έτσι πρέπει σαν Διάβολος, άπληστοι. Σε τίτλους σίγουρα, με τα δύο σερί Πρωταθλητριών, τα Διηπειρωτικά στα οποία ο Αντριάνο Γκαλιάνι μπορούσε ακόμη και να εισβάλει στον αγωνιστικό χώρο πανηγυρίζοντας πριν επιστρέψει εκτός γραμμών ζητώντας συγγνώμη από τον επόπτη, τα τρία σερί πρωταθλήματα που ακολούθησαν με τον Φάμπιο Καπέλο. Πρωταθλήματα με μπαλάρα, αλλά και με σκοπιμότητα όταν έπρεπε (γιατί ο Δον Φάμπιο ήταν μάλλον δογματικός και φανατικός του... επίσημου ποδοσφαιρικού θρησκεύματος της Ιταλίας), με ρεκόρ που δεν έχουν σπάσει ακόμη όπως αυτό των συνεχόμενων αήττητων αγώνων, με επιτυχίες στην Ευρώπη και σερί παρουσίες σε τελικούς Champions League, με ένα άλλο 4-0 αλλά με αντίπαλο την Μπαρτσελόνα αυτή τη φορά, με μια απληστία που φαινόταν όταν ερχόταν η ώρα των μεταγραφών. 

Και ο Μάσιμο Μοράτι ήταν ικανός να κάνει τρελά πράγματα τα καλοκαίρια για την Ιντερ, και οι Ανιέλι μπορούσαν να κάνουν επίδειξη δύναμης αν ήθελαν, αλλά κανείς δεν φόρτωνε τόσο πολύ με παικταράδες μια ομαδάρα που είχε ήδη κάμποσους τέτοιους, όσο ο Μπερλουσκόνι. Ο Ζαν Πιερ Παπέν ήταν κλάση, είχε πάρει και Χρυσή Μπάλα, θυμάται κανείς πολλά εντυπωσιακά πράγματα από αυτόν στη Μίλαν; Κι όμως, ήταν κι αυτός εκεί. Σε μια Μίλαν που ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο Σαβίσεβιτς τσιμπούσε την μπάλα και άλλαζε ξαφνικά πορεία αφήνοντας τον αμυντικό να πάει ευθεία, ήταν ο Μπόμπαν που καθάριζε εκείνη την Παρί Σεν Ζερμέν του Γουέα έχοντας ακόμη κορδέλα στο μαλλί, ήταν ο Λεντίνι που γινόταν ο πιο ακριβοπληρωμένος, ήταν ο πάντα ανέκφραστος Ντοναντόνι στη γραμμή, ήταν -ακόμη κι αυτό, ναι- ο Μπαρέζι με το χέρι μονίμως σηκωμένο προς τον επόπτη όταν έχανε μια φάση. Και επειδή ήταν ο Μπαρέζι, ο επόπτης μάλλον τον εμπιστευόταν και το σήκωνε το σημαιάκι. Και ήταν φυσικά και ο Γουεά, ο οποίος, πού αλλού θα πήγαινε, υπέγραφε κι αυτός στη Μίλαν. Οπως και ο Μπάτζιο όταν έφευγε από τη Γιουβέντους. Είπαμε, μια ομάδα διαβόλων, μια ομάδα που ζει σαν διάβολος, η απληστία έπρεπε να υπάρχει. Και υπήρχε. 

Οπως υπήρχαν και οι δύσκολες στιγμές. Η ιστορία έχει καταγράψει ότι οι Ροσονέρι έμειναν χωρίς πρωτάθλημα 44 χρόνια (από το 1907 ως το 1951). Δύσκολο δεν ήταν αυτό όμως. Δύσκολος ήταν ο υποβιβασμός για το σκάνδαλο Totonero το 1980, ο δεύτερος υποβιβασμός το 1982 για αγωνιστικούς λόγους και η οικονομική εξαθλίωση που την έφερε σε κατάσταση ανυποληψίας μέχρι και την άνοιξη του 1986. Δύσκολο (θα μπορούσε να) ήταν η εμπλοκή και στο σκάνδαλο Calciopoli το 2006, για να αποδειχθεί ότι, δίκιο είχε ο Κίπλιν, σίγουρα δεν ήταν μια ομάδα αγίων. Αυτά τα δύσκολα, η Μίλαν τα ξεπέρασε τον Μάρτιο του '86, όταν ο Μπερλουσκόνι, παρέα με τον Γκαλιάνι, προσγειώθηκε με ελικόπτερο στο προπονητικό κέντρο ως το νέο αφεντικό. Δικό του όραμα ήταν η αμφισβήτηση της λογικής «να νικήσουμε» και η επικράτηση της νέας λογικής «να νικήσουμε προσφέροντας θέαμα και κυριαρχώντας», δικό του κατόρθωμα ήταν εκείνη η απληστία, η μεταγραφική που κατ' επέκταση βοηθούσε και στην αγωνιστική με τις συνεχείς επιτυχίες, δική του ήταν η αμφισβήτηση ως προς το ότι τα αγαθά κόποις κτώνται. Αυτή η φράση, άλλωστε, σίγουρα δε θα άρεσε στον διάβολο και οι Ροσονέρι με τον Cavaliere επιβεβαίωσαν ότι δεν ήταν για αυτούς αυτά. 

