TOP ΑΓΩΝΕΣ
  • TOP ΑΓΩΝΕΣ

ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Οι καλύτεροι προπονητές που γνώρισα - Μέρος 2ο

Οι καλύτεροι προπονητές που γνώρισα - Μέρος 2ο

Οι καλύτεροι προπονητές που γνώρισα - Μέρος 2ο

Ο Βασίλης Σαμπράκος φτιάχνει μια λίστα με τους προπονητές που ξεχωρίζει από όσους γνώρισε στο ελληνικό ποδόσφαιρο. 

Συνεχίζω από εκεί που σταμάτησα στο προηγούμενο σημείωμα, στο οποίο έχω εξηγήσει πώς σχημάτισα αυτή τη λίστα. Σε συνέχεια των προηγούμενων, ακόμη μια απαραίτητη διευκρίνιση, την οποία παρέλειψα στο αρχικό σημείωμα: η κατάκτηση τίτλων στην Ελλάδα δεν αποτελεί κριτήριο για τη λίστα με τους προπονητές που θαύμαζα/θαυμάζω από όσους πέρασαν από εδώ. Ούτε το διάστημα της παραμονής ενός προπονητή στην Ελλάδα. Σε αυτά τα σημειώματα γράφω σχετικά με τα στοιχεία που θαύμασα σε κάθε έναν εκ των πιο αξιόλογων ξένων προπονητών που συνάντησα.

 

Ευγένιος Γκέραρντ

 

Τον θαύμασα γιατί: Τον πρώτο καιρό που εκείνος μεγαλουργούσε με τον ΟΦΗ ήμουν μαθητής στο γυμνάσιο. Ο ενθουσιασμός για αυτό που κατάφερνε με τον ΟΦΗ με είχε οδηγήσει, στα 14 μου, στις κερκίδες του Ολυμπιακού Σταδίου. Για καλή μου τύχη, περίπου 14 χρόνια αργότερα τον συναναστράφηκα και τον μελέτησα από πιο κοντά, στον καιρό του στην ΑΕΚ. Μέσα από κάθε σκέψη και κάθε διατύπωση στον λόγο του μπορούσε κανείς να καταλάβει, το 2001, πόσο μπροστά από την εποχή του ήταν το 1985, όταν πρωτοήρθε στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Δεν ήταν μπροστά μόνο συγκριτικά με την ελληνική εποχή. Ο Γκέραρντ έβλεπε από το 1985 το ποδόσφαιρο, σε σχέση με την δομή του, την οργάνωση και τον τρόπο λειτουργίας όπως το βλέπουν σήμερα οι μεγαλύτεροι ευρωπαϊκοί σύλλογοι. Με βεβαιότητα κανείς μπορεί να πει ότι ο Ολλανδός ήταν ο πρώτος στην Ελλάδα που είδε το ποδόσφαιρο “στο όλον” ακόμη και με όρους επιχειρηματικούς. Η προσέγγιση, η ιδέα, ο τρόπος που αντιλαμβανόταν το πώς πρέπει να στηθεί, να οργανωθεί και να λειτουργήσει για να αναπτυχθεί ένας σύλλογος ήταν μια ολιστική προσέγγιση την οποία ελάχιστοι μπορούσαν να “ακούσουν” και να καταλάβουν στο μακρινό 1985. Προφανώς όλα αυτά οφείλονταν στις επιρροές και τις παραστάσεις του από τον καιρό του στην Ολλανδία, από τις σπουδές του στην Κολωνία και από όλο αυτό το “πανεπιστήμιο” που είχε περάσει για περίπου μια 10ετία στο τεχνικό επιτελείο της Ρόντα. Επειδή ήταν τόσο ευφυής, τα ερεθίσματα είχαν τροφοδοτήσει τόσο καλά τη σκέψη του, που είχε ιδέες και μη εφαρμοσμένες θεωρίες που ήταν μπροστά από την εποχή τους ακόμη και σε επίπεδο ευρωπαϊκό. Σε όσους δεν τον έζησαν στην εποχή του στον ΟΦΗ, θα έλεγα το “ήταν ένας Αρσέν Βενγκέρ, αλλά ίσως και κάτι ακόμη μεγαλύτερο για τον ΟΦΗ και το ελληνικό ποδόσφαιρο εκείνης της εποχής”. Το ελληνικό ποδόσφαιρο ήταν πολύ τυχερό που τον έζησε και το επηρέασε, οι μαθητές του είναι πολλοί και κυκλοφορούν εκεί έξω κάνοντας το ελληνικό ποδόσφαιρο καλύτερο, αλλά ήμασταν πολύ άτυχοι που ο Γκέραρντ έχασε στα μέσα της δεκαετίας του ’90 τον Θόδωρο Βαρδινογιάννη και την απόλυτη και έμπρακτη υποστήριξη και χρηματοδότηση των οραμάτων του. Χάσαμε την ευκαιρία να ζήσουμε την ολοκλήρωση του έργου του - ένα μοντέλο που θα δημιουργούσε τόσο μεγάλο ρεύμα που θα ανάγκαζε το υπόλοιπο επαγγελματικό ποδόσφαιρο να ακολουθήσει. Ήταν ένας ολοκληρωμένος μάνατζερ, βγαλμένος από το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο της σημερινής εποχής.