Η Μίλαν μεγαλούργησε στα καλά χρόνια του Μπερλουσκόνι, τα οποία ήταν πολλά. Της έδωσε τα πάντα, την έκανε την ομάδα των 7 κυπέλλων Πρωταθλητριών/Champions League, την μετέτρεψε σε ένα σύνολο στο οποίο κάθε παικταράς ήθελε να παίξει, την καθιέρωσε ως ένα μοντέλο επιτυχίας και απόδειξη ότι οι Ιταλοί μπορούν να είναι νικητές και στην Ευρώπη, την απέτρεψε τελικά από το να μάθει να ζει μόνη της... Και αυτό, όπως ήταν τελικά μάλλον αναμενόμενο, ήρθε η ώρα που οι Ροσονέρι το βρήκαν μπροστά τους από όταν ο Σίλβιο άρχισε να μην μπορεί να κρατήσει τον ίδιο ρυθμό και το ζουν ακόμη με τις διοικητικές αλλαγές των τελευταίων ετών. Χρόνια δύσκολα, στα οποία η Μίλαν καλείται να μάθει κάτι νέο πλέον. Πώς να σταθεί στα πόδια της, με σκληρή δουλειά και χωρίς να περιμένει από τον ιδιοκτήτη να βάλει το χέρι στην τσέπη και να βγάλει όσες επιταγές χρειάζεται. Αλλαξαν και τα χρόνια βέβαια, αφού στο μοντέρνο ποδόσφαιρο, τα ποδοσφαιρικά κλαμπ είναι επιχειρήσεις. Ισολογισμοί, μαύρες τρύπες, αριθμοί, έσοδα, έξοδα, break even, χορηγίες, μία κατάσταση που δεν "επιτρέπει" στο αφεντικό να κάνει τις τρέλες του και να αλλάξει γρήγορα, μέσα σε ένα-δύο χρόνια, τη μοίρα μιας ομάδας και το πώς θα γραφτεί η ποδοσφαιρική ιστορία. 

Πολύ μεγάλο κεφάλαιο της οποίας, είναι η Μίλαν. Και όχι, τελικά, λόγω των τίτλων ή των παικταράδων, αλλά επειδή αυτά όλα σε κάνουν όσο περνάνε τα χρόνια, ακόμη κι αν δεν είσαι οπαδός της, να αλλάζεις απέναντι της. Και να συνειδητοποιείς ότι τελικά ήρθε ο καιρός που η ομάδα που μικρός σε τρόμαζε και την αντιπαθούσες τόσο ώστε να πανηγυρίζεις για τον Μπαζίλ Μπολί και τη Μαρσέιγ του Μπερνάρ Ταπί, είναι τελικά μια ομάδα την οποία σέβεσαι. Πραγματικά. Γιατί αυτό είναι ο σεβασμός. Οχι να αναγνωρίζεις, να αποδέχεσαι και να στηρίζεις κάποιον που συμπαθείς, αλλά τελικά να αναγνωρίζεις και να αποδέχεσαι αυτόν που πάντα αντιπαθούσες ή εξακολουθείς να αντιπαθείς. Η Μίλαν (μαζί με την Μπάγερν Μονάχου) είναι η μόνη ομάδα για την οποία το νιώθει αυτό, για παράδειγμα, ο Γιουβεντίνος που γράφει αυτές τις γραμμές. Και γι' αυτό θα χαρεί όταν νιώσει ξανά "φόβο" πριν από ένα ντέρμπι μαζί της ή τη φωτιά να καίει ξανά για μια μάχη διαρκείας. Επειδή η Μίλαν είναι ένας αντίπαλος που θες να έχεις και σίγουρα όλα αυτά θα επιστρέψουν. Χωρίς να χρειαστεί να πουλήσει την ψυχή της στο διάβολο. Γιατί υπάρχει μόνος ένας Diavolo και είναι 120 ετών πλέον...

Υ.Γ.: Η Μίλαν θα είναι πάντα εκείνο το πανό «Marco - Nico» με το σήμα του scudetto ανάμεσα στα δύο ονόματα, κρεμασμένο πάντα στο κάτω διάζωμα της curva Nord του San Siro. Πιθανώς πριν καν χτιστεί αυτό...