Τα συγκριτικά πλεονεκτήματά του: Όλος ο πλανήτης ξέρει ότι ο Γκέραρντ είχε “μάτι”, δηλαδή ότι μπορούσε να διακρίνει τις προοπτικές ανάπτυξης, εξέλιξης και βελτιστοποίησης ενός ποδοσφαιριστή. Όσα διδάσκονται σήμερα οι ανιχνευτές ταλέντου και οι προπονητές που εκπαιδεύονται στην ανάπτυξη του ποδοσφαιρικού ταλέντου, στην εποχή της ψηφιακής επανάστασης, ο Γκέραρντ τα έβλεπε, τα καταλάβαινε, τα κήρυττε και τα εφάρμοζε 35 χρόνια πίσω. Η υπομονή του στην καλλιέργεια του ταλέντου, η έγνοια για την διαπαιδαγώγηση και την πνευματική καλλιέργεια του ποδοσφαιριστή, τα μαθήματα νοοτροπίας, η δημιουργία της κουλτούρας, όλος ο τρόπος του για την εκπαίδευση του ποδοσφαιριστή ήταν σεμιναριακός. 

Σε μια εποχή που οι άλλοι ξένοι δεν το σκέφτονταν καν, ο Γκέραρντ βάλθηκε να μάθει τα ελληνικά από την πρώτη του ημέρα. “Μα αν δεν μάθεις τη γλώσσα, πώς θα μάθεις την κουλτούρα του λαού με τον οποίο θα συνεργαστείς, πώς θα επικοινωνήσεις, πώς θα τους καταλάβεις, πώς θα σε καταλάβουν;”, μου είχε απαντήσει σε μια από τις συναντήσεις μας το 2001, όταν του είχα εκφράσει τον θαυμασμό μου για την επιλογή του να διδαχθεί τα ελληνικά. Η έκπληξη στο ύφος του όταν μου έδινε την απάντηση φανέρωνε ότι για εκείνον δεν υπάρχει άλλος δρόμος από αυτόν για έναν προπονητή που αλλάζει χώρα. Όσα άκουσα το 2001 από έναν προπονητή που ήρθε με αυτή τη νοοτροπία στην Ελλάδα το 1985, τα άκουσα το 2016 από τον Μάρτι Πεναρνάου, τον επιστημονικό βιογράφο-αναλυτή της προπονητικής πορείας του Πεπ Γκουαρδιόλα σχετικά με την ιδέα του Πεπ ότι πρέπει να μάθει τη γλώσσα προκειμένου να μπει στην κουλτούρα του λαού και της χώρας στην οποία μεταναστεύει. Ο Γκουαρδιόλα έδειξε στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας τον δρόμο στον οποίο πλέον βαδίζουν στην πλειονότητα τους οι προπονητές όταν μεταναστεύουν. Σε αυτόν τον δρόμο ο Γκέραρντ βάδιζε 35 χρόνια πριν. 

“Η προπονητική είναι 30% τακτικές και συστήματα και 70% διαχείριση των προσωπικοτήτων”, λέει σήμερα το wonder boy της προπονητικής, ο Γιούλιαν Νάγκελσμαν. Λέει όσα διδάσκονται σήμερα οι προπονητές που θέλουν να προπονήσουν στο κορυφαίο επίπεδο. Δεν μπορώ να έχω ολοκληρωμένη άποψη για τις τακτικές του Γκέραρντ και τις μεθόδους του για την εκπαίδευση της ομάδας στα συστήματά του στον καιρό του στον ΟΦΗ. Όσα είδα, άκουσα και έζησα από αυτόν όμως είναι συμβατά με τη σημερινή ιδέα για την προπονητική. Ο Ολλανδός ήταν πολύ ευρηματικός στις προπονήσεις προκειμένου να δίνει νέα ερεθίσματα στους ποδοσφαιριστές και να μη τους “επιτρέπει” να βαριούνται. Γινόταν πολύ αυστηρός, έως και αψύς, αλλά ο τρόπος του, το ύφος και η αύρα του, όλα του ήταν “πατρικά” - γι’ αυτό και σπανίως “παρεξηγήσιμα” από τους ποδοσφαιριστές. Ο τρόπος που μιλούν οι ποδοσφαιριστές - μαθητές του σήμερα για εκείνον δημιουργεί τα συναισθήματα που θα ήθελες να έχεις για τον δάσκαλο ή τον μέντορά σου. 

 

 

Ίβιτσα Οσιμ

Τον θαύμασα γιατί: Οι προπονήσεις του ήταν σεμινάριο, για χάρη του οποίου ένα σωρό προπονητές από διαφορετικές χώρες, και κυρίως από την πρώην Γιουγκοσλαβία περνούσαν ατελείωτες ώρες στην Παιανία. Ανάμεσα σε αυτούς που παρακολουθούσαν τις προπονήσεις, επειδή τις έβρισκε διδακτικές, ήταν και ο Χουάν Ραμόν Ρότσα, ο οποίος τον διαδέχθηκε στον πάγκο του Παναθηναϊκού. Ήταν μπροστά από την εποχή του, τόσο στο κομμάτι της δουλειάς για την εκπαίδευση των ποδοσφαιριστών στις τακτικές και τα συστήματά του όσο και στο σχετικό με την φυσική κατάσταση και την μυική ενδυνάμωση, σε έναν καιρό που ακόμη όλα αυτά ήταν στην ευθύνη και την φροντίδα του πρώτου προπονητή. Αν δεν υπήρχε ο πόλεμος στην πατρίδα του, ο Οσιμ λογικά δεν θα είχε εργαστεί στην Ελλάδα εκείνο τον καιρό. Από την άλλη, αυτός, ο πόλεμος, είναι και ο λόγος που οι Έλληνες δεν γευτήκαμε το ποδόσφαιρο του Οσιμ στην ολότητά του. Όπως ο ίδιος εκ των υστέρων ανέλυε, ο καιρός του στην Ελλάδα ήταν μια μεγάλη δοκιμασία, με την μισή οικογένειά του πίσω στο Σεράγεβο, τον έναν του γιο στη Γαλλία, τον άλλο στην Ελλάδα. Δεν κατάφερε να αφοσιωθεί για καιρό στο προπονητικό έργο του, και αυτή είναι μια εξήγηση για το γεγονός ότι στην Ελλάδα δεν πρόλαβε να δείξει όσα είχε δείξει προηγουμένως στην Γιουγκοσλαβία, ή εκ των υστέρων στην Αυστρία, ακόμη και στην Ιαπωνία. 

Στον καιρό του στην Ελλάδα, οι ποδοσφαιριστές του Παναθηναϊκού δήλωναν έκπληκτοι με την επιλογή του Οσιμ να βάζει στην κουβέντα τακτικά, σχεδόν με πρόγραμμα, τους αρχηγούς του, κατά την προετοιμασία ενός αγώνα. Ο Οσιμ αφουγκραζόταν τα αποδυτήρια του, ήθελε να ξέρει από τους αρχηγούς του τις σκέψεις των παικτών του για τον προσεχή αγώνα. Δεν επρόκειτο για δημοκρατικό μάνατζμεντ, ούτε για έναν χαλαρό και δημοφιλή προπονητή. Ο Οσιμ ήταν σκληρός, επειδή ήταν στα λόγια του “ωμός”, στα όρια του να γίνεται “αντιπαθής” για τους ποδοσφαιριστές. Άκουγε όμως τους ποδοσφαιριστές του επειδή από τότε, περίπου 25 χρόνια πίσω, έδινε μεγάλη σημασία στην ψυχική και πνευματική προετοιμασία τους για έναν αγώνα. 

Τα συγκριτικά πλεονεκτήματά του: Μια πολύ ισχυρή, πολύ έντονη προσωπικότητα, με πολύ μεγάλη αυτοπεποίθηση, την οποία αντλούσε από τα όσα είχε πετύχει με την Εθνική Γιουγκοσλαβίας, ο Οσιμ, που ήταν μέγας λόγιος, είχε πολύ μεγάλο θάρρος για να εκφράζει την γνώμη του. Υποστήριζε δημόσια τις ιδέες του αδιαφορώντας σχετικά με το αν είναι ή όχι δημοφιλείς και αρεστές. Η ιδέα του για το ποδόσφαιρο, που βασιζόταν στην μεγάλη κατοχή της μπάλας, ήταν - για την Ελλάδα της εποχής - πολύ μπροστά από την εποχή του. Στο τερέν η αγωνιστική λειτουργία του Παναθηναϊκού σε άφηνε να καταλάβεις, ακόμη και αν δεν κατείχες την γνώση, ότι αυτή ήταν μια ομάδα που εκπαιδεύεται αποτελεσματικά από τον προπονητή της. Ο Οσιμ ήταν ένας από τους πρώτους προπονητές στην Ελλάδα που είχε τη γνώση αλλά και τη διάθεση να τη μοιραστεί προκειμένου να απαντήσει στις ερωτήσεις σχετικά με το ποδόσφαιρο, τις τακτικές, τα συστήματα, την ιδέα του για την ανάπτυξη του παιχνιδιού και την ανασταλτική λειτουργία μιας ομάδας. Κάθε φορά που τύχαινε να τον δω ή να τον ακούσω σε μια συνέντευξη Τύπου, σκεφτόμουν ότι με πλήρη αφοσίωση στη δουλειά του και πλήρη υποστήριξη από την διοίκηση θα παρέδιδε πολύ επιτυχημένο έργο. Ο χρόνος δικαίωσε αυτή την εκτίμηση, μόνο που αυτό συνέβη σε μια άλλη χώρα, την Αυστρία.